Επιμέλεια: Πέπη Νικολοπούλου

Το ελculture ζητάει σε πρόσωπα απ’ τον κόσμο των τεχνών να μοιραστούν ελεύθερα μαζί μας τις σκέψεις τους για τις μέρες αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης που βιώνουμε.

Ο συνιδρυτής του εκδοτικού οίκου Key Books, Βασίλης Βαρδάκας μάς στέλνει τη δική του ανταπόκριση:

Και εκεί που κυλούσαν οι μέρες μας κάπως φυσιολογικά, εκεί που φαινόταν ότι οι δύσκολες μέρες ήταν πίσω μας, εκεί που αρχίσαμε να κάνουμε όνειρα για το αύριο, ο κόσμος άλλαξε. Για ακόμα μια φορά. Όπως είχε αλλάξει και το 1989 που έπεσε το τείχος του Βερολίνου, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 με τους Δίδυμους Πύργους, το 2008 όταν κατέρρευσαν οι Λίμαν Μπράδερς. Και αν μπορώ να θυμηθώ εγώ αυτά τα ορόσημα, αναρωτιέμαι τι έχουν να διηγηθούν οι υπεραιωνόβιοι ανά τη Γη που πρόλαβαν από ισπανική γρίπη μέχρι δύο παγκόσμιους πολέμους.

Ένα από τα καλά που είχε αυτή η περιπέτεια του κορονοϊού και της καραντίνας, αν δεν αγωνίζεσαι να κρατηθείς στη ζωή εσύ ή κάποιος αγαπημένος σου και μπορείς να βλέπεις καλά στον ορίζοντα, είναι ότι μας έδωσε κάποιο χρόνο για να σκεφτούμε. Έξω από το κουτί αλλά και μέσα σ’ αυτό. Σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και σε μικρή. Ο κόσμος αλλάζει περίπου μια φορά τη δεκαετία. Σε μικρή κλίμακα, ο δικός μας κόσμος, ο μικρόκοσμος αλλάζει με άλλους ρυθμούς, ανάλογα με τη μουσική υπόκρουση της κάθε ζωής. Αποφοιτάς από το πανεπιστήμιο, παντρεύεσαι, κάνεις ένα παιδί, κάνεις δεύτερο, επιβιώνεις από ένα τροχαίο, βιώνεις μια τεράστια επιτυχία, σε απολύουν, σε ξαναπροσλαμβάνουν, δημιουργείς τη δική σου εταιρεία, μεγαλουργεί, χρεοκοπεί, δημιουργείς νέα, κάνεις τον γύρο του κόσμου, βρίσκεις τον εαυτό σου σε ένα βιβλίο, τον χάνεις μετά από ένα χωρισμό, τον ξαναβρίσκεις λίγο πιο κάτω τη στιγμή που βγήκες να τρέξεις στο δάσος. Και κάπου εκεί ανάμεσα σε μια κοιλάδα και μια κορυφή της ζωής αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι η μόνη σταθερά που υπάρχει στη ζωή είναι η αλλαγή. Η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα. Και η μόνη ασφάλεια αυτή που θα φτιάξεις με τα δύο σου χέρια.

«Η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα. Και η μόνη ασφάλεια αυτή που θα φτιάξεις με τα δύο σου χέρια.»

Γιατί εμφανίστηκε αυτός ο ιός και πώς θα ξεμπερδέψουμε με δαύτον; Δεν έχω ιδέα, αλλά ούτε και οι ειδικοί φαίνεται να έχουν βεβαιότητες. Γιατί υπάρχει ο θάνατος; Δεν έχω ιδέα. Γιατί υπάρχει ο πόνος; Θα ‘θελα να μην υπάρχει, αλλά δεν ξέρω γιατί υπάρχει. Δεν μπόρεσα να απαντήσω σ’ αυτά τα ερωτήματα. Δεν κατάφεραν να απαντήσουν ογκόλιθοι της σκέψης πριν από εμένα. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι όλη αυτή η περιπέτεια με έκανε να θέλω να ζήσω. Γι’ αυτό και νιώθω τυχερός που την περίοδο αυτή θα τη θυμάμαι σαν μία από τις πιο όμορφες της ζωής μου. Όντας τυχερός στα μεγάλα -υγεία- εκτίμησα διαφορετικά όλα τα «μικρά».

Άκουσα τα παιδιά μου -δίδυμα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι ηλικίας 2,5 ετών- να λένε τις πρώτες τους φράσεις. Τα κοίμιζα κάθε μεσημέρι και ξάπλωνα δίπλα τους για να μου κρατάνε από ένα δάχτυλο. Παίζαμε κάθε μέρα κυνηγητό στον κήπο του σπιτιού. Κάποια βράδια ανοίγαμε ένα μπουκάλι κρασί με τη γυναίκα μου, μαγειρεύαμε, συζητούσαμε, φλερτάραμε. Άλλα βράδια μαζευόμασταν πέντε παλιοί καλοί φίλοι στο zoom και αμπελοφιλοσοφούσαμε. Τα πρωινά ξυπνούσα πάντα νωρίς και έβγαινα στη βεράντα να ακούσω τη φιλαρμονική πτηνών της γειτονιάς μου. Μετά έστελνα ένα 6 στο 13033 και έβγαινα να τρέξω. Τις πρώτες μέρες ήμουν σχεδόν μόνος στον δρόμο. Τις τελευταίες μέρες πίστεψα πως όλη η γειτονιά ετοιμάζεται για τον κλασικό μαραθώνιο ή το τουρ ντε φρανς.

Λίγο μετά το τρέξιμο, γύρω στις 10, κάναμε σύσκεψη στον εκδοτικό στο messenger για να δούμε τις υποχρεώσεις της ημέρας. Αποφασίσαμε τρία βιβλία που ήταν να βγάλουμε το Πάσχα να κυκλοφορήσουν αργότερα μες στη χρονιά. Παράλληλα, ετοιμάσαμε τα επόμενα μας βιβλία, κάναμε τον επανασχεδιασμό της ιστοσελίδας μας, διαβάσαμε νέες προτάσεις προς έκδοση, είχαμε χρόνο να μιλήσουμε με τους συγγραφείς μας.

Ανάμεσα σε όλα έκανα και ένα course 4 εβδομάδων σε ένα ξένο πανεπιστήμιο, έτρεξα τον ημιμαραθώνιο Αθηνών μόνος μου σχεδιάζοντας δική μου διαδρομή και τερμάτισα μπροστά στην Ακρόπολη, συμμετείχα σε ένα 21ήμερο challenge διαλογισμού, διάβασα μερικά βιβλία, ανακάλυψα το cinobo.gr (να ‘ναι καλά οι άνθρωποι), είδα μερικές ωραίες ευρωπαϊκές ταινίες και ντοκιμαντέρ και κάνα δυό αγαπησιάρικες στο Netflix, άκουσα στο YouTube Ρόμπερτ Νατζέμυ και Ράσελ Μπραντ, δοκίμασα την υπομονή και τους ουρανίσκους της οικογένειας μαγειρεύοντας κορεάτικα, ταϋλανδέζικα, περουβιανά, αμερικάνικα, ινδικά και άλλα αγαπημένα πιάτα. Έμαθα να καλημερίζω με χαμόγελο τους γείτονες μου και όσους συναντούσα στο πρωινό μου τρέξιμο, στο σούπερ μάρκετ, στο περίπτερο, οπουδήποτε.

Φέτος, που έλειπα, έμαθα πόσο πολύ μου αρέσει να πηγαίνω το Πάσχα στο χωριό μου, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, να κάθομαι κάτω από μια λεμονιά και να διαβάζω το βιβλίο μου. Για να τιμήσω τη ρίζα μου μαγείρεψα το κατσικάκι όπως το έκανε η μάνα μου, η γιαγιά μου, η προγιαγιά μου – μπορεί να το κάνανε έτσι κάποτε στις Θερμοπύλες…

Φυσικά και υπήρξαν στιγμές που ζορίστηκα. Να ανοίγεις τις ειδήσεις και να βλέπεις την τραγωδία της Ιταλίας και της Ισπανίας και τους ανθρώπους να τραγουδάνε στα μπαλκόνια για παρηγοριά. Οι αναλυτές να κάνουν εκτιμήσεις λέγοντας ότι το Kραχ του 1918 ήταν παιδική χαρά μπροστά σ’ αυτό που έρχεται. Και στα πιο πεζά, γιατί έτσι είναι η ζωή, τραγωδία και κωμωδία δίπλα-δίπλα, να κάνεις επαγγελματικό σκάιπ με δύο παιδιά να σου παίρνουν το στυλό με το οποίο σημειώνεις.

Οι πιο ζόρικες στιγμές ήταν όμως όταν ένιωθα ότι μου λείπανε πράγματα – κυρίως άνθρωποι μου λείψανε. Άνθρωποι και αγκαλιές. Το γραφείο μου. Μια βόλτα στο κέντρο. Μια εκδρομή στο βουνό. Μια ωραία βραδιά με φίλους με γέλια μέχρι δακρύων.

Παρόλα αυτά θα συνεχίσω να εστιάζω στα θετικά. Στη δύναμη της φύσης που έδειξε ότι δύο μήνες παύσης είναι αρκετά για να βγουν πούμα στο Σαντιάγο της Χιλής, κογιότ στο Σαν Φρανσίσκο και να καθαρίσουν τα κανάλια της Βενετίας. Τη δύναμη της αλληλεγγύης, όπου γείτονες φρόντιζαν όσους είχαν ανάγκη. Τη δύναμη της ανθρωπιάς των γιατρών που αγωνίζονταν να σώσουν ζωές διακινδυνεύοντας τη δική τους. Τη δύναμη της αγάπης, που ηλικιωμένοι έδιναν τους αναπνευστήρες τους στους νεότερους στα νοσοκομεία της Ιταλίας.

Σήμερα θα βγω στο καινούργιο κόσμο, στον κόσμο που δεν χρειάζεται να στείλεις μήνυμα για να βγεις απ’ την πόρτα του σπιτιού σου. Ο κόσμος άλλαξε. Άλλαξα κι εγώ. Και θα ξαναλλάξει και θα ξαναλλάξω, και θα ξαναλλάξει…