Η 58η Μπιενάλε Βενετίας και η ελληνική συμμετοχή

Έργο του Ζάφου Ξαγοράρη, το περίπτερο της Μπιενάλε

Η Μπιενάλε της Βενετίας που ιδρύθηκε το 1893 θεωρείται σήμερα μαζί με την documenta, μία από τις σπουδαιότερες περιοδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, καθώς και η μοναδική που μέχρι σήμερα διατηρεί το καθεστώς των εθνικών εκπροσωπήσεων.  Στα Giardini στήνονται κάθε δυο χρόνια τα εθνικά περίπτερα που έχουν φτάσει φέτος τα 90 ενώ στο Αρσενάλε εκτίθενται τα έργα  79 καλλιτεχνών που επιλέγει ο φετινός επιμελητής της Μπιενάλε της Βενετίας, Ralph Rugoff, διευθυντής της Hayward Gallery στο Λονδίνο.

Γενικός τίτλος της φετινής Μπιενάλε “May You Live in Interesting Times”. Οι καλλιτέχνες Ζάφος Ξαγοράρης, Εύα Στεφανή και Πάνος Χαραλάμπους εκπροσωπούν την Ελλάδα στην 58η Μπιενάλε της Βενετίας (11 Μαΐου – 24 Νοεμβρίου 2019, Βενετία) με νέα έργα και in situ εγκαταστάσεις, με επιμελήτρια την Κατερίνα Τσέλου. Επενδύοντας τον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο του ελληνικού περιπτέρου στη Βενετία με εγκαταστάσεις, εικόνες και ήχους, οι τρεις καλλιτέχνες αναδεικνύουν διαφορετικές πλευρές του πολιτικού, ιδιωτικού και κοινωνικού μας βίου.

 Ζούμε σε ενδιαφέρουσες εποχές; 

Ralph Rugoff

Το ερώτημα της φετινής Μπιενάλε που έθεσε στον τίτλο της ο επιμελητής της Ralph Rugoff συναρτάται με το σκοπό της Μπιενάλε να είναι όχημα διάδοσης πολιτικών ιδεών, άλλοτε με άμεσο και άλλοτε με έμμεσο τρόπο απέναντι στις ποικίλες θεματικές προκλήσεις που αφορούσαν τις διεθνείς κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Τα έργα που παρουσιάζονται στην Μπιενάλε είναι συχνά συνυφασμένα με τις ριζικές ιστορικές ανατροπές του 20ού αιώνα και εκφράζουν νέες καλλιτεχνικές τάσεις και ρεύματα. Ο ίδιος ο Rugoff λέει ότι η τέχνη δεν μπορεί να εμποδίσει την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων και των αυταρχικών κυβερνήσεων σε διάφορα μέρη του κόσμου, ούτε μπορεί να ανακουφίσει την τραγική μοίρα των εκτοπισθέντων λαών σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα είδος οδηγού για το πώς να ζεις και να σκέφτεσαι σε «ενδιαφέρουσες εποχές».

Στην Μπιενάλε συναντιούνται πολλές και αντιφατικές οπτικές του κόσμου και των γεγονότων, οι οποίες επιτρέπουν πολλαπλές αναγνώσεις, ενθαρρύνουν την αμφισβήτηση και προκαλούν να εξετάσουμε τα έργα με απεριόριστη περιέργεια και διεισδυτικό πνεύμα. Η έκθεση ‘May You Live in Interesting Times’ θα περιλαμβάνει χωρίς αμφιβολία έργα τέχνης που αντικατοπτρίζουν τις επισφαλείς πτυχές της ύπαρξης σήμερα, συμπεριλαμβανομένων των διαφορετικών απειλών σε βασικές παραδόσεις, θεσμούς και σχέσεις της «μεταπολεμικής τάξης», δήλωσε ο Rugoff.

Alberto Burri, ο εμβληματικός Ιταλός μοντερνιστής στο Fondazione Giorgio Cini

Το Fondazione Giorgio Cini παρουσιάζει στη Βενετία μια έκθεση-ορόσημο αφιερωμένη στο σπουδαίο εικαστικό Alberto Burri (1915-1995). Από τις 9 Μαΐου έως τις 28 Ιουνίου, στο νησί San Giorgio Maggiore, η έκθεση με τίτλο Burri la pittura irriducibile presenza, αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας σειράς διεθνών εκθέσεων και εκδηλώσεων που οργανώθηκαν για να τιμήσουν τον πρωτοποριακό καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.

Η έκθεση καλύπτει χρονολογικά τις σημαντικές πτυχές της καλλιτεχνικής παραγωγής του Burri. Περιλαμβάνει μια σειρά από αριστουργήματα που ανήκουν σε κάθε φάση της καριέρας του καλλιτέχνη – από την εξαιρετικά σπάνια σειρά Catrami, του 1948, μέχρι το Cellotex το 1994, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του.

Alberto Burri, 1976 ©Aurelio Amendola

Για τον Alberto Burri που υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μεταπολεμικής τέχνης του 20ού αιώνα, η έκθεση αυτή μοιάζει με μια «επιστροφή στο σπίτι», αφού η τελευταία δουλειά του παρουσιάστηκε στη Βενετία. Τα έργα παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της Μπιενάλε της Βενετίας προσφέροντας την ευκαιρία να αναδειχθεί η σημασία και η αξία τους στον ευρύτερο κόσμο της τέχνης.

Ο Alberto Burri υπήρξε κεντρικός πρωταγωνιστής της τέχνης μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ήταν αυτός που αναθεώρησε τις παραδοσιακές αφηγήσεις των Ευρωπαίων καλλιτεχνών του ’50 και του ’60.  Η ομορφιά και η πολυπλοκότητα των έργων του, ο ανορθόδοξος χειρισμός των χρωστικών υλών και τα ταπεινά υλικά που χρησιμοποιεί τα συνοψίζει ο ίδιος σε μια φράση του: «H φόρμα και ο χώρος είναι τα σπουδαία στοιχεία που μετρούν».

Ο Alberto Burri επιδιώκει με τα ταπεινά υλικά μετατρέποντάς, τα ίδια σε έργα τέχνης να δημιουργήσει φόρμα μέσα στο χώρο. Παλιά πανιά και φτηνά καυσόξυλα, κομμάτια χρησιμοποιημένου πλαστικού με κομμάτια από κόντρα πλακέ σε ασυνήθιστες συμμείξεις δημιουργούν συνθέσεις και ολοκληρωμένα έργα που όσο περισσότερο τα κοιτάζει κάποιος τόσο του θυμίζουν την ανθρώπινη κίνηση και τον ανθρώπινο σώμα. Ο Burri αντί να χρησιμοποιεί τον καμβά, δημιουργεί έναν νέο από όλα τα ανομοιογενή υλικά, λινάτσες, κομμάτια χάλυβα, σπασμένους καπλαμάδες.

«H φόρμα και ο χώρος είναι τα σπουδαία στοιχεία που μετρούν»

Στη μεταπολεμική Ιταλία της εξαθλίωσης και της φτώχειας καθένα από αυτά τα υλικά υπενθύμιζαν κάτι, τα τσουβάλια θύμιζαν ρούχα, τα κόντρα πλακέ ήταν αυτά που ζέσταιναν τα σπίτια. Ο Alberto Burri δημιουργούσε γλυπτικές συνθέσεις επάνω στα υλικά του θολώνοντας τα όρια και τη διαχωριστική γραμμή ζωγραφικής και γλυπτικής. Οι εικόνες που δημιουργεί είναι βίαιες, έντονες και επηρέασαν  το Neo-Dada, την Process art και την Arte Povera. Catrami, Muffe, Gobbi, Bianchi, Legni, Ferri, Combustioni Plastiche και Cellotex, οι περίφημες σειρές έργων του που έδειξαν όλο το μεταπολεμικό κόσμο.

Ο Alberto Burri γεννήθηκε στην Città di Castello, στην Ιταλία, το 1915. Εκπαιδεύτηκε ως γιατρός και υπηρέτησε ως γιατρός στο ιταλικό στρατό, στη Βόρεια Αφρική κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη σύλληψη της μονάδας του στην Τυνησία το 1943, κλείστηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων όπου άρχισε να ζωγραφίζει. Μετά την επιστροφή του στην Ιταλία το 1946, αφοσιώθηκε στην τέχνη και αποφάσισε να αποτυπώσει τις εμπειρίες του από τον πόλεμο, τη στέρηση, και την ολέθρια ήττα της Ιταλίας.

Η πρώτη του ατομική έκθεση, στην Galleria La Margherita της Ρώμης το 1947 περιλάμβανε τοπία και νεκρές φύσεις. Μετά από ένα ταξίδι στο Παρίσι το 1948-1949, άρχισε να πειραματίζεται με χρώματα και υλικά που κατέστρεφαν την ομοιογενή υφή και την ακεραιότητα της επίπεδης εικόνας. Στο έργο του κατεδαφίζεται και αναδιαρθρώνεται η Δυτική ζωγραφική παράδοση. Ο Burriα αλλάζει την κλίμακα και με τη συναισθηματική δύναμη των έργων του εμφανίζει την πιο ατόφια μορφή μοντερνισμού. Έζησε στην Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γαλλία. Πέθανε στη Νίκαια το 1995. Δώρισε τα έργα του σε μουσεία που φέρνουν το όνομά του και εξασφάλισε τη βιωσιμότητά τους επιτρέποντας να βγαίνουν σε δημοπρασίες έργα του.

Grande Sacco, Sacco, 1952, Roma, Galeria Nazionale d’ Arte Moderna

Plastica, Plastica, 1964, Fondazione Palazzo Albizzini Collezione Burri

Rosso Plastica M3, Plastica, 1961, Fondazione Palazzo Albizzini Collezione Burri

Cellotex, Cellotex, 1975, Fondazione Palazzo Albizzini Collezione Burri

Χριστόφορος Σάββα: Γνωρίστε έναν σπουδαίο Κύπριο καλλιτέχνη 

Στο Κυπριακό Περίπτερο στην 58η Μπιενάλε Τέχνης στη Βενετία θα παρουσιάζεται μία μεταθανάτια έκθεση του καλλιτέχνη Χριστόφορου Σάββα (1924 ‐ 1968). Η ενδελεχής παρουσίαση του έργου του καλλιτέχνη που υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της σύγχρονης κυπριακής τέχνης αποφασίστηκε με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων από το θάνατό του αλλά και την παρουσία του το 1968, μαζί με άλλους έξι καλλιτέχνες που εκπροσώπησαν την Κύπρο στην πρώτη επίσημη συμμετοχή της ως ανεξάρτητο κράτος στην Μπιενάλε. Ο πρόωρος θάνατός του λίγο μετά τα εγκαίνια της έκθεσης ήταν η αφορμή ώστε να γνωρίσει τον Σάββα ένα ευρύτερο, διεθνές κοινό σε συνεργασία με το Point Centre for Contemporary Art και σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Jacopo Crivelli Visconti, ο οποίος θα εξετάσει και θα διερευνήσει τόσο την εικαστική παραγωγή του σημαντικού αυτού Κύπριου καλλιτέχνη, όσο και την καταλυτική του επίδραση στη διαμόρφωση του τοπικού καλλιτεχνικού τοπίου από τις δεκαετίες του 1950 και 1960 έως σήμερα, τις αναφορές και επιρροές του, καθώς και τις επαναστατικές ιδέες και μεθόδους του που σχετίζονταν με την ευρύτερη πρακτική της σύγχρονης τέχνης.

Ο επιμελητής της έκθεσης Jacopo Crivelli Visconti γράφει για τον Σάββα: Ο Χριστόφορος Σάββα πέθανε το 1968, λίγες βδομάδες μετά τα εγκαίνια της πρώτης επίσημης συμμετοχής της Κύπρου στην Μπιενάλε Βενετίας με μία ομαδική έκθεση, όπου εκτός από τον ίδιο συμμετείχαν ο Ανδρέας Χρυσοχός, ο Κώστας Ιωακείμ, ο Γιώργος Κυριάκου, ο Γιώργος Σκοτεινός και ο Στέλιος Βότσης. Όπως πολλά μετα‐αποικιακά κράτη, η Κύπρος δεν είχε την ευχέρεια να διαπραγματευτεί το “μοντέρνο” κατά έναν επαρκή και αυτόνομο τρόπο, με αποτέλεσμα να εισέρχεται απευθείας στο “σύγχρονο” – τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ιστοριογραφία και συχνά τη διεθνή προβολή της καλλιτεχνικής της παραγωγής. Έτσι, επανεξετάζοντας ένα κομβικό σημείο της πρόσφατης πολιτιστικής ιστορίας του νησιού, κάνουμε ένα ουσιαστικό βήμα για την καλύτερη κατανόηση του σύγχρονου.

Γυναίκα με βάζο

Η έκθεση θα περιλαμβάνει έργα από διαφορετικές περιόδους της σύντομης καριέρας του Σάββα. Ξεκινώντας από τις τοπιογραφίες των πρώτων χρόνων, θα επικεντρωθεί κυρίως στα έργα από τις πιο προσωπικές του σειρές που δεν εκτέθηκαν ποτέ εκτός Κύπρου –όπως τα αφηρημένα έργα, οι υφασματογραφίες και τα επιτοίχια ανάγλυφα από τσιμέντο– και θα ολοκληρωθεί με ορισμένα από τα πρωτότυπα ανάγλυφα με καρφίτσες, που ήταν τα τελευταία του έργα και συμπεριλήφθηκαν στο πρώτο Κυπριακό Περίπτερο στη Βενετία. Πέραν των έργων, στην έκθεση θα παρουσιάζεται υλικό για τη ζωή και τη δράση του καλλιτέχνη, με έμφαση στην πορεία της Γκαλερί «Απόφαση», ώστε να σκιαγραφηθεί, τόσο η εξαιρετική ποιότητα του έργου του Σάββα όσο και, πολύ πέρα από αυτό, ο καίριος ρόλος του στην εδραίωση της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκηνής στο νησί.

Ο Χριστόφορος Σάββα (1924 ‐ 1968) γεννήθηκε στο χωριό Μαραθόβουνος της Κύπρου. Ήταν το δεύτερο από έξι παιδιά μιας αγροτικής οικογένειας. Αφού υπηρέτησε το Κυπριακό Σύνταγμα του Βρετανικού Στρατού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετακόμισε στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει μαθήματα στο St. Martin’s School of Art και στο Central School of Art, προτού εγγραφεί στο Heatherley’s School of Art, όπου σπούδασε μέχρι το 1953. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Κύπρο όπου παρέμεινε για δύο χρόνια, παρουσιάζοντας τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις. Εκεί, εντάχθηκε ενεργά στην εγχώρια καλλιτεχνική σκηνή, συνιδρύοντας παράλληλα την Παγκύπρια Ένωση Φιλοτέχνων. Το 1956 επέστρεψε στο Λονδίνο, ενώ αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Académie Montparnasse, υπό την καθοδήγηση του André Lhote. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ο Σάββα είχε εγκατασταθεί στη Λευκωσία, έχοντας ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους πρωτοπόρους μίας δυναμικής καλλιτεχνικής σκηνής, τόσο μέσα από την εικαστική του παραγωγή όσο και μέσα από τις δράσεις της Γκαλερί «Απόφαση».

Η «Απόφαση» την οποία ίδρυσε το 1960 σε συνεργασία με τον Ουαλό καλλιτέχνη Glyn Hughes, αποτέλεσε το πρώτο ανεξάρτητο πολιτιστικό κέντρο της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας. Λειτουργώντας ως ένας χώρος δημιουργικής συνέργειας και ανταλλαγής, η γκαλερί γρήγορα εξελίχθηκε σε πυρήνα καλλιτεχνικής δραστηριότητας στο νησί, φιλοξενώντας πολυάριθμες εκθέσεις, διαλέξεις, παραστάσεις και προβολές. Λίγο μετά τα εγκαίνια της Μπιενάλε, το 1968, πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στο Sheffield.