Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κι ενώ ακόμη ο καπιταλισμός δεν έπαιζε χωρίς αντίπαλο δέος, o δυτικός κόσμος ευαισθητοποιήθηκε για την πείνα στον πλανήτη. Ήταν καιρός για φιλανθρωπία, ήταν καιρός για να αξιοποιηθεί η ποπ και ροκ μουσική για έναν ευγενέστερο των κερδών των μουσικών εταιριών σκοπό. Τραγούδια σαν  το”Do they now it’s  Christmas” στη Μεγάλη Βρετανία και το “We are the World” στις ΗΠΑ, ήρθαν για να αφήσουν το αποτύπωμά τους, όπως σε έναν βαθμό άφησε το αποτύπωμά της και η διπλή συναυλία “Live Aid” σε Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ. Πολύ μικρότερο αποτύπωμα άφησε το 1986 ένα άλλο φιλανθρωπικό ιβέντ, το “Ηands Across America” (το οποίο παίζει στις τηλεοράσεις στο ξεκίνημα του «Εμείς» κι αφού έχουμε ήδη πάρει την εντυπωσιακή πληροφορία ότι στο υπέδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής υπάρχει ένας παράλληλος κόσμος, με χιλιάδες μίλια τούνελ και σήραγγες που είχαν χτιστεί για σιδηροδρόμους, ορυχεία, υπονόμους ή και για αδιερεύνητες αιτίες).

Με το “Hands Across America” η έμφαση δόθηκε όχι στους πεινασμένους της Αφρικής αλλά στους πεινασμένους που ζούσαν στις ίδιες τις ΗΠΑ. Η ιδέα ήταν να βγουν στους δρόμους οι Αμερικάνοι και να σχηματιστεί μια ανθρώπινη αλυσίδα που θα ενώσει της Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής από τη μια ακτή ως την άλλη, από τον βορρά ως τον νότο. Εμείς οι του πάνω κόσμου σχηματίζουμε μια φιλανθρωπική συμβολική αλυσίδα για εσάς που δεν έχετε στον ήλιο μοίρα. Τα έσοδα που βγήκαν απ’ το ιβέντ δεν ήταν τα προσδοκώμενα, αλλά και τα προσδοκώμενα να ήταν, τα όρια της φιλανθρωπίας στην αντιμετώπιση των οικονομικών ανισοτήτων είναι δεδομένα, ενώ η λειτουργία της μέσα στο σύστημα σηκώνει κι αυτή μεγάλη και ξεχωριστή συζήτηση.

Ο Αφροαμερικάνος Τζόρνταν Πιλ μετά το εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο του πριν δυο χρόνια με το «Τρέξε!» (που του χάρισε και το όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου), όπου στη φορεσιά μιας ταινίας τρόμου έστησε μια ιδιοφυή παραβολή για μια έκφανση του ρατσισμού, στην οποία δεν δίνεται συχνά ιδιαίτερη βαρύτητα, έρχεται με το «Εμείς» να φορέσει  ξανά την ίδια φορεσιά και να στήσει ξανά μια παραβολή (ή ίσως και περισσότερες, αυτό εναπόκειται στο πώς θα διαβάσει το έργο ο κάθε θεατής). Το σίγουρο είναι ότι εδώ η κύρια θεματική του δεν είναι ο ρατσισμός, αν και δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει ευφορικά για την κατεργαριά με την οποία καταφέρνει σε ένα σημείο της ταινίας να βάζει μαύρους να σκοτώνουν λευκούς και αυτό να γίνεται με έναν τρόπο που ακόμη και μέλος της Κου Κουξ Κλαν αν τη δει, μάλλον θα ζητωκραυγάσει υπέρ τους. Ο Πιλ παίζει στην ταινία του με διάφορα σημεία που κάνουν τζιζ, μέχρι και μια απολαυστική αντιστροφή των ρόλων των φύλων στο σινεμά έχει, με τη μαμά να παίρνει το κεφάλι στη δράση και στη βία και τον μπαμπά να κάθεται με τα παιδιά.

Ο Πιλ χρησιμοποιεί το genre χωρίς σε καμία περίπτωση να το αφήσει να τον καπελώσει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το καπελώνει ο ίδιος, αλλά αυτό θα ακουγόταν αρνητικά και θα ήταν και άδικο: η ταινία λειτουργεί σαν θρίλερ τρόμου ακόμη κι αν αφήσουμε όλες τις αλληγορίες κι όλες τις ερμηνείες στην άκρη, η ταινία λειτουργεί σαν θρίλερ τρόμου ακόμη κι αν τα τέρατά της δεν είναι τίποτα άλλο παρά τέρατα.

Τι είναι όμως; Μια ευκατάστατη τετραμελής οικογένεια Αφροαμερικάνων πάει με την Μερσέντες της διακοπές στο πατρικό εξοχικό της γυναίκας. Η γυναίκα όταν ήταν κοριτσάκι είχε χαθεί για λίγο σε ένα παραθαλάσσιο λούνα παρκ, όταν είχε μπει σε ένα χώρο γεμάτο καθρέφτες. Εκεί είδε ή νόμισε ότι είδε ένα ολόιδιο κοριτσάκι. Και μολονότι η εξαφάνισή της κράτησε μόλις λίγα λεπτά, το τραύμα της ήταν μεγάλο, το στρες μετά το τραύμα επίσης, έκανε να μιλήσει καιρό μετά. Τώρα πια, τριανταπεντάρα γυναίκα, έχει μια ευτυχισμένη οικογένεια, έναν καλό άντρα, μια κόρη στην εφηβεία, ένα αγόρι στην προεφηβεία, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά επιστρέφοντας στο εξοχικό της είναι σαν να επιστρέφει και στο παρελθόν της. Θα ξαναπάνε στην ίδια παραλία, ενώ εκείνη δεν θέλει. Αναμνήσεις από το τραύμα της θα αναβιώσουν. Λέει στον άντρα της ότι ένιωθε πως το κοριτσάκι εκείνο μια ζωή την ακολουθούσε. Μια διακοπή ρεύματος την κατάλληλη ώρα  Τέσσερις σκιές κρατιούνται χέρι χέρι στην αυλή έξω από το σπίτι. Είναι τα τέρατα της ταινίας.

«Είμαστε εμείς», θα πει ο γιος. Μοιάζουν πλασμένοι κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν τους. Μόνο που φοράνε όλοι κόκκινες φόρμες, γρυλίζουν ή μιλάνε με δυσκολία και απόκοσμη φωνή και έχουν έρθει φυσικά με τις πιο βίαιες προθέσεις. Η γυναίκα – σκιά εξηγεί στη γυναίκα ότι ήταν αναγκασμένη να ζήσει μια ζωή στον κάτω υπόγειο κόσμο, μακριά από ήλιο και ουρανό. Πως όντας η σκιά της, όταν εκείνη παντρεύτηκε τον άντρα της, έτσι κι εκείνη νομοτελειακά βρήκε τον δικό της. Και έκαναν ταυτόχρονα τα παιδιά τους, που μοιάζουν κι αυτά σαν δυο σταγόνες νερό, μόνο που οι σταγόνες του πάνω κόσμου είναι καλοζωισμένες και εύμορφες, ενώ οι σταγόνες του κάτω κόσμου είναι ίδιας μορφής αλλά ταυτόχρονα παραμορφωμένες, η άσχημη πίσω πλευρά τους, η απωθημένη πίσω πλευρά τους.

«Τι είστε;», θα τους ρωτήσουν. «Αμερικάνοι», θα απαντήσει με τη διαστρεβλωμένη φωνή της η γυναίκα – σκιά, ενώ το “US” του πρωτότυπου τίτλου της ταινίας, εκτός από εμείς σημαίνει και Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως κάποτε φτιάχτηκε μια φιλανθρωπική αλυσίδα, έτσι τώρα οι Αμερικάνοι, σκιές της πίσω πλευράς του αμερικάνικου ονείρου βγαίνουν και σχηματίζουν τη δική τους. Εμπρός οι κολασμένοι, όχι της γης, αλλά οι κάτω απ’ τη γη, οι κάτω απ’ την αμερικάνικη γη. Όταν η γυναίκα του πάνω κόσμου προσπαθεί να οργανώσει σχέδια διαφυγής, λέει ότι πρέπει να διαφύγουν στο Μεξικό, στο σύνηθες μέρος, όπου διαφεύγουν οι παράνομοι, αλλά τώρα οι του κάτω κόσμου έρχονται να βγάλουν στην παρανομία όσους ζούσαν καλά, όσους είχαν καλά αυτοκίνητα, μεγάλα σπίτια, ανέσεις, λεφτά.

Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Τζόρνταν Πιλ κερδίζει όλα τα στοιχήματα που βάζει, δεν είμαι σίγουρος ότι το «Eμείς» έχει κουμπώσει τόσο την αλληγορία του όσο το «Τρέξε!», δεν είμαι σίγουρος για το αν αξίζει να μείνεις με ανοικτό το στόμα για τους συμβολισμούς του «Εμείς» και να τους χειροκροτήσεις με ενθουσιασμό. Έχουν όμως ως σύλληψη μια αδιαμφισβήτητη δύναμη και μαζί μια αδιαμφισβήτητη δυναμική. Και ο Πιλ χωράει μέσα στην ταινία του διάσπαρτες σκηνές κινηματογραφικής απόλαυσης, οι οποίες υπερβαίνουν τόσο το είδος που έχει ντυθεί ως φορεσιά όσο και τα όποια μηνύματα θέλει να περάσει. Και το κύριο προσόν της ταινίας παραμένει αυτό το αίσθημα ελευθερίας: ότι εδώ έχουμε επιτέλους να κάνουμε με έναν δημιουργό που λέει ότι δεν θα υποδουλωθώ σε καμία ρετσέτα, σε κανένα «αυτοί είναι οι κανόνες του ξετυλίγματος μιας ιστορίας», σε κανένα «τώρα γίνεται αυτό, μετά θα γίνει το άλλο, γιατί έτσι γίνονται τα πράγματα και αλλιώς δεν κάνει». Ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό που φτιάχνει σινεμά ελεύθερος. Και αυτή η ελευθερία είναι μεταδοτική. Νιώθεις κι εσύ ως θεατής ελεύθερος.