Παρθενώνας 1962. Ο Όσκαρ Άιζακ είναι ξεναγός. Διηγείται σε ένα γκρουπ από νέες τουρίστριες την ιστορία του Αιγέα. Που όταν είδε το πλοίο με τα μαύρα πανιά, νόμισε ότι ο γιος του είναι νεκρός κι αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον Παρθενώνα. Δεν έπεσε βέβαια από τον Παρθενώνα αλλά από το Σούνιο. Η ταινία τοποθετεί τον μύθο στο ξεκίνημά της γιατί διατρέχει τα δυο θέματα που θέλει κυρίως να πραγματευθεί, ήτοι τις σχέσεις των πατεράδων με γιους και τα παιχνίδια που παίζει στη ζωή η μοίρα. Όσο για την αλλαγή των δεδομένων του μύθου, ο Άιζακ είναι γενικά μισοαπατεώνας – μισοκαταφερτζής, που είτε δεν τον ξέρει ακριβώς είτε του αρέσει να τον τροποποιεί, χωρίς ιδιαίτερο άγχος για την αλήθεια. Ο πατέρας του έχει πεθάνει πάρα πολύ πρόσφατα. Είναι Αμερικάνος και στην Ελλάδα μάλλον κρύβεται προσωρινά κι απ’ τη βαριά σκιά του πατέρα του κι από σοβαρότερες αποφάσεις για την πορεία που θα πάρει η ζωή του. Διαβάζει και ξαναδιαβάζει ένα γράμμα: «Πώς μπόρεσες να μην έρθεις στην κηδεία του; Με όλους μας ήταν σκληρός, όχι μόνο με σένα». Από την πρώτη στιγμή που βλέπει ένα ζευγάρι πλούσιων Αμερικάνων τουριστών, τον Βίγκο Μόρτενσεν με την Κίρστεν Ντανστ, κολλάει το βλέμμα του πάνω τους. Ο Μόρτενσεν του θυμίζει τον πατέρα του. Τότε γιατί γοητεύεται τόσο από τη γυναίκα του; Σύμφωνοι, είναι πολύ πιο νέα από τον Μόρτενσεν και πολύ πιο κοντά στη δική του ηλικία, αλλά ταυτόχρονα μια -πιο ασφαλής για τον ίδιο- εκδοχή του Οιδιπόδειου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο Άιζακ γίνεται της προσκολλήσεως. Μεταξύ κατεργαρέων όχι ειλικρίνεια, αλλά κατεργαριά. Ο Μόρτενσεν καταλαβαίνει πως τους εξαπατά κι αυτούς όπως τις τουρίστριες, τρώγοντάς τους λεφτά, αλλά όντας ο ίδιος πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς απατεώνας -έχει καταχραστεί μεγάλα ποσά που υποτίθεται ότι θα επένδυε-, μάλλον το απολαμβάνει και λίγο.

Όταν οι απάτες της πατρίδας του όμως τον κυνηγήσουν ως την Αθήνα, μια γνωριμία που κανονικά θα ήταν πρόσκαιρη και διόλου απίθανο να εξαφανιζόταν κι εντελώς από την μνήμη τους, θα μετατραπεί σε σχέση που θα σημαδέψει ανεξίτηλα τις ζωές και των τριών τους. Η μοίρα θα παίξει το σημαντικό της ρόλο στο πώς θα ενωθούν και χωριστούν οι τρεις τους. Τα κίνητρα τους δεν είναι ποτέ μονοσήμαντα, ο Άιζακ θέλει να τους φάει λεφτά, αλλά θέλει και να τους βοηθήσει, προσκολλάται γιατί βρίσκει σε εκείνον έναν υποκατάστατο πατέρα, αλλά κυρίως γιατί τσιμπιέται με την γυναίκα του. Ο Μόρτενσεν ενώ δεν τον θέλει δίπλα του, βρίσκεται να έχει ανάγκη και να εξαρτάται από έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να εμπιστευθεί και με τον οποίον στην πορεία αναπτύσσουν μια σχέση ευθέως ανταγωνιστική.

Θα συζητήσουν για τους πατεράδες του. Ο πατέρας του Άιζακ, καθηγητής πανεπιστημίου, τους πρέσαρε και τους αξιολογούσε διαρκώς, ο πήχυς που είχε βάλει ήταν ασφυκτικά ψηλός. Ο Μόρτενσεν τον ειρωνεύεται και του λέει με ζήλεια και παράπονο μαζί: «Ώστε σας μάθαινε πέντε γλώσσες; Τι άτυχος που ήσουν, ο δικός μου ήταν φορτηγατζής που δεν ενδιαφερόταν αν μιλάμε αγγλικά σωστά». Τα δύο αντίθετα άκρα, η συνεχής πρέσα και η συνεχής αδιαφορία, και το παράδοξο αλλά και διόλου ασυνήθιστο η πρέσα να αποτελεί αντικίνητρο για να πας μπροστά στη ζωή σου, ενώ η αδιαφορία να αποτελεί κίνητρο. Η καταπίεση και η αδιαφορία, οι τρόποι που οι γονείς βρίσκουν να κάνουν κακό στα παιδιά τους ή ίσως κι οι τρόποι που βρίσκουν οι γιοι να έχουν προβλήματα με τους πατεράδες τους, όλα σχετικά είναι.

Με «Τα δύο πρόσωπα του Iανουαρίου» (τα δυο πρόσωπα του Ιανού ουσιαστικά) ο ως τώρα σεναριογράφος Χοσεϊν Αμινί βασίζει στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ. Και ξέρει γιατί επιλέγει να γυρίσει αυτή την ταινία, ξέρει τι θέλει να κάνει. Η ταινία είναι σφιχτή. Σπανίως περισσεύουν πλάνα, σχεδόν ποτέ δεν χάνεται ο ρυθμός. Κι αν κάπου χάνεται είναι στις ελάχιστες σκηνές της ας την πούμε δράση. Μολονότι πρόκειται για μια ταινία που θεωρητικά συγκαθορίζεται από τη γεωγραφία των τοπίων, από την Αθήνα των αρχών του 60, την Κρήτη και την Κωνσταντινούπολη, από το ζεστό καλοκαίρι, η αληθινή της γεωγραφία είναι αυτή των προσώπων των τριών πρωταγωνιστών της. Ο Αμινί στηρίζει την ταινία του στους πρωταγωνιστές του, κεντράρει στα πρόσωπά τους, τα οποία φιλμάρει με ζέση και αποσπά κι από τους τρεις τους, και περισσότερο από τους δύο άντρες, κι ακόμη περισσότερο από τον Βίγκο Μόρτενσεν ερμηνείες που δικαιώνουν μια ταινία που θα μπορούσε σε διαφορετική περίπτωση να μείνει μετέωρη και ρηχή. Η ερμηνεία του Μόρτενσεν είναι μια από τις καλύτερες της καριέρας του, ο ήρωάς του είναι ένας άνθρωπος που φαινόταν αρραγής, μέχρι να αποδειχθεί ότι στην πραγματικότητα ήταν εύθραυστος και τελικά ραγισμένος και ακόμη πιο τελικά σπασμένος. Έχοντας εξαπατήσει ένα σωρό ανθρώπους, έχοντας εξαπατήσει μέχρι και μαφιόζους, ήξερε ότι ζει με δανεικό χρόνο, ήξερε ότι κινδύνευε. Εκείνο που δεν υπολόγιζε είναι ότι μπορεί να του κάνει νερά η γυναίκα του, ότι μπορεί να έβρισκε από το πουθενά ανταγωνιστή.  Ο Όσκαρ Άιζακ φεύγει από το βρωμόκρυο και τον παγωμένο χειμώνα του 1961 ως Λιούιν Ντέιβις στην τελευταία ταινία των Κοέν κι έρχεται εδώ στο καυτό μεσογειακό καλοκαίρι του 1962 να παραδώσει έναν ακόμη ρόλο που θα θυμόμαστε.

Ίσως όταν βλέπεις την ταινία για πρώτη φορά να μην σε ενθουσιάζει και τόσο, έχω όμως την αίσθηση ότι είναι μια ταινία που θα αντέξει και σε μελλοντικές επιστροφές σε αυτήν, γιατί η πλοκή της και η ίντριγκά της είναι μάλλον δευτερεύουσας σημασίας, είναι το αναγκαίο υπόβαθρο για να φτιαχτεί το τρίγωνο των ηρώων της και τελικά και κυρίως αυτή η σχέση πατέρα – γιου, ενός ανθρώπου στα τέλη μιας καριέρας απάτης και ενός ανθρώπου στην αρχή της. Και είτε η αρχή της θα τον αποθαρρύνει είτε θα τον εθίσει. Ο κάθε γιος άλλωστε ή θα προσπαθήσει να ακολουθήσει τα βήματά του όσο περισσότερο γίνεται ή θα προσπαθήσει να πάρει εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτά. Τρίτη εκδοχή, και αν ακόμα υπάρχει, είναι πάντως σπάνια.