Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στη ζωή δύο ανθρώπων. Ο Χάρης είναι δεκαεξάχρονος σκεϊτάς που βρίσκεται συνέχεια στους δρόμους. Το σακίδιό του στην πλάτη, το σκέιτ του στα πόδια. Μοιράζει τη μέρα ανάμεσα στους φίλους του και την κοπέλα του. Τον πατέρα του τον βλέπει για λίγο αλλά προλαβαίνουν να τσακωθούν, επειδή ο Χάρης είναι ψιλοεξαφανισμένος από το σπίτι και δεν δίνει λογαριασμό. Με την μάνα του έχουν καλύτερη σχέση, αλλά κι αυτήν την επισκέπτεται στο ΚΑΤ, όπου νοσηλεύεται, μετά από απουσία ημερών. Ο Βασίλης είναι σαρανταπεντάρης δημόσιος υπάλληλος. Καταπιεσμένος, συμβιβασμένος, φοβισμένος, ένας άνθρωπος χωρίς χαρά. Το «Wasted Υouth» μας δείχνει σε παράλληλη αφήγηση πώς εξελίσσονται οι ιστορίες τους, μέχρι που οι τροχιές των δύο ηρώων θα συναντηθούν αργά τη νύχτα στην τελική σκηνή του έργου. Λίγο πριν συμβεί αυτό, ο Χάρης θα ακούσει ένα φίλο του (που είναι ακόμη πιο μικρός και ακόμη πιο μεθυσμένος από εκείνον) να του λέει πως είναι η καλύτερη ημέρα της ζωής του. «Κι εμένα», θα του απαντήσει. Του Βασίλη πάλι δεν είναι η χειρότερη. Είναι όμως μια ακόμη ολόιδια ημέρα της ζωής του, αφού μπορεί μέσα στη διάρκειά της να έχει δειλιάσει να ανοιχτεί οικονομικά για να ξεκινήσει μια παράλληλη δουλειά ή μπορεί να είναι το τρίτο σερί βράδυ που έχει βάρδια, αλλά η πρώτη ύλη του κόσμου του είναι εκεί, απαράλλακτη: γυναίκα, κόρη και μαμά μέσα στο μικρό προς μεσαίο διαμέρισμά του, με το μικρό προς μεσαίο μπαλκόνι του, φάτσα κάρτα σε άλλες πολυκατοικίες με μικρά προς μεσαία μπαλκόνια. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι δεν αγαπά την οικογένειά του, εκείνο όμως που προκύπτει είναι ότι έχει επέλθει μια απόσταση και μια παγωνιά στη σχέση του μαζί της. Μια κατάθλιψη σκιάζει τα πάντα. Το ενδιαφέρον με την εικόνα της οικογένειάς του είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτα το ακραίο ή το δραματικό, ότι καμία λεπτομέρεια δεν ξεχειλώνεται για να καταγράψει το οικογενειακό τέλμα. Το τέλμα καταγράφεται σαν τρόπο τινά φυσικό απότοκο. Ο Βασίλης μοιάζει να είναι ένας νικημένος της ζωής, όχι επειδή η ζωή του τα έφερε με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που υπολόγιζε, αλλά μάλλον φέρνοντάς του όπως πάνω κάτω τα υπολόγιζε.

Ο κόσμος των εφήβων και ο κόσμος των σαραντάρηδων είναι το βασικό αντιστικτικό μοτίβο της ταινίας. Από την μια πλευρά η ελευθερία που ψάχνεται, η ορμή που δεν καταλαγιάζεται, τα νιάτα που ο μόνος (;) τρόπος για να τα ζήσει κανείς είναι σπαταλώντας τα και που η έννοια «σπατάλη» δεν είναι ανίθετη αλλά σύμφυτη με την έννοια «ζωή», και από την άλλη η στέρηση της ελευθερίας, το τέλος του ψαξίματος, το κλείδωμα, ο συμβιβασμός, η παραίτηση. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος πετυχαίνει με την εσωτερική του ερμηνεία να φτιάξει το πορτρέτο ενός βαθύτατα ματαιωμένου και ριζικά θλιμμένου άνθρωπου, που ακόμη και αν δεν κάνει τίποτα το αντικειμενικά όμορφο στην ταινία, ακόμη και αν παραμένει αποξενωμένος κι από την ίδια του τη ζωή, σε κάνει να τον κοιτάζεις με στοργή. Ο Χάρης Μάρκου στηρίζει την μισή ταινία πάνω του και δεν την προδίδει σε κανένα σημείο της, αντίθετα τη μπολιάζει με αυθεντικότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο ομιλίας και συμπεριφοράς, χωρίς να πέσει στη λούμπα να υποδυθεί το ρόλο του.

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και ο Γιαν Φόγκελ αποφάσισαν ότι αν ήταν να γυρίσουν αυτή την ταινία, μόνο με αυτό τον τρόπο είχε νόημα να την γύρισουν: ημιαυτοσχεδιαστικά και ημιαυτοσχέδια. Έχουμε ανάγκη ένα τέτοιο σινεμά μη αρτηριοσκληρωτικό, εύκαμπτο, διατεθειμένο να πάρει ρίσκα (αλλά φυσικά και που να ξέρει τι του γίνεται). Μολονότι δεν υπήρχε γραμμένο σενάριο, υπήρχαν μόνο σημειώσεις, η ταινία κυλά με ρυθμό εξαιρετικό, αρμονικό, δεν υπάρχουν χάσματα, δεν υπάρχουν κενά, δεν βαριέσαι, οι σκηνές κρατάνε όσο πρέπει, δεν νιώθεις ότι τραβιέται τίποτα. Δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα το περιττό, αλλά ούτε και κάτι που να περισσεύει. Η φόρμα που διαισθητικά ακολουθήθηκε τους βγαίνει και με το παραπάνω, ενώ η Αθήνα κινηματογραφείται με τρόπο συναρπαστικό.

Αν όμως στο αισθητικό σκέλος η ταινία είναι επιτυχημένη, αν είναι πράγματι σινεμά γεμάτο χυμούς (όντας ακόμη μία από τις πολλές πια καλές ελληνικές ταινίες που βλέπουμε σε αυτή την τόσο ευπρόσδεκτη κινηματογραφική άνθηση των τελευταίων ετών), αν στο γενικότερο κοινωνιολογικό της σχόλιο η ταινία παίρνει επίσης καλό βαθμό, αν σε ένα βαθμό δηλαδή καταφέρνει να βάλει το δάχτυλο σε βασικές κοινωνικές πληγές, κάνει παρά ταύτα ένα κατά τη γνώμη μου πολύ μεγάλο λάθος όταν συνδέει το γενικό σχόλιο με το ειδικό γεγονός. Υπάρχουν διάφοροι θεμιτοί και γόνιμοι τρόποι να εμπνευστείς από την πραγματικότητα, αλλά άλλο έμπνευση άλλο κοπιάρισμα. Και το πρόβλημά μου δεν είναι με αυτή καθαυτή την χρήση της πραγματικότητας, το πρόβλημά μου είναι ότι όταν υπάρχει οιονεί αντιγραφή του αληθινού γεγονότος και τοποθέτηση των πρωταγωνιστών στην καρδιά του, τότε η άσχετη με το αληθινό γεγονός μυθοπλασία δεν το ερμηνεύει καλλιτεχνικά, αλλά –άθελά της βέβαια- καταλήγει να το διαστρεβλώσει.

Παρακολουθήστε εδώ τη συνέντευξη που παραχώρησαν στο elculture.gr ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και ο Jan Vogel