Eλλείψει κάποιας ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτης νέας ταινίας για την κινηματογραφική εβδομάδα που ήδη διανύουμε, ας μιλήσουμε για μια ολοκαίνουρια νέα σειρά, τη μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων “Unbelievable” («Απίστευτο») του Netflix. Εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία, η οποία αποτυπώθηκε μετά από έρευνα σε ένα βραβευμένο δημοσιογραφικό κείμενο (“An Unbelievable Story of Rape“) και εν συνεχεία σε βιβλίο, το “Unbelievable” μιλά για μια σειρά βιασμών και την αστυνομική έρευνα για τον εντοπισμό του δράστη, αλλά την ίδια ώρα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη αστυνομική σειρά.

Το 2008 μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα, που έζησε όλη της τη ζωή σε ανάδοχες οικογένειες και τώρα έχει μόλις ξεκινήσει να ζει μόνη της, συμμετέχοντας σε ένα πρόγραμμα που βοηθά παιδιά με ανάλογο παρελθόν να κάνουν τα πρώτα τους ενήλικα βήματα στην κοινωνία, καταγγέλλει ότι έπεσε θύμα βιασμού. Θα την πρώτοδούμε στο διαμέρισμά της, στο διαμέρισμα που βάσει της καταγγελίας της έγινε ο βιασμός, να δίνει καθισμένη σε μια γωνία και σοκαρισμένη την πρώτη της κατάθεση. Είναι μια κατάθεση που θα πάρει ο αστυνομικός που περιπολεί την περιοχή. Αφού ανακαλέσει όλα τα τραυματικά περιστατικά και τελειώσει, στο διαμέρισμα θα καταφθάσει ο αρμόδιος ντετέκτιβ της αστυνομίας. Θα της ζητήσει να του πει αναλυτικά όλα όσα έγιναν. Εκείνη ξαφνιάζεται γιατί μόλις τα είπε, αλλά τα ξαναλέει. Αφού η κοπέλα μεταβεί στο τμήμα για όλες τις απαραίτητες γυναικολογικές εξετάσεις -εξετάσεις αναγκαίες μεν αλλά που δεν παύουν να επιμηκύνουν χρονικά, πρακτικά και ψυχολογικά τις συνέπειες του εις βάρος της εγκλήματος-, ο ντετέκτιβ θα της ζητήσει να του ξαναπεί τι έγινε. Και μετά θα της ζητήσει να τα γράψει κιόλας η ίδια, γιατί πρέπει να είναι γραμμένα με τα δικά της λόγια.

Κι ύστερα θα μπει ο σπόρος της αμφιβολίας (αν και όσα αναφέρουμε διαδραματίζονται ακόμα στο πρώτο επεισόδιο, ας μην αποκαλύψουμε το πώς) στο μυαλό του ντετέκτιβ και του συνεργάτη του. Μήπως δεν λέει την αλήθεια; Αρχίζουν να ψάχνουν ασυνέπειες στις -ήδη πολλές- καταθέσεις που έχει δώσει. Αρχίζουν να την αντιμετωπίζουν αλλιώς. Αρχίζουν να ψειρίζουν το γιατί συμπεριφέρθηκε έτσι ή αλλιώς μετά την καταγγελία. Δεν είναι πια στα μάτια τους το θύμα ενός εγκλήματος απέναντι στο οποίο οφείλουν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να βρουν τον θύτη, είναι πλέον μια προβληματική κοπέλα η οποία πρέπει να τους αποδείξει ότι λέει την αλήθεια.

Το 2011 μια άλλη κοπέλα σε μια άλλη πολιτεία των ΗΠΑ καταγγέλλει ότι την βίασαν. Η γυναίκα ντετέκτιβ που αναλαμβάνει την υπόθεση, της δίνει από την αρχή να καταλάβει πως με όποιο τρόπο κι αν αντιμετωπίσει το εξόχως τραυματικό γεγονός είναι ΟΚ, πως δεν υπάρχει σωστή ή λάθος αντίδραση. Ρίχνεται με τα μούτρα στην έρευνα για την ανεύρεση του βιαστή. Συμπτωματικά μαθαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο δράστης έχει πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με έναν άλλο βιασμό, ο οποίος είναι ακόμα υπό διερεύνηση σε γειτονικό αστυνομικό τμήμα. Κι εκεί επικεφαλής ντετέκτιβ είναι γυναίκα. Οι δύο έρευνες θα ενωθούν, θα εμπλακεί και το FBI στην υπόθεση, θα διαπιστωθεί ότι με τον ίδιο τρόπο ο βιαστής έχει βιάσει και άλλες γυναίκες τα τελευταία χρόνια.

Kαι η αλήθεια είναι ότι, ναι, το μεγαλύτερο χρονικά μέρος του “Unbelievable” επικεντρώνεται στην αστυνομική έρευνα και σε όλη τη σκληρή και μεθοδική δουλειά που απαιτείται προκειμένου να ανευρεθεί ο δράστης. Αλλά ενώ και είναι σαφώς ένα procedural αστυνομικό δράμα, η ποιοτική διαφορά έγκειται αφενός στον χρόνο και στην ποιότητα του χρόνου που αφιερώνεται στα θύματα, στην ευαισθησία με την οποία προσεγγίζονται και στην καταγραφή τόσο των άμεσων όσο και των μακροχρόνιων συνεπειών του βιασμού και αφετέρου στην κραυγαλέα αντιδιαστολή μεταξύ της αντιμετώπισης των βιασμών του 2011 με τον βιασμό του 2008. Αν συνδέονται μεταξύ τους ο καταγγελθείς βιασμός από την κοπέλα το 2008, με τον σίριαλ βιαστή που προσπαθούν να πιάσουν οι γυναίκες ντετέκτιβ το 2001, ας το διαπιστώσει ο θεατής στην πορεία της σειράς. Έχει και δεν έχει σημασία. Γιατί τη μεγαλύτερη σημασία την έχει αυτό που περνάει στον θεατή πάρα πολύ επιδραστικά η σειρά: ότι ενίοτε το θύμα ενός βιασμού πρέπει να υποστεί μια δεύτερη βία μετά τη βία του εγκλήματος, μια βία συστημική, μια βία προϊόν προκαταλήψεων, μια βία που ακόμη και όταν δεν είναι ευθέως μισογυνική, καθιστά πάντως τη γυναίκα ύποπτη, ύποπτη για κάτι, είτε συγκεκριμένο είτε πιο θολό. 

Η σειρά θα αναφερθεί και στα τερατώδη ποσοστά οικογενειακής βίας ανδρών κατά γυναικών που υπάρχουν στις τάξεις της αμερικάνικης αστυνομίας, θα θέσει και το ζήτημα πως σχεδόν εξ ορισμού όταν με τα αδικήματα της σεξουαλικής επίθεσης τα ερευνούν γυναίκες, μπορούν να συντονιστούν πολύ περισσότερο με την οδύνη των θυμάτων και να ενεργοποιηθούν από μια ευρύτερη κοινωνικοπολιτική αγανάκτηση την οποία πολύ δυσκολότερα μπορεί να καταλάβει και να νιώσει ένας άντρας. Δίπλα όμως σε αυτές τις διακρίσεις λόγω φύλου, το “Unbelievable” δείχνει ότι υπάρχουν και άλλου είδους διακρίσεις. Η κοπέλα του 2008 έχοντας ζήσει όλη της τη ζωή ως ένας άνθρωπος που πρέπει να αποδεικνύει ότι «είναι εντάξει», ότι δεν προκαλεί προβλήματα, ότι μπορεί να είναι ενταγμένη στην κοινωνία και το σύστημά της, όταν έρχεται η ώρα να γίνει κατήγορος, αντιμετωπίζεται ξανά ως υπόλογος, ως αυτή που πρέπει να αποδείξει ότι είναι εντάξει. Και ως ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι η ζωή είναι γεμάτη εμπόδια και δυσκολίες, μπορεί να νιώσει ότι έχει και πολύ μικρότερο ανάστημα για να τα βάλει με το σύστημα, μπορεί να νιώσει πολύ πιο γρήγορα ότι προέχει να μην αλεστεί από τις μυλόπετρες.

To “Unbelievable” μας χαρίζει τρεις σπουδαίες ερμηνείες από τις τρεις γυναίκες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. H Kέιτλιν Ντένβερ στον ρόλο της κοπέλας και οι Τόνι Κολέτ και Μέριτ Γουίβερ στον ρόλο των ντετέκτιβς. Η Ντένβερ έχει εσωτερικεύσει τις δυσκολίες μιας ζωής και τις μεταδίδει χωρίς ποτέ να γίνει μελοδραματική, η Κολέτ είναι μια φιγούρα που ξέρει ότι γράφει στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη ό,τι κι αν κάνει και έχει την αύρα της σταρ, η Γουίβερ έχει ένα πρόσωπο, ένα βλέμμα και μια φωνή, μέσα στα οποία χωράνε διαρκείς, σχεδόν ασυναίσθητες, μικροπαραλλαγές, σαν να παίζει την κάθε σκηνή διαφορετικά από την προηγούμενη, σαν να ψάχνει να βρει σε κάθε φράση που λέει ο χαρακτήρας της τη δική της κρυμμένη αλήθεια.

Από την άλλη, και χωρίς να έρχομαι στην τελευταία πρόταση να αναιρέσω όσα επαινετικά είπα για τη σειρά, σκηνοθετικά το “Unbelievable” δεν έχει κανενός είδους σφραγίδα, εκτός ίσως ακριβώς από αυτό: από την έλλειψη σκηνοθετικής σφραγίδας, από την έλλειψη καν ενδιαφέροντος να αποκτήσει μία. Υπάρχει μια καλά δομημένη ιστορία και οι σκηνοθέτιδες και σκηνοθέτες της σειράς την αφήνουν να πάει μόνη της, εστιάζοντας στις σημαντικές ηθοποιούς τους. Εκατό φορές να πούμε ζήτω στην ουσία, αλλά όταν απουσιάζει και η σκηνοθετική ματιά, τότε είναι ένα βήμα πίσω για την τηλεόραση της εποχής των πλατφορμών και του στρίμινγκ.