Αυτό που με εντυπωσιάζει στον Τσίτο, είναι η ειλικρίνεια των ταινιών του, ότι πιάνει με χειρουργική ακρίβεια κι έναν γλυκό σαρκασμό την ψυχοσύνθεση του μέσου ανθρώπου χωρίς να το κάνει και θέμα. Ήδη λοιπόν μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος», περίμενα με μεγάλο ενδιαφέρον τη νέα του ταινία και τη συνέντευξη μαζί του. Τελικά δεν ήταν και τόσο εύκολη. Όχι μόνο γιατί ο τρίχρονος γιος μου έπαιρνε το τηλέφωνο και τον ρωτούσε πού είναι (Φίλιππε, ελπίζω να σου φάνηκε στ’ αλήθεια τόσο διασκεδαστικό όσο έλεγες!), αλλά κυρίως γιατί δε μου αρέσουν οι βαρύγδουπες ερωτήσεις και του Τσίτου είναι σαφές ότι δεν του αρέσουν οι βαρύγδουπες απαντήσεις.

ελc: Γιατί στην ταινία σου επιλέγεις για ήρωα έναν καλό μπάτσο, σε μια κοινωνία αρκετά φορτισμένη με το συγκεκριμένο επάγγελμα, ιδίως τα τελευταία χρόνια;
Φ.Τ.:
Αφενός ο ήρωας της ταινίας δεν είναι αυτό που θα λέγαμε μπάτσος. Μάλλον αστυνομικό υπάλληλο θα τον λέγαμε. Αφετέρου οι αντιφατικοί άνθρωποι είναι πάντα πιο ενδιαφέροντες. Ένας αστυνομικός που θέλει να κάνει το καλό είναι πιο ενδιαφέρον άνθρωπος και χαρακτήρας από έναν αστυνομικό που θέλει να κάνει το κακό. Όπως και ένας Άγγελος που θέλει να κάνει το κακό είναι πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας από έναν καλό Άγγελο… Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν στη ζωή τους κάτι που τους αρέσει. Κάνουν εκείνο που για διάφορους λόγους αναγκάστηκαν να κάνουν. Και δυσφορούν. Η περιρρέουσα αγανάκτηση, θλίψη, θυμός και βία εκεί έχουν την πηγή τους. Οι άνθρωποι αδικούν ο ένας τον άλλο επειδή είναι δυστυχείς.

ελc: Λες λοιπόν ότι ο ήρωας αποφασίζει μια μέρα να γίνει καλός. Μα, γίνεται αυτό;
Φ.Τ.:
Ο κανόνας στη ζωή μας είναι ότι δεν σου συμβαίνει έτσι απλά ν’ αλλάξεις. Προσπαθείς λοιπόν να φανταστείς ένα λόγο, όλοι όμως είναι ευτελείς, αποδυναμώνουν την ουσία του πράγματος. Το διαπίστωσα όταν έγραφα το σενάριο και μου φαινόταν ανόητο. Ευτελίζει την ιδέα. Έτσι προτίμησα να μη λέω γιατί. Έτσι απλά του τη βάρεσε!

ελc: Γιατί τελικά ήταν βαθιά σου ανάγκη να κάνεις τον Άδικο Κόσμο;
Φ.Τ.:
Εξηγώ απλά την επιμονή μου να γίνει τώρα κι όχι κάποτε, και μάλιστα ακριβώς όπως το είχα στο μυαλό μου, χωρίς να βάλω νερό στο κρασί μου. Το ένιωσα αυτό πιο έντονα απ’ ό,τι με άλλες ταινίες μου. Είχα ανάγκη να γίνει, έστω χωρίς χρήματα, να κινηθώ, να πείσω… Κάτι σημαίνει λοιπόν αυτό. Νομίζω ότι αυτό που βλέπετε στην ταινία είμαι εγώ – μιλώντας για το θέμα, τον τρόπο, την εκφορά λόγου, τη μετάδοση συναισθημάτων. Βαράτε εμένα, λοιπόν!

ελc: Η απόσταση που έχεις με το να ζεις ανάμεσα σε Αθήνα και Βερολίνο, σε βοηθά να βλέπεις τόσο καθαρά την ψυχοσύνθεση του έλληνα;
Φ.Τ.:
Είναι απ’ τις καλύτερές μου που είμαι εδώ κι εκεί – αν και τα τελευταία χρόνια είμαι περισσότερο στην Ελλάδα. Κάθε φορά που αλλάζεις κοινωνία σου δίνεται η δυνατότητα να ξαναβλέπεις τον εαυτό σου, τους φίλους σου, τη ζωή σου από μακριά και πιο ψύχραιμα.

ελc: Έχεις γυρίσει ταινίες και στις δύο χώρες. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές;
Φ.Τ.:
Η διαφορά στα γυρίσματα βρίσκεται στη συναισθηματική οικειότητα που έχω με τον χώρο που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Και η γλώσσα είναι πολύ σημαντική. Η επικοινωνία γενικώς. Το 90% που κάνεις σε μια ταινία είναι να επικοινωνείς πράγματα. Στη Γερμανία αυτό δεν είναι τόσο άμεσο, υπάρχει ένα πέπλο. Άλλη γλώσσα, άλλες προσλαμβάνουσες, προσέχεις μην παρεξηγηθείς και αν μεταφράσεις ένα σχόλιό σου χάνεται και το νόημα. Στον αντίποδα βέβαια, το καλό με αυτό είναι ότι υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία γιατί λείπει η επίγνωση των άλλων για το τι λες και τι κάνεις

ελc: Πώς νιώθεις για την Ελλάδα σήμερα;
Φ.Τ.:
Νοιώθω θλίψη όπως όλοι μας. Όταν έφυγα από την Ελλάδα το 1991 ένοιωθα ότι φεύγω από μια κοινωνία που λιμνάζει, που δεν προσφέρει στους ανθρώπους καμία προοπτική αλλά αντίθετα τους ευνουχίζει και τους εμποδίζει να ονειρεύονται. Δεν βλέπω
να έχει αλλάξει τίποτε. Απλώς, επιπλέον δεν υπάρχουν και χρήματα. Μόνο η οικονομική διάσταση της κρίσης ήρθε ξαφνικά. Η ηθική και πολιτισμική κρίση εξελισσόταν τα τελευταία 40 χρόνια. Τη βλέπαμε να μας παρασύρει. Όμως δεν κάναμε τίποτε για να την σταματήσουμε γιατί μας αποχαύνωσε πλήρως η φαντασίωση της οικονομικής αποκατάστασης.

ελc: Τι σημαίνει για σένα να κάνεις μια ταινία -που πάει και τόσο καλά έξω – χωρίς υποστήριξη της ελληνικής πολιτείας;
Φ.Τ.:
Σημαίνει μεγάλο οικονομικό ρίσκο. Κατά τα άλλα πάντοτε εγκαταλελειμμένοι ένοιωθαν οι Έλληνες καλλιτέχνες. Η όποια εκάστοτε ελληνική πολιτεία ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις τέχνες. Μάλλον σαν αναγκαίο κακό τις έβλεπε.

ελc: Τελικά μπορούμε πάντως να πούμε ότι το ελληνικό σινεμά πάει τελευταία καλά έξω;
Φ.Τ.:
Τι εννοούμε «έξω»; Οι άνθρωποι έξω που πάνε σινεμά δεν έχουν ιδέα τι είναι ο ελληνικός κινηματογράφος. Ίσως μόνο οι σινεφίλ κάτι έχουν ακούσει. Πρόκειται για κάποια φεστιβάλ, και κυρίως τα πιο μικρά και οι εκλέκτορές τους, που ξαφνικά δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το τι γίνεται στην Ελλάδα. Ελπίζω το ενδιαφέρον να αυξηθεί.

ελc: Ποιά είναι η πιο ευχάριστη γεύση που σου μένει μετά την ολοκλήρωση της ταινίας σου;
Φ.Τ.:
Το πιο καλό πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια ταινία είναι να βρει το κοινό της. Να την βλέπουν άνθρωποι και να φχαριστιούνται.

Info: Η νέα ταινία του Φίλιππου Τσίτου “Άδικος Κόσμος” προβάλλεται από τις 2 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους