Αναρωτιόμουν όση ώρα παρακολουθούσα το Vitrioli, το τελευταίο έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη σε σκηνοθεσία του Olivier Py, αλλά και μετά το τέλος της παράστασης: γιατί ο Γάλλος σκηνοθέτης δέχτηκε/αποφάσισε να σκηνοθετήσει το έργο στη χώρα μας, στα ελληνικά, αντί να το συστήσει μεταφρασμένο στους συμπατριώτες του, όπως έχει κάνει στο πρόσφατο παρελθόν με άλλα ελληνικά έργα (ακόμη και του ίδιου του Μαυριτσάκη);

Ναι, φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον έργο το «Vitrioli», μια καταβύθιση στο σκοτεινό κόσμο της εφηβείας. Επιχειρεί μια ζοφερή απεικόνιση του ψυχισμού ενός εφήβου και κινείται στα ρευστά όρια μεταξύ (εφιαλτικής) πραγματικότητας και ονείρου. Μοιάζει ακόμη με συνεχή, ασθματική, αγωνιώδη πάλη: το Αγόρι του έργου, το ακαταστάλαχτο ακόμη ως προς τη σεξουαλική του ταυτότητα, παλεύει με τον εαυτό του, με το εχθρικό περιβάλλον, με τους φόβους και τους δαίμονές του, με την εξάρτησή του από τη μητέρα του, με τη σχέση του με το άλλο φύλο. Όλα αυτά προσωποποιούνται στο έργο από τους ήρωες: η Μητέρα, το Κορίτσι, ο Ερμαφρόδιτος, ο Θεραπευτής, ο Κύριος… κανείς δεν έχει όνομα – προσδιορίζονται από την ιδιότητά τους, γιατί αυτή είναι που έχει σημασία. Το «Vitrioli» δε θέλει να μας μιλήσει για την ιστορία ενός συγκεκριμένου αγοριού με όνομα και προσδιορισμένη ταυτότητα, αλλά για κάθε (εγκλωβισμένο) έφηβο.

Δεν απορώ γιατί το έργο κέντρισε το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη. Μάλιστα, ο ζοφερός κόσμος του έργου πήρε στα χέρια του σάρκα και οστά μέσα από δυνατές εικόνες και ιδιαιτέρως δραματική ατμόσφαιρα. Βουτηγμένη στη λάσπη ήταν η σκηνή του θεάτρου για τις ανάγκες της παράστασης, όχι τυχαία: ήταν η λάσπη μέσα στην οποία βούλιαζαν οι ήρωες, παλεύοντας να σταθούν όρθιοι, ήταν η λάσπη των υπονόμων, εκεί όπου ευχήθηκε το Αγόρι, σε μια δραματική του έκκληση, να εξαφανιστεί για να μη βλέπει κανέναν, ήταν τέλος η αγκαλιά της γης που υπονοεί το αρκτικόλεξο που κρύβεται πίσω από τον τον τίτλο του έργου: Visita Interiora Terrae Rectificando Invenies Occultum Lapiderm (Επισκέψου το εσωτερικό της γης, επανορθώνοντας θα βρεις την κρυμμένη λίθο). Ο σκηνοθέτης έδωσε με απόλυτο ρεαλισμό και «ιατρική» ακρίβεια την ωμότητα, τη βία και το άγχος του έργου. Δεν απέφυγε τη ρεαλιστική απεικόνιση σκηνών σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ούτε φοβήθηκε το γυμνό ή τη σεξουαλική αναπαράσταση. Η σκηνοθεσία του, και ορθά νομίζω, δεν ήταν υπαινικτική, αλλά προσπάθησε να μας δείξει το δραματικό σύμπαν του έργου. Η δράση ήταν συνεχής, ρεαλιστική, δεν άφησε τίποτα στη φαντασία μας.

Τι έγινε όμως με το κείμενο; Με το λόγο του έργου; Και από εδώ προέκυψε το αρχικό μου ερώτημα. Το «Vitrioli» βασίζεται πολύ στο λόγο: αυτός, συνεχής και συχνά παραληρηματικός, είναι που μας παραδίδει τις ζοφερές εικόνες του έργου. Χωρίς επισταμένη δουλειά πάνω στο κείμενο και στην εκφορά του από τους ηθοποιούς, πώς αυτό να ακουστεί στην πλατεία; Αυτή η δουλειά ήταν, νομίζω, που έλειπε από την παράσταση του κ. Py, και πώς να μη λείπει άλλωστε; Πώς να δουλέψει ένας σκηνοθέτης ένα κείμενο σε γλώσσα που δε γνωρίζει; Και πώς να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς του στη λεκτική έκφραση όταν δεν καταλαβαίνει από πρώτο χέρι τι λένε; Το αποτέλεσμα στην παράσταση ήταν ένα κείμενο που απλώς λεγόταν, πότε εξωφρενικά γρήγορα πότε όχι, σχεδόν πάντα χωρίς δραματικό βάρος από πίσω του, τονισμούς, απεύθυνση. Ένα κείμενο που φαίνεται να λειτούργησε απλώς ως αφορμή για τη δράση και ελάχιστα κατέβηκε στην πλατεία. Έτσι, ό,τι έγινε αισθητό από το έργο ήταν χάρη στις σκηνικές εικόνες και στη συνεισφορά των (ταλαντούχων, αλλά ακαθοδήγητων) ηθοποιών που, ο καθένας κατά την προσωπική του εμπειρία και ικανότητα, προσπάθησαν να υποστηρίξουν ένα δύσκολο, κατά πώς το αντιλήφθηκα, κείμενο. [Για το λόγο αυτό, δε θα αναφερθώ στους ηθοποιούς της παράστασης. Οφείλω όμως να ξεχωρίσω τον Χάρη Τζωρτζάκη (Αγόρι), που με κάθε ίνα του κορμιού του ενσάρκωσε τον επίπονο ρόλο του.]

Εξαιτίας των παραπάνω, προσωπικά συνειδητοποίησα γρήγορα μέσα στην παράσταση ότι όλα όσα έβλεπα, και που με αδιαμφισβήτητη δουλειά και πίστη έχτισε ο σκηνοθέτης, ελάχιστα με αφορούσαν. Δεν κατάφερα καν να εκνευριστώ με την ωμότητα του θεάματος, όπως φανερά ένιωσαν άλλοι θεατές. Το «βιτριόλι» του έργου δεν κατάφερε να με διαποτίσει…

Θα κλείσω διατυπώνοντας ένα ακόμη ερώτημα: Το Εθνικό Θέατρο, που απασχολεί στο δυναμικό του μόνιμο δραματολόγο, δεν αισθάνθηκε, άραγε, το «χρέος» να συνθέσει ένα πρωτότυπο κείμενο για το έργο; Θυμίζω ότι πρόκειται για την πρώτη παρουσίαση του τελευταίου έργου ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δραματουργών. Το ερώτημα αυτό, που θα ίσχυε ακόμη κι αν η άποψή μου για την παράσταση ήταν θετικότερη, τώρα ενισχύεται περισσότερο. Τα (άκρως ενδιαφέροντα) κείμενα που συγκροτούν την ύλη του προγράμματος -από αποσπάσματα μελετών και λογοτεχνικών κειμένων μέχρι τους στίχους του «The end» των Doors- και που πολύπλευρα αγγίζουν το θέμα της εφηβείας δε συνιστούν φυσικά δραματολογική ανάλυση, μια ανάλυση που μου έλειψε ειδικά σε αυτή την περίπτωση που νιώθω ότι η σκηνική τύχη του κειμένου δεν ήταν ικανοποιητική.

H θεατρική παράσταση το “Vitrioli” παίζεται στο Εθνικό Θέατρο έως τις 24 Απριλίου.