Οι Τσιριτσάντσουλες είναι μια ομάδα… πολυμορφική. Στην ερώτησή μου πόσοι ακριβώς είναι ο Μαρίνος Μουζάκης, ηθοποιός και σκηνοθέτης στην ομάδα, δεν μπορούσε να μου απαντήσει. Έλυσε, όμως, άλλες απορίες μου σχετικά με τις Τσιριτσάντσουλες, που φέτος είναι από τις σπάνιες φορές που τις βλέπουμε και σε κλειστό χώρο. Έτσι, το Δυναμό στον Κεραμεικό, χώρος που προορίζεται κυρίως για πρόβες ακροβατών, μετατρέπεται από την Κυριακή έως την Τρίτη σε θέατρο και φιλοξενεί τη «Νύχτα των παλιάτσων». Με ελεύθερη είσοδο και… αμφίβολη έξοδο!

ελc: Τι είναι τελικά οι Τσιριτσάντσουλες;
Μ.Μ.: Είναι ένας κύκλος ανθρώπων που προέρχονται από διαφορετικούς χώρους και καθένας συμμετέχει και συνεισφέρει με την τεχνική του. Όλοι κάνουμε απ’ όλα: φώτα, σκηνικά κ.λπ. σε κυκλική εναλλαγή. Πρόκειται για ένα σύνολο από αυτόνομες παραγωγές κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Άλλοι κάνουν παραστάσεις κλασικής μουσικής με μουσικό πριόνι και πιάνο. Στον κινηματογράφο καθένας φέρνει τη ματιά του μέσα από τις τεχνικές που χρησιμοποιεί. Ο θεατρικός μας θίασος έχει βέβαια πιο εντατικό χαρακτήρα.

ελc: Πώς ξεκίνησε αυτή η πρωτοβουλία;
Μ.Μ.: Ξεκινήσαμε ως «φτιάχ’ το μόνος σου». Θέλαμε να κάνουμε την τέχνη μας χωρίς χορηγούς, επιχορηγήσεις κ.λπ. Κάποιοι προερχόμασταν από τη θεατρική ομάδα της Παντείου, όπου δουλεύαμε πολλά χρόνια με την Κίττυ Αρσένη. Με την καθοδήγησή της το 1999 φτιάξαμε το Πειραματικό Εργαστήρι και παράλληλα ξεκινήσαμε και την πρώτη κινηματογραφική μας ταινία «Ήταν να μην πατήσει το πόδι του στην Αθήνα», που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Δράμας το 2001. Το θεατρικό μας ήταν «Το ελεύθερο ζευγάρι» του Ντάριο Φο και παίζαμε σε μπαρ και ταβέρνες γνωστών μας.

ελc: Πρέπει να ήταν κάπως ασυνήθιστη αυτή η φόρμα τότε…
Μ.Μ.: Ναι, δεν ήταν τόσο διαδεδομένη η φόρμα του λαϊκού θεάτρου που κάναμε εμείς σε γειτονιές, σε πλατείες, σε δρόμους και σε χωριά. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Κάθε τόπος μας αντιμετώπιζε διαφορετικά, αλλού συναντούσαμε την απόλυτη φιλοξενία κι αλλού την εχθρότητα. Στην ταινία μας «Σάτυροι στο δρόμο» καταγράφεται αυτή η πρώτη διετία μας. Κάναμε χορούς σατύρων στα χωριά και, βέβαια, μας περνούσαν για τρελούς. Βγάζαμε καπέλο αντί να κόβουμε εισιτήριο και απορούσαν πώς ζούμε. Τώρα με την κρίση είναι άλλη η αντιμετώπιση του κόσμου. Δεν είμαστε πια οι τρελοί, είναι πιο ανθρώπινη η σχέση.

ελc: Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι μένετε κάπως ανεπηρέαστοι από τη σημερινή κατάσταση;
Μ.Μ.: Όχι βέβαια! Η δημοκρατία καταργείται, τα δικαιώματα καταπατούνται, έχουμε παράνομη κυβέρνηση… όλοι βιώνουμε δραματικές αλλαγές. Ήρθε βέβαια και η ώρα μας, δεν πήγαινε άλλο η πλαστή ευδαιμονία. Το ζητούμενο για μας είναι ο ρόλος της τέχνης σε αυτόν τον ορυμαγδό, πώς να την κάνουμε χρήσιμη.

ελc: Μιλάτε για αντίσταση, καταγγελία και τέχνη. Πώς αντιλαμβάνεστε την αντίσταση;
Μ.Μ.: Στην τέχνη μας η αντίσταση έχει δύο διαστάσεις: Απ’ τη μία, ο τρόπος που κάνεις την τέχνη σου: χωρίς βρόμικα χρήματα, δημόσιες σχέσεις, χορηγούς κ.λπ. Έχουμε αυτοοργάνωση και την υποστηρίζουμε σαν πείραμα κολεκτιβιστικής παραγωγής που κρατάει στο χρόνο. Χωρίς μεν κομματική τοποθέτηση, όντας όμως πολιτικά ευαισθητοποιημένοι και αλληλέγγυοι σε αντιστεκόμενα κινήματα. Απ’ την άλλη, το έργο που παράγεται: είμαστε μια πολυσυλλεκτική κοινότητα με ελευθερία έκφρασης. Καθετί σαν λόγος και αποτέλεσμα έχει έντονα τα στοιχεία της προσωπικής αντίστασης και της καταγγελίας.

ελc: Ξεκινήσατε με Ντάριο Φο, πέρυσι μάλιστα παίξατε και το «Μίστερο Μπούφο». Σας έχει επηρεάσει ιδιαίτερα;
Μ.Μ.: Βέβαια. Έχουμε αδυναμία στον Φο, τον έχουμε μελετήσει πολύ στην πορεία μας, γιατί χρειαζόμασταν τις τεχνικές και τις κατασκευές, τη φόρμα του λαϊκού θεάτρου για να βγούμε έξω στον κόσμο. Κάναμε ένα κύκλο θεατρικής έρευνας που κλείνει τώρα με τη «Νύχτα των Παλιάτσων». Έχουμε ανεβάσει μία παράσταση από κάθε εποχή του λαϊκού θεάτρου, από το αρχαίο σατυρικό δράμα, τη ρωμαϊκή και την αναγεννησιακή κωμωδία, την commedia dell’ arte, τον Καραγκιόζη, το βαριετέ, το τσίρκο…

ελc: Μίλησέ μας για τη «Νύχτα των παλιάτσων»…
Μ.Μ.: Πρόκειται για ένα έργο που έγραψα την τριετία 1999-2002. Είναι μια λαϊκή όπερα, καθώς απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας και είναι γεμάτη μουσική. Είναι σε έμμετρο 15σύλλαβο στίχο, στη δημοτική γλώσσα βέβαια και διηγείται μια ερωτική ιστορία με φόντο τη φτώχεια και την επανάσταση. Επίκαιρο, δηλαδή!

ελc: Ακούγεται αρκετά ιταλικό!
Μ.Μ.: Οι επιρροές είναι σαφείς. Είμαι άλλωστε από τη Ζάκυνθο, μεγάλωσα εκεί κι έχω ασχοληθεί με το θέατρο από μικρός. Το θέατρο στη Ζάκυνθο έχει στην ομιλία του τη μίξη του κρητικού θεάτρου με την commedia dell’ arte του 16ου αιώνα. Παίζουν οι άνθρωποι του χωριού και όχι ηθοποιοί. Υπάρχουν σύλλογοι και ομάδες στα χωριά, που κατά τη διάρκεια του χρόνου μαζεύονται, πίνουν και γλεντάνε, γράφουν τα κείμενα και κάνουν πρόβες. Μουσική δεν υπάρχει σε αυτό το είδος του θεάτρου. Ενώ η παράδοση αυτή είχε κάπως ατονήσει τη δεκαετία του ’80, τα τελευταία είκοσι χρόνια αναβίωσε και οι άνθρωποι της γενιάς μου ‒είμαι του ’75 ‒ συμμετέχουν ενεργά.

ελc: Ποια εποχή του χρόνου γίνονται όλα αυτά;
Μ.Μ.: Τώρα τις απόκριες! Προλαβαίνεις, δεν προλαβαίνεις!

Για περισσότερες πληροφορίες: http://www.tsiritsantsoules.gr/ και www.tsiri.tv