Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου για όσους αγαπούν το παιδικό και εφηβικό βιβλίο σίγουρα συγκαταλέγεται, όχι τυχαία, ανάμεσα στους αγαπημένους τους συγγραφείς. Τον γνώρισα προσωπικά πρόσφατα, με αφορμή τις πρόσφατες κυκλοφορίες του, Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια και τη συγκλονιστική ιστορία εξαφάνισης της έφηβης Λένας Μανιέ, αλλά και τη σειρά «Απρόσμενοι Φίλοι», όπου το πραγματικό στοιχείο, με έγκυρες ιστορικές πηγές, έρχεται και συνδυάζεται με το παραμυθικό στοιχείο, προσδίδοντας έτσι συγκινησιακή διάσταση σε μια αληθινή ιστορία, εκπαιδεύοντας και διεγείροντας ταυτόχρονα το συναίσθημα.

Επάξια, έχει κερδίσει μια θέση στην καρδιά των εφήβων, αφού ο λόγος του, άμεσος, τολμηρός, κατανοητός, ακουμπάει τη δική τους ζωή, την αφουγκράζεται και δίχως να τη χαϊδεύει, τολμά να καταπιαστεί με θέματα και κοινωνικές αλήθειες που πρωταγωνιστούν στην καθημερινότητά τους. Bullying, τρομοκρατία, περιθωριοποίηση, ρατσισμός, βία στα γήπεδα. Έχει καταπιαστεί με θέματα σκληρά και έχει τολμήσει να αναμετρηθεί με τη δύσκολη και ίσως για πολλούς, τρομακτική περίοδο της εφηβείας, με επιτυχία, κερδίζοντας έναν ηγετικό ρόλο του στα απαιτητικά μονοπάτια της νεανικής λογοτεχνίας.

Έξι από τα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματά του (Το μήνυμα, Οι Εννέα Καίσαρες, Χνότα στο τζάμι, Στη διαπασών, Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Ιπτάμενες σελίδες) διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους, και δύο από αυτά (Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Μια αστεία επιδημία) έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά από τις εκδόσεις Kelime Yayınları.

Τα βιβλία σου που απευθύνονται στους έφηβους τα γράφεις σαν να είσαι και εσύ ένας από αυτούς. Θυμάσαι τα εφηβικά σου χρόνια και πώς νομίζεις ότι διαφέρει ο σημερινός έφηβος από εκείνον τον άλλον σου εαυτό;

Πέρασα καλά παιδικά κι εφηβικά χρόνια, χρόνια που όμως ήταν ατάραχα, επίπεδα και αρκετές φορές μοναχικά. Η κοινωνικότητά μου εντός σχολείου εναλλασσόταν με περιόδους εσωστρέφειας κατά τη διάρκεια των διακοπών, επειδή ήμουν μόνος. Έτσι το βιβλίο για μένα σήμαινε ουσιαστική παρέα. Οι σημερινοί έφηβοι εκ των πραγμάτων δεν είναι τόσο μοναχικοί, τουλάχιστον επιφανειακά. Η τεχνολογία έχει παίξει το σημαντικότερο ρόλο σε αυτό. Κινητά, ίντερνετ, σόσιαλ μίντια δίνουν την ψευδαίσθηση της συντροφικότητας κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ο έφηβος του σήμερα στον πυρήνα του είναι ίδιος με αυτόν του χτες, με τις ανασφάλειές του, τα κόμπλεξ του, τα όνειρά του και τις ελπίδες του που τις περισσότερες φορές ματαιώνονται, με τον ναρκισσισμό του και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματά του.

«Οι έφηβοι δεν είναι τόσο αρνητικοί στα βιβλία όσο νομίζουμε τουλάχιστον»

Όμως η τεχνολογία είναι σαν να έχει δημιουργήσει μια άλλη γενιά νέων, πιο ανυπόμονη. Παλιά έψαχνες μια πληροφορία στην έντυπη εγκυκλοπαίδεια, περίμενες να σου γράψει το δισκάδικο την κασέτα, να κυκλοφορήσει και να’ρθει στην Ελλάδα ένα βινύλιο. Τώρα όλα αυτά έχουν καταργηθεί, οι χρόνοι έχουν εκμηδενιστεί. Η ευκολία της πρόσβασης στα πάντα, η άνεση στην πρόσληψη της πληροφορίας συντείνουν στο να μην αφομοιώνεται σε βάθος μια κατάσταση και συγκεκριμένα η κατάσταση της αναμονής ή της αναζήτησης. Εντύπωση μου προκαλεί το γεγονός ότι οι σημερινοί νέοι μπορεί και να μην γνωρίζουν τον Μάικλ Τζάκσον π.χ. ενώ θα περίμενε κανείς δηλαδή ότι η άμεση ικανοποίηση των ενδιαφερόντων θα συνέβαλλε σε εμβάθυνση αυτών, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό ναι, είναι μια διαφορά του χθες από το σήμερα. Από την άλλη δεν υποβαθμίζω καθόλου το γεγονός ότι οι νέοι του σήμερα, ακριβώς λόγω αυτών των αλλαγών στις συνθήκες ζωής κι επικοινωνίας, είναι σε γενικές γραμμές πιο ανοιχτοί κι ανεκτικοί απέναντι στους άλλους. Αισθάνομαι πως μειώνουν οι ίδιοι τα χάσματα.

Εικονογράφηση: Λίλα Καλογερή | Από το βιβλίο «Σερ Αμί, το περιστέρι του πολέμου»

Εικονογράφηση: Λίλα Καλογερή | Από το βιβλίο «Σερ Αμί, το περιστέρι του πολέμου»

Διαβάζουν οι σημερινοί έφηβοι βιβλία και ποιο νομίζεις είναι το περιεχόμενο των βιβλίων που τους ενδιαφέρουν;

Οι έφηβοι δεν είναι τόσο αρνητικοί στα βιβλία όσο νομίζουμε τουλάχιστον. Ενώ όμως διαβάζουν πολύ περισσότερο από παλιά, μαθήματα, άρθρα στο ίντερνετ, αναρτήσεις, δεν θα πάρουν να διαβάσουν ένα βιβλίο από μόνοι τους. Δεν θα διαβάσουν λογοτεχνία δηλαδή. Ή δεν θα το κάνουν τόσο εύκολα. Πιστεύω πως η λέξη «εύκολα» είναι κομβικής σημασίας. Έχοντας άκοπα πρόσβαση στην πληροφορία και στη διασκέδαση (π.χ. youtube) όπως είπα παραπάνω, γιατί να προσπαθήσουν για κάτι; Γιατί το βιβλίο τουλάχιστον χρειάζεται μια ελάχιστη προσπάθεια. Συνεπώς, αν όλα είναι θέμα παιδείας, όπως συνηθίζεται να λέγεται πολύ αφηρημένα, πιστεύω πως η αναγνωστική παιδεία πρέπει να βασίζεται αρχικά στην καλλιέργεια της προσπάθειας και της υπομονής ή επιμονής. Επιπλέον, έφηβοι που δεν έχουν ξαναπιάσει στα χέρια τους βιβλίο, πολύ δύσκολα θα συγκινηθούν με Παπαδιαμάντη, με αναγνώσματα δηλαδή άλλης εποχής, που απαιτούν ιδιαίτερες γλωσσικές δεξιότητες κι έχουν άλλες απαιτήσεις. Συνεπώς οι πολύ καινούριοι αναγνώστες θεωρώ πως πρέπει να αρχίζουν με βιβλία σημερινά, βιβλία με δράση και πάνω απ’όλα με αναγνώσματα που είναι κοντά στα ενδιαφέροντα και στους προβληματισμούς τους. Πιστεύω ότι οι έφηβοι ενδιαφέρονται πιο πολύ για τις σχέσεις (ερωτικές, φιλικές, με τον εαυτό τους) κι αν βρεθεί βιβλίο που να μιλά γι’αυτά τα πράγματα, με δράση και σύγχρονο λόγο, θα τους συγκινήσει.

Έχεις επισκεφθεί πολλά σχολεία για να παρουσιάσεις τα βιβλία σου και να μιλήσεις με τους μαθητές. Ποια είναι η εικόνα που έχεις σχηματίσει για τις σχολικές βιβλιοθήκες; Κρίνεις ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης ώστε να έχουν μια ουσιαστική συμβολή στη φιλαναγνωσία αλλά και την κριτική σκέψη;

Έχω επισκεφτεί αρκετούς χώρους σχολικής βιβλιοθήκης. Μπορώ να πω ότι πάρα πολλές βιβλιοθήκες, αν όχι οι περισσότερες, δεν μου άρεσαν. Μου φάνηκαν παρατημένοι χώροι, μίζεροι, που υπάρχουν απλώς για να υπάρχουν, ως αποτέλεσμα προφανώς της εγκατάλειψής τους τα τελευταία χρόνια. Σχετικά λίγα βιβλία και παλιά, κάποιοι υπολογιστές και τα παιδιά να έρχονται στα διαλείμματα για να δουν κάποιο βιντεάκι. Βέβαια άλλες σχολικές βιβλιοθήκες είναι εξαιρετικές. Η εμφάνιση του χώρου για μένα παίζει ένα σημαντικό ρόλο, η αίθουσα πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό. Να είναι πιο ζεστή, να κάνει κέφι στο μαθητή να μπει στο χώρο ή να κάτσει. Αυτό είναι μια πρώτη διαπίστωση. Μια δεύτερη είναι ότι στα περισσότερα σχολεία υπολειτουργούν. Κάποιος πολύ φιλότιμος εκπαιδευτικός θα την ανοίγει για μερικές ώρες την εβδομάδα ή σε κάποια διαλείμματα. Δε γίνεται όμως έτσι δουλειά. Πιστεύω ότι ο χώρος πρέπει να αποσυνδεθεί από το σχολείο και μ’αυτό εννοώ πως κάποιες εκδηλώσεις, κάποιες συζητήσεις, ίσως λέσχες ανάγνωσης παιδιών κι ενηλίκων, πρέπει να γίνονται εκεί, σε τακτική όμως βάση. Οι σχολικές βιβλιοθήκες θέλουν ζωντάνια, όχι μεμψιμοιρία αλλά ούτε και ψυχαναγκασμό. Και θέλουν και μια επένδυση χρημάτων, δωρεάν και μόνο με την καλή θέληση δε γίνεται τίποτα. Όλα αυτά βέβαια τα λέω ως απλός παρατηρητής, δεν είμαι γνώστης του θέματος σε όλη του την έκταση. Αν και τον τελευταίο καιρό έχω διαβάσει πως γίνονται κάποια βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αυτή της μη εγκατάλειψης.

Έχεις εισπράξει τεράστια αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό αλλά και την ευρύτερη κοινότητα του βιβλίου με πολλές βραβεύσεις. Ποια όμως είναι ίσως εκείνη η στιγμή, εκείνο το βιβλίο ή εκείνη η βράβευση που μέσα σου «ζυγίζει» περισσότερo; 

Τα βραβεία για μένα είναι σημαντικά, πέρα όμως από την επιβράβευση μου προσφέρουν κάτι ανεκτίμητο: Όρια. Με βάζουν σε ένα σκαλοπάτι, με τοποθετούν σε ένα επίπεδο, κάτω από το οποίο δεν πρέπει να πέσω. Για να το πω πιο απλά, κάποια γραπτά τα έχω στο συρτάρι, δεν θα κυκλοφορήσουν ποτέ, είναι κατώτερα από την πορεία μου, δεν είναι καλά. Θεωρώ πολύ σημαντικό ένας συγγραφέας να ξέρει ποιο γραπτό του είναι καλό και πρέπει να κυκλοφορήσει και ποιο πρέπει να μείνει ανέκδοτο.

«Δυστυχώς η πλειοψηφία των βιβλίων πάσχει από σενάριο»

Τα βραβεία λοιπόν σε μένα λειτουργούν κατ’αυτόν τον τρόπο, πέρα φυσικά από την πρόσκαιρη χαρά που προσφέρουν, από την ικανοποίηση της όποιας ματαιοδοξίας, η οποία είναι φυσιολογικό κι ανθρώπινο να υπάρχει στον καθένα σε φυσιολογικά και ελεγχόμενα επίπεδα. Συνεπώς δεν τα σνομπάρω. Προφανώς οι πρώτες βραβεύσεις ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μένα, κάτι πρωτόγνωρο. Ακόμα απορώ με τον εαυτό μου και με την πορεία μου, μέχρι λίγο πριν τα τριάντα μου περίπου δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ενασχόληση, ούτε είχα καταλάβει ότι διέθετα μια συγκεκριμένη κλίση. Πέρα από τα βραβεία όμως η επαφή με τους έφηβους και νέους είναι ένα άλλο είδος βράβευσης, μια παράλληλη βράβευση, αν μπορώ να το πω έτσι. Παιδιά που δεν είχαν διαβάσει ποτέ κάποιο βιβλίο πιο πριν και τους άρεσε το δικό μου, παραβατικοί έφηβοι, νέοι που διστάζουν να πουν την άποψή τους επειδή ντρέπονται ή φοβούνται και τελικά πιάνουν κουβέντα μαζί μου, άλλοι που μου έχουν στείλει μηνύματα πως κάποιο βιβλίο μου τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν μερικά πράγματα και να αλλάξουν πορεία προς το καλύτερο, τι να πρωτοπώ; Δεν ξεχωρίζω κάτι συγκεκριμένο, θεωρώ ότι όλα έχουν αφήσει το στίγμα τους στη σκέψη μου.

Ας πάμε λίγο στη διαδικασία της γραφής. Όταν ξεκινάς να γράφεις μια ιστορία, δημιουργείς πρώτα το βασικό ήρωα ή ξεκινάς σκιαγραφώντας τη βασική πλοκή και μετά πλάθεις τους χαρακτήρες;

Τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, γράφω μια ιστορία γύρω από έναν ήρωα. Για παράδειγμα την ιστορία ενός κοριτσιού που εξαφανίστηκε, ενός δεκαεφτάχρονου που μπλέκει με ρατσιστικές οργανώσεις, δυο παιδιών γυμνασίου που το ένα κακοποιεί το άλλο. Αυτό δηλαδή που θέλω να πω είναι μια συγκεκριμένη ιστορία. Μετά προσθέτω τους υπόλοιπους ήρωες, τους δευτεραγωνιστές και τους κομπάρσους, προσέχοντας πάντα να μην παρεκκλίνω από τη βασική κατεύθυνση της ιστορίας μου. Τα πάντα όμως μέσα στο κείμενο πρέπει να εξυπηρετούν την πλοκή που έχω στο μυαλό μου. Θα έλεγα ότι είμαι πιο πολύ story-teller, με την έννοια ότι θέλω να περιγράψω μια συγκεκριμένη ιστορία, σαν να την έβλεπε κάποιος σε σειρά ή σε ταινία.

Οι χαρακτήρες των βιβλίων σου, ακουμπούν σε πρωτογενή υλικά, ή τους έχεις κάπου, κάπως συναντήσει στην πραγματική σου ζωή;

Στοιχεία δικά μου βρίσκονται σε πολλούς χαρακτήρες των βιβλίων μου. Αυτά τα στοιχεία μπαίνουν άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε όχι. Επιπλέον δεν πρόκειται αποκλειστικά για χαρακτηριστικά που έχω, αλλά και για ιδιότητες που δεν είχα ποτέ και ίσως θα ήθελα να αποκτήσω ή τουλάχιστον να δω πώς είναι περιγράφοντάς τες. Κάποιους από τους ήρωες τούς έχω συναντήσει κατά κάποιον τρόπο, είναι περισσότερο ένα μείγμα από ανθρώπους που έχω γνωρίσει, ενώ για κάποιους άλλους έχω διαβάσει σε εφημερίδες και άρθρα. Το σημαντικό για μένα είναι να φαίνονται οι χαρακτήρες αληθινοί, να έχουν ένα βάθος, να μην είναι μονοσήμαντοι.

Οι βασικές σπουδές σου (Μεταλλουργός & Χημικός μηχανικός ΕΜΠ) δεν είχαν καμία σχέση με τη συγγραφή βιβλίου. Ποια η καθοριστική στιγμή σου για να ξεκινήσεις τη συγγραφή και τι θα συμβούλευες σε κάποιον που θέλει να γράψει ένα βιβλίο;

Οι σπουδές μου με έχουν βοηθήσει πολύ στον τρόπο γραφής κι ας ακούγεται αυτό παράξενο. Δουλεύω το κείμενο σαν μηχανικός, δηλαδή το ξεκινώ μόνο αν το έχω σχεδόν όλο στο μυαλό μου, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ένα άλλο πράγμα που με έχει βοηθήσει είναι ότι, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, δεν θεωρούσα πως είμαι συγγραφέας. Αυτή την ιδιότητα, πρέπει να την κατακτήσεις μέσω της δουλειάς σου, να σου αναγνωριστεί από τους άλλους. Γιατί είναι κάτι σαν τίτλος. Προσωπικά δίνω μεγάλη σημασία στην ιστορία, στην πλοκή. Κάτι πρέπει να γίνεται στο βιβλίο, να μην είναι μόνο μια παράθεση σκέψεων και βιωμάτων. Δυστυχώς η πλειοψηφία των βιβλίων πάσχει από σενάριο. Θα συμβούλευα λοιπόν όλα τα παραπάνω στους επίδοξους συγγραφείς καθώς και σεμνότητα. Δε σημαίνει ότι άμα τελειώσουμε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής ξέρουμε να γράφουμε, ούτε πως είμαστε καλοί συγγραφείς επειδή μας αποθεώνουν στο facebook. Θα συμβούλευα επίσης να χρησιμοποιούν λιγότερους εξυπνακισμούς στα κείμενα και να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στην καλόπιστη κριτική. Μη βιάζονται να γίνουν συγγραφείς, γιατί το πράγμα θα ξεφουσκώσει πολύ γρήγορα. Και να μη δίνουν όλα τα χειρόγραφα σε εκδότες, κάποια είναι πραγματικά πάρα πολύ κακά, αναρωτιέται κανείς γιατί γράφτηκαν. Σίγουρα πρέπει να μένουν κείμενα σε συρτάρια. Πάνω απ’όλα όμως ο καθένας πρέπει να διαθέτει μια κάποια επίγνωση για το τι είναι, πού βρίσκεται, πόσο αξίζει. Και να αμφιβάλλει διαρκώς.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο σου «Τη νύχτα που έσβησαν τα αστέρια» και οφείλω να δηλώσω ενθουσιασμένη. Ποια τα επόμενα συγγραφικά σου πλάνα;

Συνεχίζω τη σειρά «Απρόσμενοι φίλοι» που απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας και περιλαμβάνει πραγματικές ιστορίες αυτοθυσίας, πίστης και ηρωισμού ζώων. Παράλληλα έχω στο μυαλό μου δυο-τρεις ιδέες για νεανικό μυθιστόρημα, που απλά περιμένω να ωριμάσουν και να ολοκληρωθούν, για να αρχίσω να τις γράφω.

Info:

Η σειρά «Απρόσμενοι φίλοι» και «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια», κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτης