Όχι πια τέρατα: Τι συμβαίνει όταν ξαναβλέπεις μια ταινία, που όταν την πρωτοείδες όχι μόνο την αγάπησες, αλλά την χρησιμοποίησες και σαν ένα κομμάτι του παζλ του αυτοπροσδιορισμού σου (τη χρησιμοποίησες δηλαδή για να συγκροτήσει ένα κομμάτι του αισθητικού σου περιβάλλοντος, ένα κομμάτι των αναφορών σου για το τι σε εκφράζει αληθινά και κατʼ επέκταση για το ποιός αληθινά είσαι) και τώρα διαπιστώνεις μέσα της στιγμές φλύαρες, στιγμές που το ενδιαφέρον σου ατονεί; Μένεις με την αμφιβολία αν είναι ο χρόνος που της προξένησε φθορές ή το ξανακοίταγμά σου. Πρόκειται όμως για μια αμφιβολία που την επόμενη μέρα είναι πια εκτός θέματος, αφού συνειδητοποιείς ότι το βασικό προσόν των «Φτερών του Έρωτα» έχει παραμείνει ανέπαφο: η συνολική αίσθηση που σου αφήνουν. Έτσι, μικρή τελικά σημασία έχει αν η ταινία θα ήταν καλύτερο να διαρκεί 15 λεπτά λιγότερο, αφού μεγάλη σημασία έχει η ατμόσφαιρά της, ο κόσμος της, το ήθος της, το χάδι της που διαρκούν πολύ, σε χτυπητή αντίθεση με ένα σωρό έργα που μπορούν να σε κρατάνε καθηλωμένο όσο διαρκούν και στη συνέχεια να μην σου αφήνουν τίποτα. Όπως ο γέρος ποιητής στην ταινία αναρωτιέται γιατί δεν γράφονται έπη για την ειρήνη, έτσι και ο Βιμ Βέντερς φαίνεται να αναρωτιέται γιατί δεν γυρίζονται ταινίες για την ομορφιά της ζωής. Και να απαντά εμπράκτως γυρνώντας ένα φιλμ για την ομορφιά της ζωής μέσα από τα μάτια ενός αγγέλου που αποφασίζει να γίνει θνητός για να τη ζήσει. Αν θυμάμαι καλά, ο Βέντερς είχε πει ότι η ιδέα για ένα έργο με αγγέλους του ήρθε όταν συνειδητοποίησε ότι στον κινηματογράφο όλα τα πλάσματα της φαντασίας είναι είτε τέρατα είτε ήρωες που μάχονται με τέρατα. Αν η κινηματογραφική φαντασία λοιπόν συνήθως ενεργοποιείται για να φτιάξει πλάσματα που μας τρομάζουν ή που εκπροσωπούν το κακό, εκείνος αποφάσισε να την ενεργοποιήσει για να παρουσιάσει πλάσματα που εκπροσωπούν το ατόφιο καλό, την ατόφια τρυφερότητα.


Τείχη: Οι άγγελοι του περιπλανώνται στο Βερολίνο του 1986 ακούγοντας τις σκέψεις των ανθρώπων. Έρχονται από πολύ παλιά, έρχονται από μια εποχή που δεν είχε χτιστεί ακόμη το Τείχος, που δεν είχε χτιστεί ακόμη το Βερολίνο, που δεν είχε υπάρξει ακόμη ο άνθρωπος, που δεν είχε υπάρξει ακόμη ζωή στη γη. Σε κάποιους από αυτούς δεν αρκεί πια να είναι πνεύματα. Θα επιθυμούσαν να είναι άνθρωποι. Να μπορούν να δουν το χρώμα των χρωμάτων. Να νιώσουν το κρύο στα κόκαλά τους. Να τρίβουν τα χέρια τους όταν κάνει κρύο. Να καπνίσουν ένα τσιγάρο και να πιουν ένα καφέ. Κατά προτίμηση και τα δύο μαζί. Αν το Τείχος στην ταινία μοιάζει σήμερα να έρχεται από έναν μακρινό κόσμο, αυτός ο ύμνος στο τσιγάρο, σε μια εποχή που κοντεύει να στηθεί Τείχος για να απομονώσει τους καπνιστές, μοιάζει να έρχεται από έναν κόσμο ακόμη μακρινότερο. Να συγκαταλέγεται το κάπνισμα στον ύμνο των χαρών της ζωής; Να παρουσιάζεται σαν ένα από τα παραδείγματα για τα οποία θα άξιζε να αφήσεις το αγγελιλίκι; Ξέραμε πως το τσιγάρο βλάπτει σοβαρά την υγεία των θνητών, βλέπουμε πως βλάπτει σοβαρά και την υγεία των αθανάτων, κολάζοντάς τους να γίνουν θνητοί για να το απολαύσουν.

Το ανταλλακτήριο της έμπνευσης: Περισσότερο από όλες τις εμπειρίες της ζωής ο άγγελός μας θέλει να γίνει θνητός γιατί ερωτεύεται μια ακροβάτη του τσίρκου. Η Σολβέιγ Ντομαρτέν (πέθανε σε ηλικία μόλις 46 ετών το 2007) ήταν την εποχή της ταινίας ο μεγάλος έρωτας και η σύντροφος του Βιμ Βέντερς. Ο Βέντερς δεν χορταίνει να τη σκηνοθετεί: τη γυμνή της πλάτη, τα πόδια της, τα ακροβατικά της, ένα πολύ κοντινό πλάνο στο πρόσωπό της καθώς κοιτά το φακό. O καλλιτέχνης λέει κοιτάξτε την, κοιτάξτε πώς την βλέπω, και η μούσα τον αφήνει να την κοιτάξει, να την φωτίσει, να την απαθανατίσει. Ο άγγελος απαρνείται την αθανασία του για να ζήσει και να την αγαπήσει και εκείνη την ίδια στιγμή απαθανατίζεται μέσα από τον έρωτα του σκηνοθέτη της. Στο προαιώνιο ανταλλακτήριο της δημιουργίας η μούσα προσφέρει στον καλλιτέχνη έμπνευση, εισπράττοντας εξιδανίκευση, αποτύπωση της σε έργο τέχνης, αθανασία.

Ιστορία νέων προγόνων: Η σκηνή που ο άγγελος έχοντας γίνει πια άνθρωπος βρίσκει τη γυναίκα που έψαχνε φαίνεται βαρυφορτωμένη με νοήματα, αν όχι και επιτηδευμένη. Όχι μόνο σε αυτή τη σκηνή, αλλά γενικότερα στην ταινία και ακόμη πιο γενικότερα στο σινεμά, ο συνδυασμός πυκνού λογοτεχνικού λόγου και εικόνας δεν είναι και το ευκολότερο στοίχημα στον κόσμο. Συχνά ο λόγος δεν λειτουργεί, δεν μπορεί να απορροφηθεί στους χρόνους και τις εικονογραφικές περισπάσεις ενός φιλμ. Και καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι μια από τις ομορφότερες σκηνές των «Φτερών του Έρωτα» είναι η σκηνή στη βιβλιοθήκη, όταν οι σκέψεις που διαβάζουν οι άγγελοι γίνονται ψίθυροι και οι ψίθυροι μουσική: το πνεύμα των βιβλίων, το πνεύμα των αναγνωστών, η μελωδία του πνεύματος. Μα πώς μπορεί κανείς να αρνηθεί τόση ομορφιά; Μπορεί, γιατί ο άγγελός μας θέλει να ζήσει την πιο σπουδαία ιστορία από όλες. Την ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκα. Την ιστορία νέων προγόνων.
Ένας άντρας κοιτά μια γυναίκα. Μια ιστορία είναι καθ΄ οδόν. Θα είναι μόνο η δική τους ή θα γεννήσει μια νέα ζωή, μια νέα ιστορία από την αρχή της; Πρωτοσυλλαμβανόμαστε σε ένα κοίταγμα, προερχόμαστε από μια αμοιβαία έλξη. Της ενώσεων δυο σωμάτων προηγείται η ένωση δύο βλεμμάτων. Ένας άντρας και μια γυναίκα κοιτάζονται. Θα είναι η ιστορία τους η ιστορία δύο νέων προγόνων;