Ο Άξελ είναι εικοσάρης, η Βέρα κάπου εκεί γύρω, ο Άξελ είναι Ισπανός, η Βέρα Γαλλίδα, το Λονδίνο των «Ξέστρωτων Κρεβατιών» πολυπολιτισμικό; Όχι ακριβώς, αφού όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι λευκοί Ευρωπαίοι κι άρα το πολιτιστικό background τους λίγο πολύ κοινό, ενώ το πολιτιστικό παρόν τους ορίζεται από την ούτως ή άλλως επιβλητική κουλτούρα του τόπου στον οποίο τώρα βρίσκονται, καθώς και την κοινή κουλτούρα της νιότης. Ανατολικό Λονδίνο, μποέμ καταστάσεις, χύμα καταστάσεις, καταστάσεις κοινοβιακές, αλκοόλ άφθονο, σεξουαλική ελευθερία. Όπως λέει και το χαρακτηριστικότερο τραγούδι του σάουντρακ: «Ηοt monkey, hot ass/ Cold beer, no class / Hot monkey, hot ass / No future, no past». Ναρκωτικά και χάπια βέβαια δεν βλέπεις να παίζουν, αυτά σαν τις άλλες φυλές βρίσκονται σε ένα νεανικό Λονδίνο εκτός ταινίας.

Ο Άξελ ξυπνά κάθε πρωί και σε άλλο σπίτι, μην μπορώντας να θυμηθεί πώς βρέθηκε εκεί και τι είχε συμβεί την προηγούμενη. Υποτίθεται από το πολύ ποτό, αλλά στην πραγματικότητα επειδή τα έχει τα θέματά του. Ήρθε στο Λονδίνο για να βρει τον μπαμπά του που εγκατέλειψε πολύ νωρίς την μαμά του και που ο Άξελ δεν θυμάται να γνώρισε ποτέ. Διαπιστώνει πως είναι καθώς πρέπει μεσίτης. Απογοητεύεται. Να ήταν κανένας τελειωμένος να το καταλάβαινε που δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να τον δει. Αλλά ο πατέρας του είναι τελειωμένα λειτουργικός, τελειωμένα ενταγμένος στην κοινωνία. Στην ταινία όμως και οι λειτουργικοί λειτουργούν και οι μη λειτουργικοί λειτουργούν. Και οι πλήρως ενταγμένοι μια χαρά ενταγμένοι είναι στον κόσμο τους και οι μη ενταγμένοι μια χαρά ενταγμένοι στον παράλληλο δικό τους. Αντίθετα με άλλες ταινίες για νέους, δεν θα βρεις οργή, αδικία, επανάσταση, έστω και χωρίς αιτία. Μπορεί ακόμα να μην βρεις μια συγκρουσιακή αντίθεση με τις νόρμες των μεγάλων, ωστόσο την βρίσκεις στην πράξη, αφού οι ήρωες της ταινίας ζουν σε ένα περιβάλλον που η ατομική ιδιοκτησία, ο καταναλωτισμός και το χρήμα παύουν να είναι ο κύριος ρυθμιστικός παράγοντας της ανταλλαγής των αγαθών. Όπως ακριβώς σε άλλες ταινίες για νέους, θα βρεις το χιλιοειπωμένο μυητικό ταξίδι προς την ενηλικίωση και την ωρίμαση και μάλιστα με συμβολισμούς κατά βάση απλοϊκούς. Όσο για τις πληγές των ηρώων είναι πιο πολύ για ακκισμό, για να τις χαϊδεύεις, να τους βάλεις τσιρότο και να τρέξεις στα λιβάδια με το κατάλληλο τραγούδι, δάκρυα στα μάτια και το παράταιρο σακάκι σου. Δεν ντύνει δηλαδή η μουσική τον πόνο, αλλά ο πόνος είναι ντεκόρ του σκηνικού. Όπως και αντί να ντύνουν τα κουστούμια τον ήρωα είναι σαν ο ήρωας να ντύνει αυτά. Ο πόνος δεν πονά πραγματικά ή μάλλον πονά σαν μπέρδεμα, σαν το κοσμοϊστορικά μπερδεμένο και αχτένιστο μαλλί του Άξελ, σαν κενό που θες να καλύψεις, σαν πατέρας που δεν γνώρισες και όχι σαν πατέρας που έχασες. Δεν είναι το ίδιο κάτι που ποτέ δεν είχες με κάτι που είχες και έχασες. Στην μία περίπτωση υπάρχει κενό, στην άλλη απώλεια. Στην ταινία υπάρχει βέβαια η ερωτική απώλεια. Αλλά, όπως όλοι ξέρουμε, ο έρωτας που μετρά σε μια ταινία δεν είναι ο πρώην σου, αλλά ο έρωτας που θα εμφανιστεί τη στιγμή που δεν απαντάς στις κλήσεις του πρώην σου. Ο πρώην αφορά τον πριν της ταινίας χρόνο, ενώ τα είκοσι είναι μια πολύ καλή ηλικία ώστε ο ένας έρωτας να αντικαθιστά τον άλλο. Και ο Ρωμαίος πριν γνωρίσει την Ιουλιέττα χτυπημένος από έρωτα για άλλη ήταν άλλωστε.

Ωστόσο είναι μίζερο να επιμένει κανείς στα ψεγάδια της ταινίας. Μπορεί και να επιλέξει να της τα συγχωρήσει και να επιμείνει στις αρετές της, αντιμετωπίζοντάς την ως αυτό που τελικά είναι. Μολονότι δηλαδή η ταινία θέλει να είναι πάρα πολύ μοντέρνα, είναι πάρα πολύ νοσταλγική. Μολονότι μιλά για νέους που ζουν μόνο στο παρόν, είναι κατά βάθος μια ταινία εποχής: ένα νοσταλγικό τραγούδι για την εποχή της νεότητας, για μια νεότητα βιωμένη όχι παραγωγικά με τη στενή έννοια αλλά με την ευρεία, για μια εποχή δηλαδή που αξιοποιείται καλύτερα όταν παράγεις εντός της αναμνήσεις και εμπειρίες, έστω κι αν πολλές από αυτές δεν τις θυμάσαι το άλλο πρωί.