«Δε σπούδασα ποτέ θέατρο. Αν το είχα σπουδάσει, δε θα έκανα το θέατρο που κάνω» η δήλωση δεν ανήκει σε κάποιον ερασιτέχνη της σκηνής, αλλά στον Robert Wilson, τον οραματιστή σκηνοθέτη που εδώ και τέσσερις δεκαετίες γοητεύει το κοινό με τις υψηλής αισθητικής παραστάσεις του.

Πράγματι, το απολύτως προσωπικό ύφος της δουλειάς του, η θεατρική φόρμα που έχει δημιουργήσει, δεν προέκυψαν από κάποια συστηματική θεατρική εκπαίδευση, αλλά μάλλον από την απουσία της. Οι σπουδές του στις καλές και εφαρμοσμένες τέχνες ήταν αυτές που καθόρισαν εντέλει το θεατρικό στίγμα του. Αρχιτεκτονική, ζωγραφική, βιομηχανικό σχέδιο και χορός ήταν τα αντικείμενα των σπουδών του και ουσιαστικά δε σταμάτησε ποτέ να τα εξασκεί. Μάλιστα, εκτός από σκηνοθέτης (αλλά και σκηνογράφος και σχεδιαστής φωτισμών), είναι παράλληλα ζωγράφος, γλύπτης, designer και installation artist. Τα έργα του έχουν λάβει δεκάδες μεγάλες διακρίσεις (ανάμεσά τους το Χρυσό Λέοντα στην Biennale της Βενετίας το 1993) και έχουν φιλοξενηθεί στα σημαντικότερα μουσεία σύγχρονης τέχνης (MoMA, Μουσείο Design, Guggenheim κ.α.), ενώ συχνά τα σκηνικά αντικείμενα που κατασκευάζει ο ίδιος για τις παραστάσεις του εκτίθενται ως αυτόνομα έργα τέχνης.

Αυτονόητα, το θέατρο που δημιουργεί ο Wilson είναι μια προέκταση, μια σκηνική συνένωση των τεχνών που αγαπάει. Φως, μουσική, ήχοι, γλυπτική, κίνηση, ρυθμός είναι όλα σταθερά και ισάξια συστατικά στοιχεία των παραστάσεών του, οι οποίες διακρίνονται για την αρχιτεκτονική μορφή, την εικαστική αυτοτέλεια και την ακρίβειά τους. Ο σκηνικός χώρος, οι εικόνες, οι ήχοι που γεννιούνται εκεί είναι γι’ αυτόν τα προαπαιτούμενα στοιχεία για να δημιουργήσει μια θεατρική παράσταση, και όχι η ιστορία. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για έναν καλλιτέχνη που έχει κατ’ αρχάς οπτική αντίληψη του σκηνικού γεγονότος (δεν είναι τυχαίο ότι οι σκέψεις του πάνω στο έργο αποτυπώνονται συχνά με τη μορφή εικόνων) και δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι παραστάσεις του μπορούν να χαρακτηριστούν και visual art.

Το βίωμα που έγινε τέχνη
Δυσλεκτικό παιδί ο ίδιος, ο Wilson κατόρθωσε να ξεπεράσει το πρόβλημα χάρη στα μαθήματα χορού που του παρέδιδε μια 70χρονη δασκάλα, που, κατά τα λεγόμενά του, κατάφερε πολλά περισσότερα από το να του διδάξει απλώς κάποια τεχνική, του αποκάλυψε τη δύναμη της σωματικής ενέργειας. Έτσι, πολύ νωρίς ανακάλυψε τη υπεροχή της σωματικής έκφρασης έναντι της γλώσσας. Αργότερα, δούλεψε με παιδιά που είχαν νοητική στέρηση ενθαρρύνοντάς τα να εκφράζονται μέσα από τη ζωγραφική και την κίνηση, και μάλιστα ο ίδιος υιοθέτησε ένα κωφάλαλο παιδί, τον Raymond Andrews.

Μάλιστα, η παγκόσμια αναγνώριση για τον Wilson ήρθε με τη «βουβή» όπερα Deafman Glance (1971), την οποία εμπνεύστηκε από τα ζωγραφικά σχέδια του Andrews. Η παράσταση κοινώνησε στους θεατές τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται ένα κωφάλαλο παιδί, ζωντανεύοντας εικόνες και σκηνές χωρίς λόγια. Μετά από αυτή την παράσταση ο Louis Aragon δήλωσε: «ο Wilson είναι αυτός που εμείς, οι πατέρες του Σουρεαλισμού, ονειρευόμασταν ότι θα έρθει μετά από εμάς και θα μας ξεπεράσει».

Από τη φόρμα προκύπτει η ελευθερία
Συνειδητός φορμαλιστής, ο Wilson δημιουργεί παραστάσεις αυστηρά κοντρολαρισμένες σε κάθε επίπεδο, στη δομή, στο εικαστικό περιβάλλον, στο λόγο, στην κίνηση αλλά και στο συναίσθημα, καθώς υποστηρίζει ότι «η φόρμα δημιουργεί απόσταση και, έτσι, χώρο στο νου και στην αλήθεια». Στόχος του, άλλωστε, είναι να δημιουργήσει παραστάσεις ανοιχτές στην προσωπική ερμηνεία των θεατών, γι’ αυτό και ενθαρρύνει την αισθητική πρόσληψη όσων συντελούνται επί σκηνής παρά στην παρακολούθηση της πλοκής. Από εδώ, πάντως, εκκινούν και οι όποιες επικρίσεις για υπερβολική εμμονή στην (εξωτερική) φόρμα, που ενίοτε επισκιάζει το περιεχόμενο, ή για «εγωπαθητική» εφαρμογή του οράματός του. Κάποιες φορές μάλιστα χρειάζονται πολύωρες παραστάσεις με διάρκεια πέντε, έξι ή και δώδεκα ώρες για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο αυτό το όραμα, ερήμην όμως των αντοχών των ηθοποιών και των θεατών.

Σε αυτό το θέατρο φόρμας, η παρουσία του ηθοποιού στη σκηνή είναι το α και το ω – ως πομπού ενέργειας όμως, όχι ως ερμηνευτή μιας ψυχολογίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στις ακροάσεις ο Wilson ζητά συνήθως από τους ηθοποιούς να σταθούν ή να περπατήσουν ‒και όχι να μιλήσουν ή κυρίως να ερμηνεύσουν ένα ρόλο. Η δυναμική του ανθρώπινου σώματος και η αξιοποίησή του επί σκηνής οδηγούν σε παραστάσεις «χορογραφημένες», όπου η παραμικρή κίνηση ή χειρονομία είναι μελετημένη στο έπακρο και εκτελεσμένη με ακρίβεια. Ακόμη και το λόγο δεν τον χρησιμοποιεί πάντα ως νοηματικό εργαλείο, αλλά πειραματίζεται με τον ήχο των λέξεων ή το ύφος εκφοράς τους. Άλλωστε, και οι οδηγίες του προς τους ηθοποιούς αφορούν τη φόρμα, το ύφος (πιο γρήγορα, πιο αργά, πιο δυνατά), και όχι το νόημα του λόγου ή την ερμηνεία του ρόλου.

Το φως και οι εναλλαγές που δημιουργούνται μεταξύ φωτός-σκιάς-σκοταδιού είναι το πολυτιμότερο εργαλείο του, ισοδύναμο του ηθοποιού. «Χωρίς φως δεν υπάρχει χώρος» έχει δηλώσει. Η χρήση του φωτός στις παραστάσεις του είναι εμβληματική και είναι αυτή που ίσως έχει συντελέσει περισσότερο στη δημιουργία του προσωπικού του ύφους. Ξεπερνώντας το βοηθητικό ρόλο του «δημιουργού ατμόσφαιρας», το φως στα χέρια του Wilson αποκτά τρισδιάστατη υπόσταση, διαμορφώνει το σκηνικό χώρο, γίνεται αντικείμενο, συνομιλεί με τους ηθοποιούς, λειτουργεί πάνω στην, άδεια πολλές φορές, σκηνή όπως το χρώμα πάνω στον καμβά για το ζωγράφο.

Καλλιτέχνης του κόσμου…
O Wilson από το 1968, όταν πρωτοδημιούργησε το δικό του πειραματικό θίασο, έχει σκηνοθετήσει περίπου εκατό παραγωγές, ανεβάζοντας επί σκηνής δικές του δραματουργικές συνθέσεις (μνημειώδης η «βουβή» όπερα Einstein on the beach, 1976, που εγκαινίασε τη συνεργασία του με τον Philip Glass), έργα της παγκόσμιας δραματουργίας και λογοτεχνίας, αλλά και δεκάδες όπερες. Η σκηνοθετική παρουσία του μοιράζεται μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, με μια αυξανόμενη προτίμηση τις τελευταίες δύο δεκαετίες στους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς θεατρικούς οργανισμούς (Berliner Ensemble, Schaubühne κ.ά.)

… και της Ελλάδας
Η δουλειά του είναι γνωστή στην Ελλάδα, καθώς σημαντικές παραστάσεις του έχουν ανέβει εδώ, με πιο πρόσφατες το Κουαρτέτο (2007), την Όπερα της πεντάρας (2010) και την Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ (2010). Η παράσταση της Οδύσσειας όμως που παρουσιάζεται στις 26 του μήνα είναι σίγουρα διαφορετική. Ο Robert Wilson σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο τη δική του εκδοχή της ομηρικής Οδύσσειας αποκλειστικά με Έλληνες ηθοποιούς. Απολύτως αναμενόμενα, κατά τη διάρκεια των ακροάσεων ενάμιση χρόνο νωρίτερα, η ελίτ –και όχι μόνο– του ελληνικού θεάτρου πέρασε το κατώφλι του κτιρίου Τσίλερ διεκδικώντας μία θέση στο θεατρικό σύμπαν του Wilson. Σε μια πρωτόγνωρη για τους περισσότερους audition, τους ζητήθηκε μόνο να σταθούν, να καθήσουν και να περπατήσουν πάνω στη σκηνή για 30΄΄, ενώ αργότερα όσοι επιλέχτηκαν αναφέρθηκαν γοητευμένοι στη «χορογραφική», «εικονογραφική» μέθοδο του σκηνοθέτη που ξεκίνησε να στήνει σκηνή προς σκηνή το έργο σαν χορογραφική παρτιτούρα ‒ καθόλου λόγος, μόνο κίνηση, στάσεις και σχήματα.

Η Οδύσσεια, σε συμπαραγωγή με το Piccolo Teatro του Μιλάνου, είναι σίγουρα μια πολυαναμενόμενη παράσταση γι’ αυτή τη χρονιά και το μεγάλο, προσωπικό, στοίχημα του Γιάννη Χουβαρδά, λίγους μήνες μάλιστα πριν λήξει η δεύτερη θητεία του ως Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Θεάτρου, μια θητεία κατά την οποία το ρεπερτόριο, αφουγκραζόμενο πλήρως τη χρονική συγκυρία, οργανώθηκε υπό τη θεματική αναζήτηση «Τι είναι η πατρίδα μας;» και έφερε στις σκηνές του Εθνικού τα αποτελέσματα γόνιμων, κάποτε ερεθιστικών ή και απροσδόκητων, καλλιτεχνικών συναντήσεων και αναζητήσεων. Σε αυτό το θεματικό και αισθητικό πλαίσιο τοποθετήθηκε και η Οδύσσεια, το πολυσήμαντο έργο του νόστου για την πατρίδα και του ταξιδιού προς την αυτογνωσία.

Πέρα από μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός, η παράσταση φιλοδοξεί να αποδείξει πως ο πολιτισμός είναι ο κρυμμένος άσος στο μανίκι μας, ο μόνος ίσως που μας έχει απομείνει, πως είναι όχι μόνο μέσο ψυχικής και αισθητικής ανάτασης εν μέσω δύσκολων καιρών, αλλά και ένα «επικοινωνιακό» εργαλείο μιας Ελλάδας που δουλεύει, δημιουργεί και φέρνει καρπούς. Δεν είναι και λίγο, άλλωστε, το γεγονός πως ένας κορυφαίος Αμερικανός σκηνοθέτης ήρθε στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει το ομηρικό έπος, στην ελληνική γλώσσα, με Έλληνες ηθοποιούς. Καθόλου τυχαία, ο Χουβαρδάς χαρακτήρισε την παράσταση «πολιτιστική σημαία» της χώρας προς το εξωτερικό, καθώς μετά την Αθήνα η παράσταση θα ταξιδέψει στο Μιλάνο, ίσως και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Σίγουρα στην κατάκτηση αυτής της Ιθάκης πίστεψαν αληθινά όλοι οι εμπλεκόμενοι, ο Γιάννης Χουβαρδάς και το Εθνικό Θέατρο, ο Robert Wilson, που δέχτηκε για την πραγματοποίηση του εγχειρήματος να μειώσει αισθητά την αμοιβή του όπως και αυτή των μόνιμων συνεργατών του, το Piccolo Teatro, που ανέλαβε τα έξοδα των σκηνικών και των κοστουμιών, αποδεικνύοντας ότι, πράγματι, η ισχύς βρίσκεται εν τη ενώσει. Για το αποτέλεσμα θα πρέπει να περιμένουμε, όμως ένα είναι το σίγουρο: το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου η Οδύσσεια θα ανοίξει πανιά προσδοκώντας να πάρει μαζί της τους κατοίκους της πολύπαθης πρωτεύουσάς μας.

Η παράσταση “Οδύσσεια” σε σκηνοθεσία Robert Wilson παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο – κτίριο Τσίλλερ από τις 26 Οκτωβρίου.