Επιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη

Το Οικείο Κακό

Μιας και οι μέρες που διανύουμε μας βρίσκουν – και πρέπει να μας βρίσκουν μέσα – θεώρησα ωραίο το παιχνίδι ενός διαλόγου θεατρικού. Μια μικρή ιστορία ανάμεσα σε δυο φίλους. Δυο πρόσωπα που τα λένε σε κλειστό χώρο κρατώντας αποστάσεις.

Ο Ρας διαβάζει εφημερίδα και ο Λένοξ στην απέναντι πολυθρόνα παίζει αμήχανα με το ρούχο του.

Ρας: Απίστευτο!

Λένοξ: Ποιό είναι το απίστευτο Ρας;

Ρας: Χιλιάδες κουνέλια!

Λένοξ: Χιλιάδες;

Ρας: Χιλιάδες κουνέλια ναι. Άγρια.

Λένοξ: Δηλαδή;

Ρας: Χιλιάδες άγρια κουνέλια Λένοξ. Στο ανατολικό Βερολίνο. Στη συνοριακή ζώνη. Το γνώριζες πως υπήρχαν χιλιάδες άγρια κουνέλια;

Λένοξ: Δηλαδή; Πότε;

Ρας: Όλα αυτά τα χρόνια. Ανάμεσα στο πρώην Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο. Στην ουδέτερη αυτή γεωγραφική λωρίδα. Κουνέλια παγιδευμένα και προστατευμένα ταυτόχρονα από τους φρουρούς που βρίσκονταν εκεί αναπαράχθηκαν σε χιλιάδες. Το φαντάζεσαι;

Λένοξ: Άγρια;

Ρας: Για είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια!

Λένοξ: Χιλιάδες … Το ένα πάνω στο άλλο δηλαδή; Τρομερό θέαμα.

Ρας: Έχει και συνέχεια. Κατά τη πτώση του τείχους τα κουνέλια ήταν σαν χαμένα. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια μπορούσαν να μετακινηθούν, να περάσουν έναν δρόμο, να πάνε παρακάτω. Δεν ήξεραν πώς … Τρομοκρατημένα πάρα πολλά από αυτά παρέμειναν εκεί που ήταν και πέθαναν από την πείνα. Όχι όλα, αλλά πάρα πολλά από αυτά.

Μεσολαβεί μια μικρή παύση.

Λένοξ: Φυσικό το βρίσκω.

Ο Ρας κατεβάζει την εφημερίδα και κοιτάζει τον Λένοξ.

Ρας: Πώς;

Λένοξ: Και γω το ίδιο πιστεύω πως θα έκανα.

Ρας: Δηλαδή θα έκανες τι;

Λένοξ: Λέω, αν μια ζωή την περνούσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο με ένα συγκεκριμένο τρόπο και ξαφνικά μια μέρα μου έλεγαν με το ζόρι πως πρέπει να τα αλλάξω όλα, θα ήμουν σα χαμένος. Για την ακρίβεια τρομοκρατημένος. Δε θα μπορούσα να κουνηθώ. Ακόμη και αν ήμουν κουνέλι, άγριο. Στο κάτω κάτω μπορεί να το έκανα και από άποψη. Να έμενα εκεί που ήμουν και να μη κουνιόμουν ρούπι. Εσύ ας πούμε;

Ρας: Εγώ, τι;

Λένοξ: Να λέω, δηλαδή, μετά από τόσα χρόνια, αν μια μέρα, για κάποιο λόγο κάποιος σε έβγαζε από δω και σου έλεγε “ουστ και μη ξαναπατήσεις και ότι, ήξερες να το ξεχάσεις”, τότε τι;

Ρας: Με το ζόρι;

Λένοξ: Με το ζόρι.

Ρας: Και να πήγαινα πού;

Λένοξ: Δε μας ενδιαφέρει αυτό. Άντε από δω κουνελάκι μου. Κάνε δυο πήδους παρακάτω και μη ξαναγυρίσεις. Άδειασέ μας τη γωνιά.

Ρας: Δεν ξέρω θέλει σκέψη. Δύσκολα πράγματα.

Λένοξ: Δύσκολα δε θα πει τίποτα.

Ρας: Και πες πως επιλέγεις. Ξεροκαταπίνεις και προχωράς. Πού πας; Ανατολικά ή δυτικά;

Λένοξ: Αυτό και αν είναι δύσκολο!

Ρας: Πάντως εδώ γράφει πως πλέον υπάρχουν περίπου δέκα αποικίες άγριων κουνελιών στη Δύση και μόνο μία στην Ανατολή.

Λένοξ: Δηλαδή μου λες τι; Τα κουνέλια ξέρουν καλύτερα;

Ρας: Κράτα το ερωτηματικό σου Λένοξ.

Λένοξ: Τουλάχιστον εύχομαι να παρέμειναν άγρια…

Βασίλης Παπατσαρούχας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε Ζωγραφική, Σκηνογραφία και Γραφικές Τέχνες στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με δασκάλους τον Τριαντάφυλλο Πατρασκίδη, τον Γιώργο Ζιάκα και την Λεώνη Βιδάλη. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε πέντε ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί περισσότερα από πενήντα βιβλία σε εικονογραφήσεις του εντός και εκτός Ελλάδας. Έχει αποσπάσει δυο φορές το κρατικό βραβείο εικονογράφησης και δυο φορές το βραβείο ΕΒΓΕ. Το 2008 ήταν υποψήφιος για το διεθνές βραβείο εικονογράφησης Hans Christian An- dersen. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος με τους: Γιάννη Αναστασάκη, Ακύλλα Καραζήση, Νικαίτη Κοντούρη, Σταμάτη Κραουνάκη, Νίκο Μαστοράκη, Θωμά Μοσχόπουλο, Σταύρο Τσακίρη, Νίκο Χατζόπουλο.

Μπορείτε να δείτε εδώ τη δουλειά του Βασίλη Παπατσαρούχα ή να ακολουθήσετε τον λογαριασμό του στο facebook, και να δείτε τα έργα που ανεβάζει κάθε μέρα.