Γιατί λοιπόν μιλούν όλοι για το “Joker”, γιατί πηγαίνει ο κόσμος μαζικά στις αίθουσες να το δει, γιατί νιώθει μετά έντονη την ανάγκη να μοιραστεί τις εντυπώσεις του για αυτό; Ο άσχετος με την ταινία λόγος είναι ότι ζούμε στην εποχή του virality, στην εποχή του fear of missing out, στην εποχή που τα σόσιαλ μίντια λειτουργούν ως διασπορείς του επόμενου θέματος κοινής συζήτησης, της επόμενης ανταλλαγής σκέψεων, συναισθημάτων και προσωπικής ματιάς πάνω σε κάτι που άπαξ και αφορά μια κρίσιμη αρχική μάζα, μετά πρέπει να αφορά τους πάντες. Ο σχετικός με την ταινία λόγος είναι πως από την κυκλοφορία του τρέιλερ πριν μερικές εβδομάδες, ήταν ξεκάθαρο στον καθένα που το έβλεπε ότι «κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ», που λέει και ο στίχος του Σαββόπουλου. Τα βραβεία στη Βενετία και οι πρώτες -αν όχι μόνο εκθαμβωτικές, πάντως μόνο έκθαμβες- κριτικές από όσους είδαν το “Joker” εκεί, ήρθαν να επιβεβαιώσουν το ξεκάθαρο από το τρέιλερ συμπέρασμα: ο Χοακίν Φίνιξ είναι στοιχειωτικός, το “Joker” είναι ένα γεγονός που δεν μπορείς να προσπεράσεις και μια εμπειρία που αδημονείς να έρθει η ώρα να βιώσεις.

O Τοντ Φίλιπς συλλαμβάνει την ιδέα και παραδίδει με το “Joker” -ίσως όχι υποδειγματικά, πάντως πολύ κοντά στο υποδειγματικό- ένα υβρίδιο ανάμεσα σε δυο ριζικά διαφορετικά είδη αμερικανικού κινηματογράφου, δυο ριζικά διαφορετικών εποχών του:  από τη μια το σινεμά της δεκαετίας του εβδομήντα, το σινεμά των δημιουργών, το σινεμά της ρεαλιστικής απεικόνισης μιας σκληρής και βρώμικης κοινωνικής πραγματικότητας των μεγαλουπόλεων και από την άλλη το σινεμά τoυ σήμερα, το σινεμά της απόδρασης από την πραγματικότητα, το σινεμά των ψηφιακών εφέ και των υπερηρώων, το σινεμά του σύμπαντος της Marvel και της DC. Για να μιλήσεις στον πολύ, στον πάρα πολύ, κόσμο, δύο τρόποι υπάρχουν: ή να του μιλήσεις στη γλώσσα που ξέρει και με την οποία νιώθει άνετα, ή να μετεπιβιβαστείς σε σύμβολα που ξέρει και να τα οικειοποιηθείς ώστε, έχοντας ήδη κερδίσει την προσοχή του, να σου δοθεί η δυνατότητα να του μιλήσεις σε μια διαφορετική.

Ο Φίλιπς λέει ας ενώσουμε τα δύο κινηματογραφικά σύμπαντα, τους δύο εντελώς διαφορετικούς κινηματογραφικούς κόσμους. Αλλά ο κόσμος που φτιάχνει είναι δεν είναι λίγο το ένα και λίγο το άλλο. Είναι ψυχή και σώμα του ενός, που κατοικείται από μια εμβληματική φιγούρα του άλλου. Ας μπούμε στο σύμπαν μιας σκορσεζικής ταινίας μέσα από ένα τέχνασμα, σαν να κάναμε τον Τζόκερ μεταγραφή, σαν ο ίδιος, η Γκόθαμ Σίτι και η οικογένεια Γουέιν να αποτελούν τοποθετήσεις προϊόντων. Mε τη διαφορά ότι ο Τζόκερ δεν λειτουργεί μόνο ως κράχτης και ως πρόσχημα, ο Τζόκερ ξαναγεννιέται στο “Joker”, μετατρέπεται από ένα είδους σύμβολο σε ένα άλλο, ο Τζόκερ μετατρέπεται πρώτα απ’ όλα στον Άρθουρ Φλεκ, στον άνθρωπο που ήταν πριν μετατραπεί στο σύμβολο: έναν άνθρωπο που μια ζωή πονά, υποφέρει, κακοποιείται, αδικείται, καταπατείται, ματαιώνεται, ισοπεδώνεται.

Το “Joker” θα καταγραφεί σίγουρα στη συλλογική μνήμη και ως το έργο που αντέστρεψε τη λειτουργία του γέλιου

Kαι εδώ είναι απαραίτητο να κάνουμε μια ακόμη διάκριση: η ιδέα του Φίλιπς για το κινηματογραφικό υβρίδιο θα παρέμενε εξαιρετικά γόνιμη, ακόμη κι αν σε αυτό πρωταγωνιστούσε ο Μπάτμαν ή κάποιος άλλος υπερήρωας. Γίνεται κάτι ακόμη πιο προωθημένο, συνιστά μια πρόταση ακόμη μεγαλύτερης αιχμής, όταν ήρωας της ταινίας είναι ένας εμβληματικός αντιήρωας της ποπ κουλτούρας. Όση γοητεία κι αν ασκούσαν ως Τζόκερ ο Νίκολσον στον «Μπάτμαν» του Τιμ Μπάρτον και ο Χιθ Λέτζερ στον «Σκοτεινό Ιππότη» του Κρίστοφερ Νόλαν, είχαν απέναντί τους τον ήρωα, είχαν απέναντί τους τον πρωταγωνιστή, είχαν απέναντί τους τον εκπρόσωπο του καλού που στο τέλος τους κατατρόπωνε. Και, όπως πολύ εύγλωττα εξηγούσε ο ατζέντης που υποδυόταν ο Αλ Πατσίνο στον τελευταίο Ταραντίνο, το ποιος δέρνει ποιον στο τέλος είναι το συμβολικό άλφα και ωμέγα. Οι θεατές με τους πρωταγωνιστές θα ταυτιστούν πάντα, οι πρωταγωνιστές είναι οι σημαντικοί σε μια ταινία και στο “Joker” ο Τζόκερ παίζει μόνος του, χωρίς αντίπαλο δέος.

Πριν τον Τζόκερ υπήρξε ο Άρθουρ Φλεκ. Ο Άρθουρ Φλεκ που μια ζωή κάνει και κάτι άλλο εκτός από να πονά, να υποφέρει, να κακοποιείται, να αδικείται, να καταπατείται, να ματαιώνεται, να ισοπεδώνεται: γελάει. Πάσχει, λέει, από μια σπάνια πάθηση, που τον κάνει να γελά ανεξέλεγκτα στις πιο ακατάλληλες περιστάσεις και ειδικά όταν βιώνει αρνητικά συναισθήματα, άγχος, αμηχανία. Και όπως διαπιστώνει κανείς ήδη πριν δει την ταινία, ήδη από το τρέιλερ, ο τρόπος που γελά ο Χοακίν Φίνιξ έρχεται από κάπου αλλού, από κάπου πολύ βαθιά και πολύ σκοτεινά. Εκτός όλων των πιθανών άλλων, το “Joker” θα καταγραφεί σίγουρα στη συλλογική μνήμη και ως το έργο που αντέστρεψε τη λειτουργία του γέλιου. Το γέλιο ως απελπισία. Το γέλιο ως σπαραγμός. Το γέλιο ως σκοτάδι. 

Ο Άρθουρ δουλεύει σε μια εταιρία της κακιάς ώρας, που νοικιάζει κλόουν για διάφορες εκδηλώσεις. Αλλά αγαπά τη δουλειά του. Αγαπά και τη μαμά του, μαζί με την οποία ζει σε ένα διαμέρισμα της κακιάς ώρας. Η Γκόθαμ Σίτι περνά κι αυτή τις κακιές της ώρες, με εγκληματικότητα στο φουλ, με σκουπίδια και ποντίκια παντού, σαν τη Νέα Υόρκη που απεικόνισε ο Σκορσέζε στον «Ταξιτζή». Βρισκόμαστε άλλωστε στην ίδια περίπου εποχή, δεν υπάρχουν κινητά, κομπιούτερ και ίντερνετ, υπάρχει μόνο τηλεόραση και το καθημερινό σόου του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η παρουσία του οποίου δηλώνει όσο πιο καθαρά γίνεται τους δεσμούς αίματος που έχει το “Joker” με το «Βασιλιάς για μια Νύχτα» εκτός απ΄τον «Ταξιτζή». Ο Άρθουρ που είχε νοσηλευτεί παλιότερα σε ψυχιατρική κλινική, που επισκέπτεται κάθε εβδομάδα την κοινωνική λειτουργό για να του γράφει τα επτά διαφορετικά φάρμακα που παίρνει, που σε όλη τη ζωή του «το μόνο που είχε ήταν αρνητικές σκέψεις», αλλά και που μέσα σε όλα αυτά πιστεύει ότι μπορεί να κάνει καριέρα σταντ απ κωμικού.

Είναι όμως αστείος; Μόνο με τον λάθος τρόπο. Δεν μπορεί να κάνει κανέναν να γελάσει με τα αστεία του, ο μόνος τρόπος να γελάσει κανείς μαζί του είναι εις βάρος του.  Από τον Άρθουρ λείπει κάθε είδους αναγνώριση, κάθε είδους ζεστασιά. Του λείπει τόσο που δεν ξέρει αν υπάρχει ή αν είναι αόρατος. Από την άλλη τι να του αναγνωρίσουν; Τι ξεχωριστό έχει για να αναγνωριστεί σε μια κοινωνία που αφενός αναγνωρίζει μόνο τους ξεχωριστούς και αφετέρου πετάει στην άκρη καθέναν που είναι διαφορετικός από το κανονικό;  Η αναγνώριση για τους λάθος λόγους. Η αναγνώριση ως κανιβαλισμός. Μια κοινωνία λύκων. “Is it just me, or is it getting crazier out there?”. Η ζωή στην πόλη γίνεται όλο και πιο άγρια, όλο και πιο τρελή, την ώρα που η κοινωνία μετατρέπει τους Άρθουρ σε Τζόκερ. Και μετά οι Τζόκερ που η κοινωνία γέννησε θα πάνε την τρέλα ένα επίπεδο παρακάτω. Τι γίνεται αν συνδυάσεις έναν πνευματικά διαταραγμένο, μοναχικό άνθρωπο, με μια κοινωνία που τον εγκαταλείπει και τον αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι, κόβοντάς του τα φάρμακα και την υποτυπώδη ψυχολογική υποστήριξη; Για ψυχοπαθής βέβαια ο Άρθουρ – Τζόκερ  ξέρει να ξεχωρίσει ποιον θα σκοτώσει και ποιον όχι. Σκοτώνει μόνο τους αντιπαθητικούς, σκοτώνει μόνο όσους τον έχουν πληγώσει. Αφήνει τους αθώους ανέπαφους. Σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις δεν θα πειράξει αθώο.  Κάθε ένας από τους φόνους που βλέπουμε να πραγματοποιεί ο Τζόκερ γίνεται απέναντι σε ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο του φέρθηκαν απαίσια. Κι αν έχει κάνει και άλλους φόνους, αυτοί μένουν αμφίσημα εκτός οθόνης. Δεν θα δούμε ποτέ τον Τζόκερ να σκοτώνει κάποιον που αξίζει τη συμπάθειά μας, δεν θα σκανδαλιστούμε ποτέ με κάποια πράξη του. Εντελώς συνειδητά ο Τοντ Φίλιπς δεν τον υπονομεύει στιγμή ηθικά, παίρνει διαρκώς το μέρος του, μεροληπτεί διαρκώς υπέρ του.

Εδώ βέβαια θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς λέγοντας ότι το να αφαιρείς ζωές είναι πάντα καταδικαστέο και άρα είναι προβληματικό αν εμάς ως θεατές μάς φαίνεται θεμιτό να σκοτώνει κάποιους επειδή αυτοί είναι «ένοχοι» για κάτι. Μπα; Τώρα το θυμηθήκαμε, τώρα ξαφνικά θα το επικαλεστούμε ως κριτήριο; Τι διαφορετικό κάνουν σε όλη την ιστορία τους το σινεμά και η τηλεόραση (το αμερικάνικο και όχι μόνο) από το να μας δείχνουν καλούς να καθαρίζουν κακούς επειδή τους άξιζε; Εκεί δεν ισχύουν τα ίδια κριτήρια; Θα αλλάξουν εδώ επειδή ο Τζόκερ είναι ο κακός της ιστορίας; Αλλά στο “Joker” ο Τζόκερ δεν είναι ο κακός της ιστορίας, στο “Joker” η ιστορία ξαναγράφεται απ’ την αρχή, στο “Joker” πριν οδηγηθεί κάποιος στο να γίνει εμβληματική ενσάρκωση του κακού, έφαγε από τους καλούς και τους κανονικούς και το σύστημα το κακό με το φτυάρι.

Σκηνοθέτης πολύ εμπορικών κωμωδιών, όπως η τριλογία του “Hangover” και το “Οld School”, o Tοντ Φίλιπς έκανε μια δήλωση που συζητήθηκε πολύ. Ούτε λίγο ούτε πολύ είπε ότι δεν μπορείς να κάνεις πια κωμωδίες στην εποχή της “woke” κουλτούρας, όπου τα πάντα μπορούν να εκληφθούν ως προσβλητικά. Ότι το να είσαι αστείος σημαίνει ότι θα είσαι και ασεβής και αυτό πια έχει γίνει κόκκινο πανί για την κουλτούρα μας. Κι ότι ο τρόπος του να παραμείνει ασεβής ήταν μια ταινία σαν το “Joker”, με την οποία αναποδογυρίζει τα σύμβολα. Έχει δίκιο ή είναι υπερβολικός; Εκτός από τον Φίλιπς, παλιοί σκηνοθέτες εμπορικών κωμωδιών όπως ο Άνταμ ΜακΚέι και ο Πίτερ Φαρέλι το γύρισαν με εντυπωσιακά επίσης αποτελέσματα στο δράμα. Αλλά αυτό μπορεί να είναι σύμπτωση ή καλλιτεχνική επιλογή. Το θέμα είναι πόσο στέκει ο ισχυρισμός του. Ο αντίλογος είναι κάτι τύπου, ότι είναι ένας ακόμη προνομιούχος λευκός άνδρας που γκρινιάζει γιατί του παίρνουν τα παιχνιδάκιά του. Ο αντίλογος είναι κάτι τύπου, ότι φυσικά και υπάρχει περιθώριο να κάνεις ακόμη κωμωδία και ιδού μια λίστα με τους τομείς στους οποίους σου επιτρέπεται να κάνεις. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Χμ, το τέσσερα εδώ που τα λέμε είναι κάπως συζητήσιμο. Εν πάση περιπτώσει κάνε κωμωδία για τα τρία θέματα που σήμερα επικροτούμε ή εν πάση περιπτώσει μάθε να υφίστασαι τις συνέπειες της κριτικής, κλαψιάρη λευκέ άνδρα.

Μια κοινωνία που ορίζει τι είναι αστείο και τι όχι, όπως ορίζει τι είναι καλό και τι κακό. Αυτό που ήταν χθες αστείο σήμερα δεν είναι, σήμερα είναι προσβλητικό. Σε όλη την ταινία θα πουν και θα ξαναπούν στον Άρθουρ: «Ε, αυτό δεν είναι αστείο!». Μέχρι ο Άρθουρ – Τζόκερ να απαντήσει εμπράκτως πως το τι είναι αστείο και τι όχι, τι είναι σωστό και τι λάθος, έχει πολλές ερμηνείες και είναι πάντως ευμετάβλητο. Κι ίσως, όπως αυτό που ήταν ως χθες αστείο, σήμερα δεν είναι, έτσι κι ο Τζόκερ που ήταν ως χθες σύμβολο της τρέλας και του κακού, σήμερα πια να συμβολίζει κάτι άλλο. Και προσωπικά δεν θέλω να σταθώ τόσο στο γεγονός ότι πάνω στον “Joker” βρίσκουν τρόπο να πατήσουν και αριστερές και δεξιές αναγνώσεις, όσο στο ότι ο Τοντ Φίλιπς μας προσφέρει έναν Τζόκερ πάνω στον οποίο ψάχνουν τρόπο να κουμπώσουν όλοι, ψάχνουν τρόπο να τον κάνουν δικό τους όλοι. Για μένα η κύρια πολιτική δύναμη και το βασικό αστείο του “Joker” είναι αυτό, ότι αντιστρέφοντας τα σύμβολα της μαζικής κουλτούρας, τα φώτα -και δη τα φώτα τα ηθικά κολακευτικά- έπεσαν πάνω στον κακό της ιστορίας. Τώρα το ποιος τελικά θα προσεταιριστεί περισσότερο τον Τζόκερ και ποιος θα πάρει τα όπλα, είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την ίδια την ταινία. Όπως έδειξε και ο προηγούμενος Μπάτμαν του Νόλαν και το περιστατικό στην Ορόρα του Κολοράντο, στην Αμερική δεν χρειάζεσαι ιδιαίτερα κίνητρα για να παίρνεις τα όπλα. Κι εκείνο που δεν θα αποτελέσει μάλλον ποτέ αληθινό ταμπού στο αμερικάνικο σινεμά είναι η βία. Σε αντίθεση με τα αστεία των κωμωδιών, η βία θα εξακολουθήσει να μην προσβάλλει κανέναν. Το αίμα και οι πυροβολισμοί θα μένουν πάντα στο απυρόβλητο.

«Σκέφτομαι κάτι αστείο,» θα πει ο Άρθουρ. «Τι;» θα τον ρωτήσει η γιατρός «Δεν θα το καταλάβεις». Το εμβόλιμο πλάνο της αμέσως επόμενης σκηνής. Ο μικρός Μπάτμαν με τη δική του καταγωγική πληγή. Ποιο είναι το αστείο που θέλει να μας πει με το εμβόλιμο πλάνο ο Φίλιπς; Το σινεμά των υπερηρώων, το σινεμά που κατακυριαρχείται από αυτούς, η κατεύθυνση που πήρε εδώ και αρκετά χρόνια; Μήπως η ιδέα των τιμωρών στο όνομα της τάξης, του μανιχαϊσμού καλός τιμωρός – κακός εγκληματίας; Μια ακόμη αντιστροφή; Ο Μπάτμαν ως αστείο;

Ο Χοακίν Φίνιξ δικαιούται για την ερμηνεία του να παίρνει όσκαρ για τα επόμενα δέκα χρόνια σερί. Παίζει με όλο του το είναι, παίζει μέχρι και με τα μαλλιά του. Όπως αυτά τινάζονται πίσω είναι σαν να έχουν μπει κι εκείνα στον ρόλο. Είναι εντελώς προφανές ότι χωρίς αυτόν το “Joker” θα είχε πάρα πολύ μικρότερη εμβέλεια και δύναμη, ωστόσο δεν είναι μόνος του η ταινία. Ας δεχτούμε ότι είναι μόνος του μπροστά στην κάμερα. Είναι όμως η κεντρική φιγούρα ενός αισθητικού συνόλου. Τα χρώματα, η φωτογραφία, τα κουστούμια, τα σκηνικά, η κίνηση της κάμερας, η μουσική, τα χρώματα ξανά. Ναι, ο Χοακίν Φίνιξ θα ήταν συγκλονιστικός ακόμη κι αν έπαιζε μπροστά στα μάτια μας στο δρόμο, σε μια πλατεία. Ναι, η ερμηνεία του, η μεταμόρφωσή του, το όλον του είναι μια δύναμη της φύσης. Αλλά το ότι παίζει μέσα σε αυτά τα πλάνα, με αυτά τα χρώματα, με αυτή την κίνηση της κάμερας, με αυτή τη μουσική, κάνει το “Joker” να έχει τη δύναμη που έχει.

Τέλος το “Joker” έρχεται και για να εκδικηθεί σε συμβολικό επίπεδο τους θανάτους δυο ηθοποιών που πέθαναν εντελώς πρόωρα και που ο θάνατός τους -αποτέλεσμα αυτοκαταστροφής ή εν πάση περιπτώσει παιχνιδιού με τα όρια- άφησε το αποτύπωμά του ακόμη περισσότερο κι απ’ τη ζωή τους: πρόλαβαν μεν να μας δείξουν τι βεληνεκούς ερμηνευτές ήταν, δεν πρόλαβαν όμως να γεμίσουν τις επόμενες δεκαετίες με πολλές ακόμη μεγάλες ερμηνείες. Στο μπογιατισμένο πρόσωπο του Χοακίν Φίνιξ  σώζεται κάτι από το πρόσωπο του Χιθ Λέτζερ και στο αμπογιάτιστο κάτι από του πρόσωπο του Ρίβερ Φίνιξ. Στο σπαρακτικό γέλιο του Χοακίν Φίνιξ στο “Joker” ηχεί η μετάπλαση των μέσα δαιμόνων σε δημιουργία αντί για θάνατο.