Προκειμένου να μιλήσει κάποιος για το Βραβείο ΔΕΣΤΕ 2013, νομίζω ότι πρέπει να το αναλύσει σε δύο επίπεδα. Σε επίπεδο θεσμού και σε επίπεδο συμμετοχών. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το θεσμικό πλαίσιο. Είναι πρόδηλο ότι προκειμένου ένας θεσμός να αποκτήσει αξιοπιστία και κύρος καταρχάς είναι απαραίτητο να έχει ένα σαφές πλαίσιο λειτουργίας και ξεκάθαρους όρους και διαδικασίες. Το Βραβείο ΔΕΣΤΕ, το οποίο θεσμοθετήθηκε το 1999 και απονέμεται κάθε δύο χρόνια, μπορεί να δανείζεται το κύρος του ομώνυμου Ιδρύματος, παρ’ όλα αυτά στις οκτώ φορές που έχει διοργανωθεί εδώ και δεκαπέντε χρόνια δυστυχώς δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει ένα ξεκάθαρο πλαίσιο όρων συμμετοχής των καλλιτεχνών. Για παράδειγμα, το 1999 τους καλλιτέχνες επέλεξε ένας και μόνον επιμελητής, ενώ από το 2001 προβλέπεται μία εξαμελής επιτροπή η οποία προτείνει τους καλλιτέχνες. Επίσης, το ηλικιακό όριο των 40 ετών προστέθηκε από το 2005, ενώ στο Βραβείο ΔΕΣΤΕ 2003 όλοι οι καλλιτέχνες έπρεπε να είναι μεγαλύτεροι από σαράντα. Και εδώ φτάνουμε και στο ακανθώδες θέμα του φετινού βραβείου. Ο ένας εκ των προτεινόμενων καλλιτεχνών για το Βραβείο ΔΕΣΤΕ 2013, ο Ηλίας Παπαηλιάκης -του οποίου παρεμπιπτόντως η δουλειά είναι, κατά την άποψή μου, μία από τις δύο καλύτερες που παρουσιάζονται φέτος– είναι 43 χρονών. Βέβαια, στο εισαγωγικό κείμενο του φετινού καταλόγου όπου περιγράφεται η διαδικασία, το ηλικιακό όριο παραλείπεται, παρότι στο site εξακολουθεί να υπάρχει ως πληροφορία. Επίσης, στο site του Ιδρύματος αναφέρεται ότι οι υποψήφιοι καλλιτέχνες πρέπει να είναι Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ενώ στο εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου αναφέρεται ότι οι καλλιτέχνες μπορεί να είναι Έλληνες ή Κύπριοι. Είναι κρίμα να υποσκάπτεται ένας θεσμός από τέτοιες ανακολουθίες, όταν μάλιστα είναι τόσο σημαντικός για τα εικαστικά δρώμενα και των δύο χωρών.

Ας δούμε όμως τις φετινές συμμετοχές με τη σειρά που παρουσιάζονται στον κατάλογο οι καλλιτέχνες. Τη δουλειά της Μαρίας Θεοδωράκη ομολογώ ότι δεν τη γνώριζα, προσπάθησα αρχικά να τη μάθω μέσα από το Ιnternet. Όμως μιας που δεν είμαι οπαδός της οικειοποίησης (appropriation) που στρέφεται προς τη χρήση κειμένων ή και αντικειμένων χωρίς προφανή αισθητική αξία και τα οποία χρησιμοποιούνται σχεδόν αυτούσια, χωρίς καμία ιδιαίτερη παρέμβαση, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Όσο για το έργο που εκθέτει η καλλιτέχνις στο πλαίσιο του Βραβείου, με άφησε αδιάφορο. Μια εγκατάσταση στην οποία η εικαστικός διηγείται σε ένα κείμενο εκτυπωμένο σε χαρτί Α4 -φωτοτυπημένο και τοποθετημένο σε μια στήλη εκατοντάδων αντιτύπων- την ιστορία ενός κτερίσματος από κυκλαδικό τάφο του 2800 με 2300 π.Χ. το οποίο θα ήθελε -αν της δοθεί η άδεια από το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης- να εγκιβωτίσει σε ένα κασόνι εταιρείας μεταφορών που έχει ήδη τοποθετήσει στο πάτωμα της αίθουσας που της έχει διατεθεί. Νομίζω ότι καταλαβαίνω το διάλογο που θέλει να δημιουργήσει για τη ζωή και το θάνατο, το ιδιωτικό και το δημόσιο, το εφήμερο που η τύχη μπορεί να το κάνει εξαιρετικό και μουσειακό, το σύγχρονο που μετατρέπεται σε παρελθόν, όμως μια στοίβα από χαρτιά Α4 που περιγράφουν τις σκέψεις και τις προθέσεις του καλλιτέχνη και ένα κιβώτιο δε θεωρώ ότι είναι μια δυνατή εικαστική σύνθεση.

Ο δεύτερος καλλιτέχνης που εκθέτει στο φετινό Βραβείο ΔΕΣΤΕ είναι ο Κώστας Σαχπάζης με του οποίου τη δουλειά είμαι πιο εξοικειωμένος. Άνισος ο Σαχπάζης στα έργα του, άλλες φορές γίνεται ποιητικός και άλλες φορές οι συνθέσεις του τον προδίδουν. Χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για να δημιουργήσει πρωτότυπες φόρμες, μια arte povera του 2013, όμως ακριβώς επειδή τα έργα του είναι τόσο αφαιρετικά που μόνο διαισθητικά μπορεί να τα πλησιάσει ο θεατής πιστεύω ότι η σύνθεση θα πρέπει να γίνεται με περισσότερη σπουδή, να εξαλείφεται η εντύπωση του σχεδόν τυχαίου που υπάρχει σε κάποια από αυτά. Απαράδεκτο ήταν το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης τις πρώτες ημέρες λειτουργίας της έκθεσης ακόμα δεν είχε δώσει στους υπεύθυνους του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ τους τίτλους των έργων του, με αποτέλεσμα ο θεατής πραγματικά να μην ξέρει τι βλέπει.

Ο Αλέξανδρος Τζάννης είναι o ένας εκ των δύο καλλιτεχνών που παρουσιάζουν τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές στο Βραβείο. Μάστορας στο σχέδιο, τα έργα του μέχρι πρόσφατα ήταν αποτέλεσμα επίπονης και λεπτομερειακής δουλειάς κυρίως με τη χρήση στυλό διαρκείας, προκειμένου να δημιουργήσει και να διηγηθεί ιστορίες για τη μνήμη και τη λήθη, το χρόνο, το επικό ή το σημαντικό σε αντίστιξη με το τρέχον-το καθημερινό, το φυσικό σε αντίθεση με το κατασκευασμένο, μια πρωτότυπη εικονογραφία που συχνά παρέπεμπε στους ρώσους cubo-futurists. Τα δύο τελευταία χρόνια ο Τζάννης όχι μόνο υιοθέτησε νέα εκφραστικά μέσα όπως ο πηλός προκειμένου να δημιουργήσει γλυπτά απόλυτα γεωμετρικά, αλλά ταυτόχρονα άλλαξε και τον τρόπο που συνθέτει τις εικόνες του, καθώς και την επιφάνεια στην οποία δουλεύει. Έτσι, κάποιοι πίνακες του, παρότι γίνονται με την ίδια εμμονική σχεδιαστική διαδικασία, είναι πιο αφαιρετικοί και με πιο στρογγυλεμένα σχήματα -μου ήρθαν στο μυαλό σπαράγματα από έργα του Juan Miro, του Braque και του Γιάννη Μόραλη– ενώ κάποιοι άλλοι σχεδιάζονται πάνω σε τεράστιες πήλινες επιφάνειες και μοιάζουν να φέρουν πάνω τους κυκλώματα ηλεκτρονικών υπολογιστών -δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ έργα του Ιάσονα Μολφέση– ή ίχνη πολιτισμών που κανείς δεν ξέρει να πει εάν έρχονται από το παρελθόν ή το μέλλον.

Παρότι η Μαριάννα Χριστοφίδου, η τέταρτη διαγωνιζόμενη, διαλέγει με περισσή ευαισθησία και καλαισθησία τις φωτογραφίες και το αρχειακό υλικό που χρησιμοποιεί, εντέλει παραμένω ασυγκίνητος. Θεωρώ ότι το υλικό αρχείου προορίζεται για τους ιστορικούς και τους επιμελητές εκθέσεων και όχι για τους καλλιτέχνες. Ξέρω ότι πολλοί ειδικοί του χώρου θα «φρίξουν» με αυτή τη θέση μου, αλλά έτσι αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Προτιμώ την πρωτογενή εικαστική δουλειά -που ακόμα και αν έχει έντονες αναφορές- μου δείχνει ότι ο καλλιτέχνης έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα έργο από το μηδέν, απ’ όπου κι αν εμπνεύστηκε, όποια κι αν είναι η αφετηρία του.

Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το έργο του Μιχαήλ Πυργέλη ο οποίος χρησιμοποιεί σπαράγματα, κομμάτια από παλιά αεροπλάνα. Όμως πλέον, με τη διαρκή επανάληψη αυτού του ευρήματος, τα περισσότερα τα βλέπω ως αυτό που είναι, δηλαδή κομμάτια αεροπλάνων, δεν αισθάνομαι ότι μετουσιώνονται σε έργα τέχνης τα οποία μιλούν για την επιθυμία του ανθρώπου να αψηφήσει τη βαρύτητα, ή ότι πρόκειται για μια «σύγχρονη αρχαιολογία». Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι ανάμεσά τους υπάρχουν και μερικά τα οποία μου αρέσουν πολύ γιατί φέρουν ίχνη χρώματος και μου θυμίζουν έργα του Lucio Fontana, έναν συνδυασμό αφαίρεσης και φθοράς.

Τέλος, ο Ηλίας Παπαηλιάκης -γνωστός από τα ζωγραφικά έργα του που παραπέμπουν στην ιστορία της τέχνης και δανείζονται στοιχεία και τεχνικές από μεγάλους ζωγράφους προκειμένου να δημιουργήσουν δυσοίωνες αφηγήσεις που αφορούν την ανθρώπινη φύση η οποία τραμπαλίζεται ανάμεσα στο ωραίο και το ειδεχθές- παρουσιάζει μερικούς πίνακες ζωγραφικής μικρού μεγέθους οι οποίοι προέκυψαν από ένα νοερό ταξίδι, μια σειρά έργων υπό τον γενικό τίτλο «Ο ζωγράφος στην Ανατολή». Πάντα υπαινικτικός ο Παπαηλιάκης αφήνει στο θεατή την απόφαση να τον ακολουθήσει ή όχι στην εξιστόρηση των ζοφερών ιστοριών του ανθρώπου και θέτει υπαρξιακά ζητήματα μεταμφιεσμένα κάτω από τη μάσκα της φλαμανδικής ζωγραφικής, των νεκρών φύσεων και των ματωμένων θηραμάτων.

Φωτογραφία: Ilias Papailiakis, Untitled, 2012

*Ο Φοίβος Σακαλής έχει διατελέσει υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ.

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης παρουσιάζει από τις 24 Απριλίου τα έργα των έξι υποψηφίων καλλιτεχνών για το Βραβείο ΔΕΣΤΕ 2013.