Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεστε την Ελλάδα; Πώς μπορούμε να παρουσιάσουμε τον Vincent Dupont στο ελληνικό κοινό, ως ηθοποιό, χορευτή, χορογράφο, σκηνοθέτη;

Έχω έρθει δυο φορές στην Ελλάδα για τουρισμό και έχω υπέροχες αναμνήσεις.

Είμαι ‘ερμηνευτής’ θεάτρου και χορού , ο οποίος όμως από αυτή τη θέση θέτει ερωτήματα στις παραστατικές τέχνες, θεωρώντας το σώμα εν κινήσει τη βάση αυτών των τεχνών. Επομένως, αισθάνομαι κατά ένα φυσικό τρόπο πιο κοντά στη δουλειά ενός χορογράφου.

Το Hauts Cris (miniature) πρωτοπαρουσιάστηκε το 2005, οι παραστάσεις που έχετε ήδη δώσει κατά πόσο οδήγησαν το έργο σε μια ωρίμανση;

Η βασική δομή παραμένει η ίδια, αλλά πιστεύω ότι η παράσταση μετά από τόσες φορές που έχει παιχτεί έχει βρει τα στηρίγματά της, το κέντρο βάρος της, ας πούμε, για να μπορέσει να εκφράσει όλη της τη δυναμική.

Πώς δουλέψατε την κίνηση;

Σε αυτό το έργο, η κίνηση εγγράφεται ως καταλύτης του χώρου και του ήχου : ο χώρος με τονισμένες προοπτικές προτείνει μια συγκεκριμένη θέαση της κίνησης και αποκαλύπτει συγκεκριμένες περιοχές έντασης. Ο ήχος και ειδικότερα η παραγωγή φωνής την υποχρεώνει να εντοπίσει τις δυναμικές της γραμμές για να επιβάλλει τη διαδρομή της. Αυτός ο διπλός συνδυασμός, σώμα-χόρος και σώμα-ήχος είναι η βάση της γραφής του Hauts cris (miniature) και συναντά την ιδιαιτερότητά του στη συνεχή διάδρασή του. Δουλεύοντας την κίνηση παράλληλα με τον ήχο οδηγήθηκα σε ταχύτητες εκτέλεσης πολλές φορές αργές και σχολαστικές.

Γιατί επιλέξατε το ποίημα του d’Agrippa d’Aubigné; Ποια είναι η θέση του κειμένου μέσα στο έργο;

Στις παραστάσεις μου, το κείμενο δεν αποτελεί ποτέ τη βασική δομή. Αποτελεί μέρος του πιθανού υλικού για την πραγμάτωση ενός αντικειμένου. Είναι περισσότερο μια αντίστιξη ή ένα πιθανό άνοιγμα για τις αισθήσεις.

Τι αντιπροσωπεύει η δυνατή κραυγή για την παράσταση;

Θέλησα να κάνω αυτή την παράσταση, αντιμετωπίζοντας ένα αίσθημα απώλειας. Με τον καιρό, συνειδητοποίησα αυτή τη δυνατότητα: να βγάλουμε μια κραυγή σε ορισμένα πράγματα που μας κάνουν να εξεγειρόμαστε. Προσπάθησα να διαγράψω μια διαδρομή που μου επιτρέπει να ξαναβρώ αυτό το συναίσθημα και να μοιραστώ αυτή τη βία με το κοινό. Ελπίζω να έχω βρει ένα χώρο, όπως αυτές οι ‘μινιατούρες’ της μεσαιωνικής εποχής ζωγραφισμένες σε ένα κομμάτι ξύλο, που ελευθερώνουν το υποσυνείδητο από τα ψυχικά του τραύματα και το βοηθούν να μεταμορφώσει την πληγή του.

Ο ήχος και ο φωτισμός παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην παράσταση. Μπορούμε να τους θεωρήσουμε ερμηνευτές ρόλων όπως κι εσάς;

Ακριβώς. Για να δώσουμε σε κάθε παράσταση την ιδιαιτερότητά της, ολόκληρη η ομάδα πρέπει να τοποθετηθεί ως ερμηνευτής για την εκτέλεση της κίνησης. Δεν πρόκειται μόνο να ακολουθήσουμε μια παρτιτούρα ή μια συγκεκριμένη σειρά πράξεων, αλλά να ξαναβιώσουμε μια εμπειρία με τις διακυμάνσεις της και τις αποκαλύψεις της.

Το MIRfestival είναι ένα φεστιβάλ διασταύρωσης των τεχνών. Το έργο σας βρήκε λοιπόν τον ιδανικό τόπο για να παρουσιαστεί;

Η διασταύρωση των τεχνών για τις παραστατικές τέχνες αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μέρος της φυσικής εξέλιξης αυτού του κλάδου. Ελπίζω να ανήκω κι εγώ, όπως και τα άτομα αυτού του φεστιβάλ, σε αυτούς που συνεχίζουν να ψάχνουν και να διερευνούν την ‘αναπαράσταση’.