Έντεκα χρόνια πριν, σε μια άλλη μακρινή εποχή, όταν τα σινεμά έπαιζαν ακόμη ταινίες και όταν η πραγματικότητα έμοιαζε πολύ λιγότερο με δυστοπικό φιλμ, μια από τις πρώτες ταινίες για τις οποίες γράφτηκε κείμενο για αυτήν τη στήλη ήταν το “Bruno“. Εκεί λέγαμε πως: «Ο Σάσα Μπάρον Κοέν παίρνει την πραγματικότητα και της προτείνει -ψέμματα, της επιβάλλει- να γυρίζουν ταινίες ρεφενέ. Εκείνος θα βάζει την πρόκληση κι εκείνη την αντίδρασή της. Εκείνος θα τραβά το σκοινί στα άκρα κι εκείνη θα αναγκάζεται να το τραβά πίσω. Και η κάμερα θα είναι σταντ μπάι για να καταγράφει τα αποτελέσματα, για να βλέπει ποιος θα χάνει οριστικά την ισορροπία του και θα σωριάζεται μαζί με τα προσχήματά του… Ο Σάσα Μπάρον Κοέν ξαμολιέται στις ΗΠΑ λειτουργώντας ως καθρέφτης βλακών: «Έλα, είμαι αρκετά ηλίθιος, ώστε να μπορείς να μου αποκαλυφθείς – Έλα, κοίταξε με και δες σε μένα αυτόν που είναι τόσο ακραίος, ώστε να μην έχεις άλλη επιλογή από το να μου δείξεις ποιoς πραγματικά είσαι».

Δεκατέσσερα χρόνια μετά το 2006, το πρώτο “Borat” και καταναγκαστικά έργα σε γκουλάγκ στα οποία καταδικάστηκε επειδή δυσφήμισε το όνομα του Καζακστάν, o Μπόρατ Μάργκαρετ Σαγκντίγιεβ, ένας από τους κορυφαίους Καζάκους ρεπόρτερ, επιστρέφει στις ΗΠΑ. Του ανατίθεται μια νέα αποστολή ύψιστης εθνικής σημασίας, που πρέπει να φέρει σε πέρας αν δεν θέλει να βρει μαρτυρικό θάνατο πίσω στην πατρίδα του.

Θα αδικούσα το “Βοrat Subsequent Movieflim“, αν δεν παραδεχόμουν ότι έχει τις στιγμές του, αν δεν παραδεχόμουν ότι υπάρχουν σκηνές που και γελάς δυνατά και καταφέρνουν να σου προκαλέσουν ένα μικρό σοκ. Η γενική αίσθηση που μου άφησε ωστόσο, είναι ότι και το γέλιο και το σοκ έχουν υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με την πρώτη ταινία, είναι ότι ο Μπόρατ δυσκολεύεται πολύ πια να μας κάνει να ξαφνιαστούμε αυθεντικά.

H μυθοπλασία καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο εις βάρος της πραγματικότητας απ’ ό,τι στον πρώτο “Borat”, η πλοκή της σχέσης του Μπόρατ με την κόρη του γίνεται καλώς ή κακώς σχεδόν κυρίαρχη, και αυτό δεν είναι κάτι που λειτουργεί υπέρ του τελικού κράματος – αποτελέσματος. Η ιστορία πατέρα – κόρης είναι βουτηγμένη σε έναν μάλλον άτεχνο και μη πειστικό συναισθηματισμό, ο οποίος μπερδεύει τον τελικό χαρακτήρα της ταινίας και θα ταίριαζε περισσότερο σε γλυκερή κομεντί. Η σκηνή που έκανε περισσότερο πολιτικό σάλο, είναι εκείνη που εμπλέκεται ο πρώην Δήμαρχος της Νέας Υόρκης και θερμός υποστηρικτής του Ντόναλντ (ή Μακντόναλντ κατά τον Μπόρατ) Τραμπ, Ρούντι Τζιουλιάνι. Και όντως, χωρίς να πούμε εδώ τι συμβαίνει, είναι μια σκηνή που λειτουργεί και βρίσκει στόχο. Η κατάσταση που δημιουργείται, λύνεται με έναν τρόπο στην καλύτερη παράδοση του πρώτου Βorat, με το γέλιο να διαδέχεται το σοκ. Αλλά αμέσως μετά ακολουθεί μια σκηνή σαπουνόπερας. Έρχεται σε αντιδιαστολή στο μυαλό η σκηνή απ’ το πρώτο “Βorat”, με τη γυμνή πάλη του Μπόρατ με τον δασύτριχο παραγωγό του, που σε έκανε αφενός να γελάς μέχρι δακρύων και αφετέρου εξερευνούσε τα όρια σου, σε ξεβόλευε, σε κλόνιζε. Αν ο Κοέν ήθελε να γίνει πραγματικά σοκαριστικός και στο σίκουελ, θα μπορούσε στο σημείο αυτό αντί για τη σαπουνόπερα, να δώσει μια άλλη κατεύθυνση στη σχέση πατέρα κόρης. Αλλά αν το έκανε αυτό, ποιον ακριβώς θα σατίριζε και τι ακριβώς θα ήθελε να πει; Πολύ σωστή απορία μεν, η οποία όμως οδηγεί αναπόφευκτα σε μιαν άλλη: τι ακριβώς σατιρίζει και τι ακριβώς θέλει ούτως ή άλλως να πει, με μια τέτοια απεικόνιση του Καζακστάν;

Εν πάση περιπτώσει, το θέμα και των δύο Borat δεν είναι το Καζακστάν, το θέμα τους είναι οι ΗΠΑ. Και πράγματι και στο “Βοrat Subsequent Movieflim” έχει να δεις πράγματα: από πάστορες σε κέντρα κατά των αμβλώσεων που είναι κατά των αμβλώσεων, με οποιονδήποτε ποινικά κολάσιμο ή και ταμπού τρόπο κι αν προήλθε η σύλληψη, ως χοροεσπερίδες για ντεμπιντάντ στον βαθύ αμερικάνικο νότο, λες και ο χρόνος έχει μείνει μερικούς αιώνες πίσω, μέχρι και απόψεις για την προέλευση του ιού που αδυνατείς να πιστέψεις ότι λέγονται στα σοβαρά – κι όμως στα σοβαρά λέγονται. Νομίζω όμως ότι η συνολική αποτίμηση είναι πως οι οι Αμερικάνοι, ή για την ακρίβεια το συγκεκριμένο πολιτιστικό και πολιτικό κομμάτι των ΗΠΑ που μπαίνει στο στόχαστρο, φαντάζει λιγότερο ηλίθιο απ’ ό,τι στο πρώτο “Borat”. Ίσως γιατί τους συνηθίσαμε πια, ίσως γιατί δεν μας κάνει τίποτα εντύπωση πια. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2006 και μετά -και ακόμη περισσότερο μέσα στη νοσηρή τρέλα του 2020- παγιώθηκε μέσα μας η πεποίθηση ότι η πραγματικότητα είναι εξωπραγματική και πως καμιά συμπεριφορά ή νοοτροπία δεν πρέπει να μας κάνει στα αλήθεια εντύπωση.

Ένα πλάνο του ήρωα σε έναν εντελώς άδειο δρόμο λόγω του λοκντάουν είναι πιο σοκαριστικό από όλα τα υπόλοιπα της ταινίας μαζί. Εν μέρει λείπει από την ταινία η αιχμή, εν μέρει είναι δύσκολο να υπάρξει πια σήμερα τέτοια αιχμή, γιατί τα έχει ξεπεράσει όλα η πραγματική πραγματικότητα. Η τετραετία Τραμπ είναι η απόδειξη ότι η Αμερική που είχε δείξει ο πρώτος “Βorat” είναι στο τιμόνι. Ζούμε εδώ και τέσσερα χρόνια επισήμως στις ΗΠΑ του Μπόρατ, οι ΗΠΑ θα αποφασίσoυν σήμερα στις εκλογές αν ο Τραμπ θα έχει δεύτερη τετραετία, και να μην έχει όμως, αυτό το μισό των ΗΠΑ θα είναι ξανά εκεί, δεν πηγαίνει πουθενά. Και δίπλα στις ΗΠΑ του Μπόρατ Τραμπ αρχίζει ίσως λόγω και του κόβιντ και της αντιμετώπισής του να απελευθερώνεται και στην υπόλοιπη Δύση ένα κύμα ανθρώπων που έρχεται να μοιάσει στο συγκεκριμένο ήμισυ των ΗΠΑ. Ίσως ο δεύτερος Μπόρατ θα είχε τη δυνατότητα να πει κάτι πιο φρέσκο αν έκανε ένα τουρ ευρωπαϊκό. Ίσως οι ΗΠΑ είναι ύλη που καλύφθηκε πια, ίσως έχει πια αρχίσει να κολλάει Τραμπ όλος ο κόσμος. Γεγονός για το οποίο δεν είναι αμέτοχο ευθυνών και αυτό που στέκεται ως απέναντι δέος απέναντι στους Τραμπ αυτού του κόσμου. Και για το οποίο ο Mπόρατ δεν μιλά.