Ο Βρετανός Ντέιβιντ Μίτσελ είναι μία από τις πιο λαμπρές φωνές στην παγκόσμια λογοτεχνία του εικοστού πρώτου αιώνα. Το ταλέντο του είναι ζογκλερικό, τα χαρίσματά του ποικίλα και αξιοζήλευτα και η άνοδός του υπήρξε μετεωρική. Από το πρώτο του μυθιστόρημα Ghostwritten (Το Δέντρο της Τύχης στα ελληνικά) δήλωσε το χαρακτηριστικό του ύφος γραφής και αφηγηματικής προσέγγισης: πρωτοπρόσωπες ενδοδιηγητικές αφηγήσεις που εναλλάσσονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο δημιουργώντας ένα αφηγηματικό ντόμινο, κάθε κεφάλαιο αφιερωμένο σε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα του οποίου τη φωνή ο Μίτσελ αποδίδει με ανατριχιαστική ευχέρεια, σαν πραγματικός χαμαιλέοντας, λες κι έχει κάνει κάποια συμφωνία με τον διάβολο να μπορεί να αλλάζει δέρμα με τόση άνεση. Η φαντασία του είναι οργιαστική, ο Μίτσελ είναι ένας πραγματικός πλάστης κόσμων, μπορεί να χτίσει ένα σύμπαν ρεαλιστικό ή μεταφυσικό, δυστοπικά μελλοντολογικό ή ιστορικό, να εφεύρει νέους κανόνες και να αναιρέσει παλιούς. Αποκορύφωμα όλων αυτών υπήρξε βεβαίως «Ο άτλας του ουρανού» ένα εκπληκτικό σε έμπνευση κι εκτέλεση μυθοπλαστικό δημιούργημα.

Ενώ όμως δυσκολευόσουν να βρεις μη διθυραμβικές κριτικές για τα έργα του στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, η στάση της κριτικής κοινότητας φάνηκε να αλλάζει στη δεύτερη δεκαετία. Ξαφνικά ήταν δύσκολο το αντίθετο, το να βρεις πραγματικά καλές κριτικές (αν μη τι άλλο στα μέσα που μετράνε). Ο λόγος διπλός: αφ’ ενός ένας κορεσμός με την επαναλαμβανόμενη αφηγηματική φόρμουλα των έργων του και αφετέρου μια σταδιακή αίσθηση ότι ο Μίτσελ πίσω από το ύφος και τη φαντασία του δεν είχε κάτι ουσιαστικό να πει, εντύπωση που δεν βοήθησε η εμμονή του με ζητήματα πνευματισμού και παραφυσικού.

Εγώ πρέπει να ομολογήσω ότι απόλαυσα ακόμα κι εκείνα του τα βιβλία, (όπως π.χ. «Τα κοκάλινα ρολόγια» και το “Slade House”) αντιλαμβανόμενος όμως ότι η ανάγνωσή τους αποτελούσε πλέον περισσότερο φαντασιακή απόδραση παρά βαθιά, ουσιαστική εμπειρία. Τα χαρίσματά του κατά τη γνώμη μου ουδέποτε χάθηκαν. Αυτό που έλειψε είναι η δυνατότητά του να εξελιχθεί ως συγγραφέας, η αδυναμία του να ωριμάσει και να εμβαθύνει.

Αυτό μας φέρνει στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το Utopia Avenue, το νοσταλγικό προφίλ ενός ροκ συγκροτήματος στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Ο Μίτσελ εδώ βρίσκει την ευκαιρία να αλλάξει θεματική και να ασχοληθεί με κάτι που είναι εμφανές ότι απολαμβάνει. Η αφήγηση αυτή τη φορά είναι τριτοπρόσωπη αλλά κατά τα άλλα ο Μίτσελ ακολουθεί την τυπική του προσέγγιση: κάθε κεφάλαιο φιλτράρεται από την οπτική γωνία ενός διαφορετικού χαρακτήρα.

Τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος αλλά και ο μάνατζερ τους, είναι χαρακτήρες με εντελώς διαφορετικά κοινωνικά και μουσικά υπόβαθρα. Ο Ντιν Μος, μπασίστας, προέρχεται από την εργατική τάξη κι έχει μπλουζ και ροκ ακούσματα. Η Ελφ Χόλογουεϊ στα πλήκτρα, είναι μεσοαστή και πρώην τραγουδίστρια της φολκ. Ο Γιάσπερ ντε Ζουτ στην κιθάρα, μισός Ολλανδός, προέρχεται από αριστοκρατική οικογένεια και του αρέσουν οι πειραματικοί ήχοι της ψυχεδελικής ροκ. Ο Γκριφ στα ντραμς, επίσης από εργατικής τάξης οικογένεια στο βιομηχανικό Χαλ, έχει τζαζ ακούσματα. Ο Λέβον, ο μάνατζερ και δημιουργός τους, είναι Καναδός, ένα ψάρι έξω από το νερό που όμως πιστεύει στις δυνατότητες του συγκροτήματος κι έχει το όραμα να το αποτολμήσει.

Έτσι, ο Μίτσελ χτίζει το μυθοπλαστικό του συγκρότημα από ετερόκλητα κομμάτια, τόσο μουσικά όσο και κοινωνικά. Το συμπέρασμα που προκύπτει εδώ είναι βεβαίως ότι η μουσική ενώνει, οι διαφορετικές μουσικές επιρροές μπορούν να συγχωνευτούν επιτυχημένα και να δημιουργήσουν κάτι αρμονικό, καινούριο και όμορφο, ενώ οι ταξικές διαφορές εξισώνονται μέσω της τέχνης. Νομίζω όμως ότι ο Μίτσελ κάνει μια έμμεση νύξη και για την ίδια τη φύση του μυθιστορήματος, αυτή τη μεγάλη χοάνη που κατασπαράζει και αφομοιώνει κάθε είδος λόγου, κάθε εξέλιξη και τεχνοτροπία, κάθε υπόβαθρο και οπτική γωνία και γι’ αυτό και αποτελεί όχι μόνο το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος αλλά και την κυρίαρχη μορφή τέχνης.

Τα κεφάλαια του βιβλίου έχουν για τίτλους τα τραγούδια του συγκροτήματος. Σε αυτό το μυθιστόρημα επιτυγχάνει πλήρως. Ο τρόπος που ο Μίτσελ εισέρχεται στην (εξιδανικευμένη, είναι αλήθεια) δημιουργική διαδικασία για να δείξει πώς τα βιώματα και συχνά οι τραυματικές εμπειρίες των χαρακτήρων βρίσκουν έκφραση μέσα από τη μουσική και μετουσιώνονται σε τραγούδια, είναι ιδιαίτερα εύστοχος, θα έλεγα και συχνά συγκινητικός.

Δεν θα έλεγα το ίδιο όμως και ως προς την αναβίωση του τέλους της δεκαετίας του εξήντα και του swinging London, το οποίο φαντάζει λιγότερο αυθεντικό και περισσότερο βασισμένο σε κλισέ από ταινίες. Γενικότερα η χρήση πολλών τετριμμένων από πλευράς Μίτσελ είναι από τα αρνητικά του μυθιστορήματος. Ορισμένες ευκολίες στην πλοκή, σκηνές που μοιάζουν σαν να έχουν βγει από χολιγουντιανή ταινία της σειράς, αλλά και οι περαστικές εμφανίσεις πολλών διάσημων καλλιεργούν αυτή την αίσθηση. Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στο τελευταίο. Ντέιβιντ Μπάουι, Λέοναρντ Κοέν, Τζίμι Χέντριξ, Μπράιαν Τζόουνς, Σιντ Μπάρετ, είναι μονάχα μερικοί από τους θρύλους της εποχής που διασταυρώνονται με τα μέλη του συγκροτήματος. Όμως, όσο κι αν κάτι τέτοιο τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, οι σκηνές αυτές μοιάζουν με τρικ και δεν αξιοποιούνται ουσιαστικά, ενώ οι εν λόγω προσωπικότητες παρουσιάζονται μάλλον σαν καρικατούρες.

Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Utopia Avenue είναι απολαυστικό στην ανάγνωση. Οι κλασικές αναφορές σε άλλα μυθιστορήματα του Μίτσελ είναι άλλη μια φορά παρούσες, υπογραμμίζοντας το μυθοπλαστικό metaverse που ο ίδιος καλλιεργεί, αλλά δεν δημιουργούν το παραμικρό πρόβλημα στον αναγνώστη που δεν έχει διαβάσει άλλα έργα του συγγραφέα. Το αφηγηματικό ταλέντο του Μίτσελ είναι αμείωτο, τα δείγματα της εξαιρετικής του γραφής αρκετά, («ένα μαχητικό αεροσκάφος άνοιξε τον ορίζοντα σαν φερμουάρ») η ανάγνωση ρέει αβίαστα. Ο Μίτσελ έχει επιτύχει άλλη μια φορά στο να πλάσει έναν κόσμο στον οποίο ο αναγνώστης απολαμβάνει να χάνεται. Όμως είναι εξίσου προφανές ότι ο Μίτσελ δείχνει πλέον να ενδιαφέρεται για θέματα που τον βολεύουν και τον ευχαριστούν και όχι με ζητήματα που τον προκαλούν ως δημιουργό, με αποτέλεσμα τα βιβλία του πλέον να διαβάζονται ευχάριστα και να ξεχνιούνται εύκολα. Βεβαίως, αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό, και είμαι σίγουρος ότι ο ίδιος δεν νιώθει πως έχει κάτι να αποδείξει. Απλά είχε καλλιεργήσει τόσο υψηλές προσδοκίες στις οποίες πλέον δεν φαίνεται να νοιάζεται να ανταποκριθεί.

“Utopia avenue” του Ντέιβιντ Μίτσελ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο