Οι παραδοσιακές τεχνικές εικονογράφησης περιλαμβάνουν συνήθως ακουαρέλα, στυλό ή μελάνι. Στην περίπτωση του Viktor Koen όμως αυτό δεν είναι απόλυτο. Δημιουργικός και καινοτόμος, ο Viktor συνδυάζει την εικονογράφηση με τη φωτογραφία δημιουργώντας εικόνες φουτουριστικές και σκοτεινές που διεγείρουν το νου και τη φαντασία, ξυπνώντας κάτι διαφορετικό στον καθένα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967 και τελειώνοντας το Λύκειο έφυγε για σπουδές στην Ιερουσαλήμ και τη Νέα Υόρκη. Η Ελλάδα δεν τον “κράτησε” εντός των συνόρων της, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Εικόνες του φιλοξενήθηκαν σε μερικά από τα σημαντικότερα περιοδικά, εφημερίδες και εκδοτικούς οίκους όπως τους New York Times, το Time, το Newsweek, το Nature, το Penguin. Διδάσκει στο School of Visual Arts. «Ο Viktor Koen έγινε σταδιακά ο πλέον περιζήτητος εννοιακός εικονογράφος» δηλώνει ο Steve Heller, art director του The New York Times Book Review, κάνοντας ακόμα πιο έντονο το καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό του Viktor που δεν είναι άλλο από την έντονη κριτική ματιά με την οποία διανθίζει κάθε έργο του.

ελculture:  Τα έργα σας αποτελούν ένα κράμα φωτογραφίας και ζωγραφικής. Με ποια τέχνη ασχοληθήκατε πρώτα και τι ήταν αυτό που συνέβαλε τελικά στην ενασχόλησή σας με τον συνδυασμό και των δύο τεχνών;
Viktor Koen: Άρχισα από ακαδημαϊκό σχέδιο και ακαδημαϊκό χρώμα. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν ακρυλικό πάνω σε χαρτί, έπειτα έγιναν ακρυλικό πάνω σε διαφάνεια και άρχισε μια μίξη διαφανειών και από τις δυο πλευρές ώστε να μοιάζουν με cel από animation. Μετά άρχισα σιγά σιγά να χρησιμοποιώ όλο και πιο πολύ τη φωτογραφία. Στην αρχή – στα μαθητικά μου χρόνια – χρησιμοποιούσα φωτογραφίες που έβρισκα, αλλά μετά πέφτοντας ακριβώς πάνω στην είσοδο της ψηφιακής φωτογραφίας το 90% των εικόνων που χρησιμοποιούσα κατέληξα να το τραβάω ο ίδιος. Η ψηφιακή φωτογραφία κυριολεκτικά μου έλυσε τα χέρια. Έγινα συλλέκτης και κουβαλάω αυτή την ιδιότητα μέχρι και σήμερα. Είτε φωτογραφίζω κάτι συγκεκριμένο που ξέρω ότι χρειάζομαι ή μου τραβάει την προσοχή στο δρόμο, είτε φωτογραφίζω σε χώρους, σε flea μάρκετ και σε μουσεία. Ακόμα και στην Ελλάδα έχω φωτογραφίσει αρκετά πράγματα τα οποία μου κινούν τη φαντασία. Ακόμα κι αν δεν ξέρω που θα χρησιμοποιήσω τις φωτογραφίες εκείνη τη στιγμή, ξέρω πως θα βρω τον τρόπο να το κάνω. Η μετάβαση δηλαδή μεταξύ της χειροπιαστής και της εντελώς ψηφιακής τέχνης ήταν εντελώς σταδιακή. Για παράδειγμα, στην αρχή δημιουργούσα το ασπρόμαυρο ψηφιακά αλλά το χρώμα το έκανα με το χέρι. Σιγά σιγά έμαθα να χρωματίζω ψηφιακά. Το ένα διαδέχθηκε το άλλο όπως αλλάζει η ώρα στο ρολόι. Αργά. Τα τελευταία 15 χρόνια δουλεύω εντελώς ψηφιακά.

ελc: Ο άνθρωπος διασταυρωμένος με άλλα όντα ή αντικείμενα μας προειδοποιεί ουσιαστικά για τα χειρότερα που δεν έχουν έρθει ακόμα αλλά που δεν είναι και απίθανο να συμβούν αν η κοινωνία παραμείνει απαθής, αδιάφορη και παραδομένη στην πορεία που της έχουν χαράξει άλλοι. Μπορείτε να σχολιάσετε τις υβριδικές μορφές που κατέχουν συχνά κεντρικό ρόλο στις δουλειές σας;
V.K.: Ο συνδυασμός – αυτό που ονομάζουμε υβρίδιο – είναι η γενικότερη τεχνική μου. Ο συνδυασμός συμβόλων, ο συνδυασμός από textures ή ακόμα και ο συνδυασμός εργαλείων και αντικειμένων όπως η σκουριά και τα όπλα αποτελούν μέρος της τεχνικής μου. Με ενδιαφέρει πολύ ο συμβολισμός, με ενδιαφέρει η δημιουργία του αύριο μέσω του χθες γιατί πιστεύω ότι όταν χρησιμοποιείς εικόνες και σχήματα με τα οποία ο κόσμος είναι γνώριμος ή θυμάται μπορεί να κατανοήσει ευκολότερα κάτι το οποίο θα ακολουθήσει και είναι ίσως πιο περίπλοκο και μη εξεζητημένο. Βέβαια κάθε δουλειά είναι διαφορετική. Η προσωπική μου δουλειά, αυτή που εκθέτω σε γκαλερί και μουσεία, είναι ακριβώς αυτό που θέλω να κάνω. Οι δουλειές για την αγορά είναι διαφορετικές, γιατί έχουν και το κομμάτι του πελάτη το οποίο είναι εξίσου σεβαστό. Είναι πρόκληση άλλωστε για μένα να δημιουργήσω κάτι το οποίο να ενδιαφέρει εμένα και ταυτόχρονα να εκπέμπει κι αυτό που θέλει ο πελάτης. Ίσως όχι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα το σκεφτόταν αυτός, αλλά μέσα από τη δική μου ματιά και αισθητική.
Στην προσωπική μου δουλειά για παράδειγμα έχω μόλις κλείσει τον κύκλο εκθέσεων της σειράς Μαύρα Παράξενα Παιχνίδια και τώρα τελειώνω μια ολοκαίνουρια σειρά η οποία ονομάζεται “Τερατολόγιο” και είναι βασισμένη σε υβρίδια της ελληνικής μυθολογίας. Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιώ είναι παρμένες από τη βιβλιοθήκη της κυβερνήσεως των ΗΠΑ και τις συνδυάζω, τις χρωματίζω, τις αλλάζω, τις κόβω και τις ράβω έτσι ώστε να τις φέρω σε μια τέτοια μορφή που θα δώσει μια καινούρια, πιο σκοτεινή, πιο παράξενη, πιο gothic, πιο underground όψη σε ορισμένους χαρακτήρες της ελληνικής μυθολογίας. Σε μια μίξη πολύ γνωστών τεράτων που έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά, αλλά και αγνώστων τα οποία με ενθουσίασαν πολύ περισσότερο από τα ήδη γνωστά. Η δουλειά μου αυτή είναι αποτέλεσμα αυτού που λέμε «πραγματική μυθολογία» και όχι της μυθολογία που διδαχθήκαμε ως παιδιά, που έχει περάσει από στεγνό καθάρισμα ώστε να φύγει η βία και το σεξ από μέσα. Είναι αποτέλεσμα των πιο βίαιων και ερωτικών κειμένων που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει.

ελc: Παίρνοντας αυτά τα μυθικά πλάσματα και προσθέτοντάς τους έναν πιο σκοτεινό και μαύρο τόνο, επιθυμείτε να περάσετε κάποιο βαθύτερο μήνυμα ή απλά τη δική σας αισθητική;
V.K.: Η “μαυρίλα” της αισθητικής μου νομίζω ότι συχνά πηγάζει από ορισμένα δυσοίωνα συναισθήματα που έχω. Παρατηρώ πως αυτά τα συναισθήματα δημιουργούν δυνατότερες εικόνες που «ταρακουνούν» το θεατή δυνατότερα απ’ ότι ευοίωνες, φωτεινές ή πολύχρωμες εικόνες. Τυχαίνει η καινούρια μου δουλειά να είναι σκοτεινή αλλά παράλληλα να έχει ένα πολύ δημοφιλές θέμα, την ελληνική μυθολογία. Κάπου εκεί νομίζω πως βρήκα την ισορροπία. Οι χαρακτήρες, τα τέρατα στην προκειμένη περίπτωση, θέλω να έχουν ένα καθρεφτικό αποτέλεσμα στους Έλληνες αλλά και όχι μόνο. Θέλω ο θεατής να δει ένα κομμάτι του εαυτού του, να νιώσει κι αυτός συνεχιστής μιας παράδοσης η οποία προέρχεται από την ελληνική μυθολογία. Οι Έλληνες του σήμερα έχουν πολύ λίγα κοινά με τους Έλληνες του τότε. Ο πλανήτης μας είναι ένας πολύ ρευστός πλανήτης. Από άποψη κουλτούρας, ο Έλληνας σήμερα πιστεύει ότι συνδέεται με μια ίσια γραμμή με τον άνθρωπο που είχε το ίδιο όνομα με αυτόν στην ελληνική μυθολογία και αυτό δεν θέλω να το διαταράξω. Ίσα ίσα, κατά κάποιο παράξενο τρόπο θέλω να το ενισχύσω, κόβοντας κομμάτια της σημερινής δεοντολογίας και προβληματισμού και ράβοντας τα με σύγχυση, ενέργεια, καθώς και με τον πόλεμο ή καλύτερα με τους πολέμους, αφού όσο μιλάμε έχουμε έναν μέσο όρο 70 πολέμων στον πλανήτη. Προσπαθώ να ταιριάξω αυτή τη σκοτεινότητα στα έργα μου ελπίζοντας πως αυτή ίσως ταράξει προς κάποια δράση. Το ένστικτο μου πάντα με ωθεί να πάω αντίθετα στο όμορφο, στο λουλούδι, στο τριαντάφυλλο, στο γυαλιστερό.

ελc: Τα έργα σας συχνά χαρακτηρίζονται ως μετά-αποκαλυπτικά, όπου φουτουριστικά στοιχεία συνυπάρχουν με στοιχεία του σήμερα δημιουργώντας έναν κόσμο στα πρόθυρα της καταστροφής λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης και των κακών που εκείνη συνεπάγεται. Ποιος ο ρόλος της τεχνολογίας στην τέχνη σας; Τη θεωρείτε αναγκαίο κακό;
V.K.: Η τεχνολογία είναι πλέον κομμάτι του DNA μας. Δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτή γιατί είσαι κομμάτι της και είναι κομμάτι σου. Ειδικά για τα παιδιά που έχουν γεννηθεί τα τελευταία χρόνια, όπως η κόρη μου και ο γιος μου,  η τεχνολογία αποτελεί μια προέκταση του χεριού τους. Προσπαθώ να τα προστατεύσω και να επιβραδύνω την εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινή τους ζωή, πχ. Το να παίξουν ένα παιχνίδι στο iPad  παίρνει τη μορφή ενός επιδόρπιου που τους σερβίρεται μόνο σε ειδικές καταστάσεις. Οι λύσεις αυτές όμως είναι ατομικές και αποτελούν επιλογή του καθενός το κατά πόσο θέλει να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία και κατά πόσο θέλει να αφήσει την τεχνολογία να τον χρησιμοποιήσει. Ως άνθρωπος που προσπαθώ συνειδητά να είμαι χρήστης και εκμεταλλευτής της τεχνολογίας, πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να βρει τις δικές του ισορροπίες. Δεν μπορώ να παραπονεθώ για την τεχνολογία, γιατί είναι ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μου κι ένα μεγάλο κομμάτι της έκφρασης μου. Καθημερινά βρίσκομαι μπροστά σε μια οθόνη, η οποία για μένα είναι καμβάς και παλέτα. Κάποτε έλεγα ότι λερώνομαι με πίξελς. Αποτελεί τρόπο έκφρασής μου και δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Είναι συνέχεια της γνώσης μου και των ακαδημαϊκών σπουδών σχεδίου και ζωγραφικής που έχω κάνει μέχρι τώρα. Είναι ο τρόπος που μεταφέρω τα μηνύματα και τις γνώσεις μου. Το να μπορώ να παραπονιέμαι για την τεχνολογία, είναι μια πολυτέλεια που μου δίνει η ίδια η τεχνολογία, οπότε θα ήμουν αχάριστος αν αυτή τη στιγμή έκανα έναν αντιτεχνολογικό ευαγγελισμό.

ελc: Ποιες είναι οι επιρροές σας; Σε καλλιτεχνικό και κοινωνικό επίπεδο.
V.K.: Όταν αρχίζεις να μιλάς για ανθρώπους που έχουν είτε σπρώξει είτε κεντρίσει τη φαντασία σου, μιλάς συνήθως για ανθρώπους κοντινούς σου. Το να πω αυτή τη στιγμή πως ο Ιερώνυμος Μπος έχει μεγάλη επιρροή πάνω μου είναι κάτι πολύ θεωρητικό. Ο θείος μου είχε ένα πόστερ στο δωμάτιό του όπου τέρατα έτρωγαν άλλα τέρατα και θυμάμαι πως όποτε μου ζητούσε να του φέρω κάτι, έμπαινα στο δωμάτιο και κοιτούσα επί 5 λεπτά την αφίσα. Αυτό που θέλω να πω είναι πως ίσως φταίει μια παιδική βαθιά εντύπωση για τις επιρροές που είχα αργότερα. Είμαι σίγουρα περισσότερο επηρεασμένος από μέντορές μου σαν τον Marshall Arisman και κατά συνέπεια κι από τον Francis Bacon.  Οτιδήποτε μου κεντρίζει την προσοχή είτε λόγω μεγέθους και χρώματος είτε δύναμης, το δέχομαι χωρίς να θεωρώ πως ακολουθώ κάποια σχολή.
Υποσυνείδητα σίγουρα έχω δεχτεί μηνύματα που έχω αναπαραγάγει και τα οποία έχω «αντιγράψει» όντας αφελής, αλλά η στροφή μου προς τον αισθητικό σκοταδισμό – την κύρια έμπνευσή μου-  ήρθε από περιβαλλοντολογικές ανησυχίες. Δεν ξεκίνησε από το φουτουριστικό κομμάτι, αλλά δουλεύοντας πάνω σε αντιασφυξιογόνες μάσκες – αντικείμενο το οποίο συλλέγω φανατικά και επηρέασε άμεσα το έργο μου. Βάζοντας τη μάσκα στο πρόσωπο σου μεταμορφώνεσαι ταυτόχρονα σε ρομπότ και εξωγήινο. Η δύναμη αυτή που έχει μου αρέσει. Πολύ απλά βρήκα άλλα πράγματα πολύ βαρετά και το σκοτάδι με μαγνήτισε ευκολότερα από το φως κι έτσι έγινε κομμάτι της δουλειάς μου. Έγινε ένα μοτίβο της δουλειάς μου που νιώθω να πηγάζει φυσικά, χωρίς πίεση. Μου δίνεται η δυνατότητα να εκφράσω το μοτίβο αυτό κυρίως στις προσωπικές σειρές που φτιάχνω για να τον κόσμο και ειδικά στις δουλειές μου που έρχονται στην Ελλάδα. Δυστυχώς δεν έρχονται πολλές δικές μου δουλειές εικονογράφησης εδώ, εκτός πχ. του επόμενου τεύχους του Economist, στο οποίο έχω κάνει το εξώφυλλο του τεχνολογικού insert και έχει θέμα το Tricorder του Star Trek.

ελc: Τελειώσατε το λύκειο στη Θεσσαλονίκη κι αμέσως μετά προσπαθήσατε να μπείτε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Παρότι δεν καταφέρατε να μπείτε ούτε στο τμήμα Αθηνών, ούτε Θεσσαλονίκης, βρήκατε το δρόμο σας στο εξωτερικό και κάνατε μια σημαντική καριέρα. Τι θα λέγατε σε κάποιο παιδί το οποίο ζει στην Ελλάδα  και μόλις του κλείνουν την πόρτα σκέφτεται να τα παρατήσει; Κάποια συμβουλή ίσως;
V.K.: Για μένα αυτό είναι απλό. Αν κάποιος τα παρατήσει μετά την πρώτη κλειστή πόρτα που θα βρει μπροστά του, ίσως δεν είναι φτιαγμένος για τη Σχολή Καλών Τεχνών. Όταν ξέρεις ποιο είναι το ταλέντο σου, αν δεν μπορεί να σου δώσει το πείσμα για να συνεχίσεις ίσως να μη χτυπάς τη σωστή πόρτα, ίσως να είσαι πολύ πιο ταλαντούχος και κάποια άλλη πόρτα να είναι ιδανικότερη για σένα ή ίσως και να μην έχεις δουλέψει αρκετά. Η τεμπελιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός κυρίως των δημιουργικών ανθρώπων, κι αυτό γιατί τους προδίδει. Ένας μη δημιουργός μπορεί να βολευτεί με πολλά πράγματα, αλλά ένας δημιουργός βολεύεται μόνο με δημιουργία. Όταν ο ίδιος λόγω τεμπελιάς δεν φτάνει εκεί που θέλει είναι νομίζω διπλό το κακό που κάνει στον εαυτό του.

Η έκθεση – project του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης με τίτλο Αφροδίτη 2012: Ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί που θα διαρκέσει από τις 12 Δεκεμβρίου 2012 έως και τις 30 Απριλίου 2013 θα φιλοξενήσει μεταξύ άλλων έργων και μια δημιουργία του Viktor Koen.