«Σίγουρα δεν θα μπορούσα ποτέ να αντικατοπτρίσω τη φύση. Θα ήθελα περισσότερο να ζωγραφίσω αυτό που αφήνει μαζί μου» – Τζόαν Μίτσελ

H Τζόαν Μίτσελ έχει χαρακτηριστεί ως μια φοβερή δημιουργική, επιβλητική δύναμη της αφηρημένης ζωγραφικής. Μια δυναμική μποέμ φιγούρα της δεκαετίας του ’50 που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η θηλυκή εκδοχή του Τζάκσον Πόλοκ. Αφού πρώτα κατέκτησε την αναγνώριση και επιτυχία στους ανδροκρατούμενους κύκλους της αφηρημένης τέχνης της Νέας Υόρκης του 1950, στη συνέχεια πέρασε πάνω από τρεις δεκαετίες στη Γαλλία δημιουργώντας πίνακες που σφύζουν από ενέργεια και χρώμα με πρωταγωνιστές το τοπίο, τη μνήμη, την ποίηση και τη μουσική.

Μάθαμε πολλά και γνωρίσαμε ακόμα καλύτερη την εύθραυστη προσωπικότητά της το 1993 λίγους μήνες μετά τον θάνατό της μέσα από το ντοκιμαντέρ της Marion Cajori “Joan Mitchell: Portrait of an Abstract Painter”:

«Ζωγραφίζω τα τοπία που κουβαλάω μαζί μου στη μνήμη- θυμάμαι τα συναισθήματά μου που με τον καιρό μεταμορφώνονται. Σίγουρα δεν θα μπορούσα ποτέ να αντικατοπτρίσω τη φύση. Θα ήθελα περισσότερο να ζωγραφίσω αυτό που μου εμπνέει. Οι πίνακες μου επαναλαμβάνουν ένα συναίσθημά για τη λίμνη Μίτσιγκαν, ή για το νερό ή τα λιβάδια…θυμίζουν περισσότερο ένα ποίημά….και αυτό είναι ότι θέλω να ζωγραφίζω».

Η μορφή, ο χώρος, το χρώμα: τα στοιχεία που παρατηρούσε έντονα και καταγράφονταν στην οπτική της ανάμνηση. Καθοριστικά στοιχεία του κόσμου της, το νερό, τα δέντρα, η ποίηση, η μουσική – δημιούργησαν τις εικόνες και τις αναμνήσεις που μαζί της κουβαλούσε στη βαλίτσα των αναμνήσεων της, πρωταρχικό υλικό της δουλειάς της. Τα έργα της, γεμάτα αυτοπεποίθηση, και η τεχνική κυριαρχία του χρώματος, προκαλούν την αίσθηση ζωντανής μνήμης.

Joan Mitchell in her studio at 77 rue Daguerre, Paris, 1956 ; photo: Loomis Dean/The LIFE Picture Collection/Shutterstock

Μεγαλωμένη σε ένα άνετο περιβάλλον μέσα σε μια ευκατάστατη οικογένεια στο Σικάγο από μικρή βρέθηκε να περιβάλλεται από την τέχνη, την ποίηση και τη μουσική. Η μητέρα της, ποιήτρια, συγγραφέας και συντάκτρια, πυροδότησε το δια βίου ενδιαφέρον της για την ποίηση, ενώ ο πατέρας της, επιτυχημένος γιατρός, συχνά την έπαιρνε μαζί του για επισκέψεις σε μουσεία και χώρους τέχνης, ενθαρρύνοντάς την να ασχοληθεί και με τον αθλητισμό όπου και εκεί φαίνεται πως ήταν επιτυχημένη, κερδίζοντας συχνά πολλά μετάλλια.

Η ζωγραφική τη συνάντησε στην παιδική της ηλικία και αν και βρέθηκε συχνά αντιμέτωπη με τις περιοριστικές κοινωνικές πιέσεις που βίωσαν πολλές γυναίκες της εποχής της, παρέμεινε αφοσιωμένη στην τέχνη της, απολαμβάνοντας μεγάλη επιτυχία στη Νέα Υόρκη στο αναδυόμενο αφηρημένο εξπρεσιονιστικό κίνημα γύρω στο 1950, και αργότερα στο Παρίσι.

Η Μίτσελ διατήρησε το ασυμβίβαστο όραμά και αντιστάθηκε στην αυστηρή ταύτιση με συγκεκριμένες Σχολές τέχνης ή στυλ. Αυτές τις μέρες το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο (SFMOMΑ) σε συνεργασία με το Μουσείο Τέχνης της Βαλτιμόρης φιλοξενεί μια μεγάλη αναδρομική έκθεση της Τζόαν Μίτσελ με 80 περίπου έργα της, και σχέδια, ανάμεσά τους και ορισμένους από τους πρώιμους πίνακές της που σπανίως έχουν παρουσιαστεί και φυσικά τα μεγάλης κλίμακας αριστουργήματα της τελευταίας περιόδου που καταδεικνύουν την κυριαρχία της στο χρώμα και τις αφηρημένες συνθέσεις.

Joan Mitchell, Ode to Joy (A Poem by Frank O’Hara), 1970 – 71; University at Buffalo Art Galleri es, gift of Rebecca Anderson ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Biff Henrich, ING_INK, Buffalo, New York

H έκθεση ρίχνει φως στους πειραματισμούς της με το χρώμα για να συνθέσει έργα βαθιά προσωπικά και την ίδια στιγμή αφηρημένα αλλά με απόλυτη ενσυναίσθηση και αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας και του κόσμου μέσα στον οποίο ζούσε.

Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία με σκίτσα της, γράμματα αλλά και φωτογραφίες της αποκαλύπτοντας τον πολυσύνθετο χαρακτήρα, την τεράστια φιλοδοξία της αλλά και τη δημιουργικότητά της με την οποία και επιβλήθηκε στον κόσμο της τέχνης. Μια χρονολογική παρουσίαση του έργου της μέσα σε πέντε σχεδόν δεκαετίες που αντανακλούν ένα ξεχωριστό σύνολο προβληματισμών ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνουν ιδέες για τη ζωή, την αγάπη, την απώλεια, την ομορφιά και τον θάνατο. Γιατί η Μίτσελ κατάφερε με το έργο της να προσδώσει στο αφηρημένο μια βαθιά προσωπική οπτική και να μιλήσει για όλα όσα λεκτικά θα ήταν αδύνατον. Υπό αυτό το πρίσμα αυτή η έκθεση επανεξετάζει την τέχνη της μεταπολεμικής εποχής και την εκτεταμένη επίδραση των δυνάμεων του φεμινισμού στη δεκαετία του 1970 και του ’80.

Joan Mitchell, Lyric, c a . 1951; Frances Lehman Loeb Art Center, Vassar College, Poughkeepsie, New York, gift of William Rubin ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Chip Porter

Joan Mitchell, My Landscape II , 1967; Smithsonian American Art Museum, Washington, D.C., gift of Mr. and Mrs. David K. Anderson, Martha Jackson Memorial Collection ; © Estate of Joan Mitchell

Joan Mitchell, La Vie en r ose, 1979; The Metropolitan Museum of Art, New York, anonymous gift and purchase, George A. Hearn Fund, by exchange ; © Estate of Joan Mitchell

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο της

Γεννήθηκε στο Σικάγο στις 12 Φεβρουαρίου 1925, και παρακολούθησε τη Σχολή του Ινστιτούτου Τέχνης του Σικάγο από το οποίο και αποφοίτησε το 1947 με επαίνους κερδίζοντας μια υποτροφία στη Γαλλία για ένα χρόνο.

Όπως και οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς της, η Μίτσελ έκανε σπουδή στο έργο του Πικάσο και καταπιάστηκε με στοιχεία του κυβισμού, πειραματίστηκε με τρόπους απεικόνισης των τριών διαστάσεων στον χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο της από το 1948 που απεικονίζει μια σόμπα θέρμανσης άνθρακα στο διαμέρισμά της στο Παρίσι.

Joan Mitchell, Untitled, 1948; Joan Mitchell Foundation, New York ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Kris Graves

Σύντομα όμως θα κάνει βήματα προς την αφηρημένη τέχνη. Στο Παρίσι τα έργα της γίνονται όλο και πιο αφηρημένα. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1949, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη με δυναμική παρουσία ανάμεσα στους καλλιτέχνες της «Σχολής της Νέας Υόρκης» όπου η γυναικεία παρουσία μάλλον ήταν σπάνια, ανάμεσα σε καλλιτέχνες όπως οι Σαμ Φράνσις, Πωλ Τζενκινς, ο γλύπτης Αλμπέρτο Τζιακομέτι, και ο συγγραφέας Σάμιουελ Μπέκετ.

Το 1955, η Μίτσελ άρχισε να μοιράζει το χρόνο της μεταξύ Νέας Υόρκης και Γαλλίας και το 1959 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, μαζί με τον Γάλλο Καναδό ζωγράφο Ζαν-Πωλ Ριοπέλ με τον οποίο έζησε μέχρι το 1979, αγοράζοντας ένα στούντιο στην οδό Frémicourt 10, και αργότερα το 1968 μετακόμισε στο Vétheuil, κάποτε ζούσε εκεί και ο Monet, μια μικρή πόλη βορειοδυτικά του Παρισιού, όπου εργάστηκε, φιλοξενώντας συχνά νέους καλλιτέχνες, ενθαρρύνοντας την τέχνη τους μέχρι τον θάνατό της το 1992.

Στο έργο της τίποτα δεν είναι τυχαίο. Στο “Bridge”, ένα από τα πρώτα αφηρημένα έργα της τη δεκαετίας του ’60, μια σύνθεση σε δύο πάνελ υπάρχει μια αίσθηση κίνησης. Με τον τίτλο που επιλέγει, κάνει ταυτόχρονη αναφορά στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν, αλλά και τις γέφυρες του Σηκουάνα στο Παρίσι αλλά και τη γέφυρα που ο παππούς της κάποτε είχε ζωγραφίσει. Μνήμη και παρόν εναρμονισμένα σε μια εικόνα πολυστρωματική, πολυεπίπεδη που αποτυπώνει τη σημασία που η Μίτσελ δίνει στην ανάμνηση μέσα από την αφαίρεση.

Joan Mitchell, The Bridge , 1956; Fredriksen Family Art Collection ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Kris Graves

Σε πίνακες όπως το “Harbor December” και “Hemlock”, και οι δύο από το 1956, με τις μεγάλες περιστρεφόμενες πινελιές γύρω από έναν κεντρικό πυρήνα μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα σημάδια της τότε ζωής της που μοιραζόταν ανάμεσα στις δύο πόλεις, που περιφερόταν από το ένα σημείο στο άλλο με σαρωτική δύναμη.

Τα έργα της γεννήθηκαν μέσα από τις προσωπικές αναμνήσεις της από χωράφια, κήπους, λίμνες, δέντρα, ανθρώπους που αγαπούσε και αγαπημένα ποιήματα, ενσταλάζοντας συναισθήματα πάνω σε παχύρευστα στρώματα λαδομπογιάς, δημιουργώντας περίπλοκες, μυώδεις και αριστοτεχνικές συνθέσεις ωθώντας την αφηρημένα τέχνη σε νέα επίπεδα.

Joan Mitchell, To the Harbormaster, 1957; AKSArt LP; © Estate of Joan Mitchell; photo: Tony Prikryl

Η αναδρομική έκθεση συνοδεύεται από έναν πλούσιο κατάλογο που συμπυκνώνει τη σχέση της και το κοινό καλλιτεχνικό της έργο με τον Γάλλο Καναδό καλλιτέχνη Ζαν Πωλ Ριοπέλ στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και του 1960, και τα ταξίδια τους στη Μεσόγειο, από την Κορσική, την Ιταλία και την Ελλάδα που συχνά μπορεί να διαρκούσαν και ολόκληρους μήνες κάτι που συχνά επιβράδυνε την καλλιτεχνική της δημιουργία.

Το πάθος της για μια ελεγχόμενη χαοτική ζωή, η οργή και οι αντιθέσεις της είναι ορατές στους πίνακές της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα “To the Harbormaster”, με τίτλο από το ποίημα του φίλου της Frank O’Hara (Οι πρώτες του γραμμές: «Πάντα δένομαι / Και μετά αποφασίζω να αναχωρήσω») στη συνέχεια αποφασίζει να φύγει για τα αντικρουόμενα συναισθήματα. Ένας πίνακας που αν τον παρατηρήσει κανείς με προσοχή είναι χωρισμένος στη μέση, δίνοντας έτσι την αίσθηση του πηγαιμού από τη μία πλευρά και της αναχώρησης από την άλλη.

Και το “Mud Time” (1960), με τα γήινα χρώματα και τις έντονες πινελιές να περιστρέφονται γύρω από ένα κεντρικό σημείο, καθιστά έκδηλη την ικανότητά της να απεικονίζει την οργή, τον θυμό αντισταθμίζοντάς τα με ήπιες αποχρώσεις του γκρι και του πορτοκαλί.

Joan Mitchell, Rock Bottom, 1960 – 61; Blanton Museum of Art, The University of Texas at Austin, gift of Mari and James A. Michener; © Estate of Joan Mitchell

Joan Mitchell, Petit Matin, 1982; Private collection, Toronto ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Ian Lefebvre

Joan Mitchell, City Landscape, 1955; Art Institute of Chicago, gift of Society of Contemporary American Art ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Aimee Marshall

Joan Mitchell, Weeds, 1976; Hirshhorn Museum and Sculpture Garden, Smithsonian Institution, Washington, D.C., gift of Joseph H. Hirshhorn ; © Estate of Joan Mitchell; photo: Ian Lefebvre, Art Gallery of Ontario

Joan Mitchell, Bracket, 1989; The Doris and Donald Fisher Collection at the San Francisco Museum of Modern Art; © Estate of Joan Mitchell; photo: Katherine Du Tiel

Στο σύνολο του έργου της βλέπουμε έργα μεγάλης κλίμακας, συγκρούσεις, έντονες αποχρώσεις και άγριες παραλλαγές στην υφή. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως τον θάνατό της το 1992, η Μίτσελ πέρασε σταδιακά μέσα από περιόδους ενθουσιώδους ελευθερίας, μελαγχολίας και διστακτικής αποδοχής της δικής της θνησιμότητας.

Μέχρι το τέλος, η Μίτσελ παρέμεινε πιστή στο ξεχωριστό καλλιτεχνικό της όραμα, δίχως συμβιβασμούς στην κλίμακα ή στο χρώμα. Άλλωστε είχε βρει τη δική της θέση στον χώρο διανύοντας μόνη της, ανεξάρτητη και δυνατή τον δρόμο που η ίδια χάραζε διαρκώς.