Πέντε αγόρια, δυο κορίτσια και ένα αγόρι που μοιάζει με κορίτσι ή κορίτσι που μοιάζει με αγόρι, οκτώ έφηβοι, σχεδόν παιδιά ακόμα, ένοπλοι αντάρτες σε οροσειρές και ζούγκλες της Κολομβίας, τέσσερις νέες γυναίκες σε μια απομονωμένη παραλία ενός ελληνικού νησιού. Και οι μεν και οι δε έχουν παρατσούκλια από την ποπ κουλτούρα, ο Ράμπο, ο Bigfoot, το Στρουμφάκι, ο Μπουμ Μπουμ, η Λαίδη, η Σουηδή, ο Σκύλος και ο Λύκος, με τα αυτόματα στα χέρια σε περιοχές παρθένας, άγριας και σχεδόν απάτητης φύσης, η Τζένιφερ Τζέισον, η Μέριλ, η Τζουλιέτα, η Έικο, με τα μακριά μαλλιά τους, τα πολύχρωμα στρογγυλά γυαλιά τους και τα μαγιό τους στην ειδυλλιακή, παραδείσια εκδοχή της καλοκαιρινής Ελλάδας.

“Οι Monos” του Αλεχάντρο Λάντες και η “Winona” του Τhe Boy -ή αν προτιμάτε του Αλέξανδρου Βούλγαρη- βγήκαν από μια σύμπτωση την ίδια εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες και καμιά φορά οι συμπτώσεις μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα, ότι δυο ταινίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους μπορούν ταυτόχρονα να έχουν και πολλές συγγένειες μεταξύ τους, ότι δυο ταινίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους μπορούν από κοινού να ανανεώνουν την πίστη μας ότι το σινεμά ως μέσο θα εξακολουθεί να έχει αυτόνομο λόγο ύπαρξης, καθώς υπάρχουν ιστορίες που μόνο εκείνο έχει τη δυνατότητα, τη γνώση και το σθένος να πει, με μια γλώσσα που μόνο αυτό μιλά. Και οι δύο ταινίες φυσούν πάνω στο πρόσωπό σου έναν αέρα καλλιτεχνικής ελευθερίας και οι δύο ταινίες εκπέμπουν ως θεμελιακό συστατικό τους μια αφοβιά και μια εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, μια αυτοπεποίθηση πως αποτελούν ένα σώμα που βράζει από ζωή, ένα σώμα που έπρεπε να κινηματογραφηθεί για να περάσει από την επικράτεια του μεταφυσικού στην επικράτεια του ορατού. Είναι σαν οι έφηβοι αντάρτες και οι λουόμενες κοπέλες να ήταν από πάντα σε αυτά τα βουνά και σε αυτή την ακτή και να περίμεναν τον Λάντες και τον Βούλγαρη να τους κινηματογραφήσουν και να τους κάνουν σινεμά, ώστε να τους φέρουν επιτέλους μπροστά στα μάτια μας και μέσα στην καρδιά μας.

Η ομάδα των “Μοnos” κρατά όμηρο μια Αμερικανίδα. Ανήκει σε μια μη κατονομαζόμενη Οργάνωση που διεξάγει αντάρτικο. Ένα ενήλικο μέλος της Οργάνωσης έρχεται μία στις τόσες, τους εποπτεύει, τους εκπαιδεύει και τους δίνει οδηγίες. Τους ανατίθεται και μια αγελάδα (η «Σακίρα») την οποία πρέπει να προσέχουν επίσης σαν τα μάτια τους, για να την επιστρέψει μετά η Οργάνωση στους χωρικούς. Ειδάλλως οι χωρικοί θα θυμώσουν και θα τους καταδώσουν. Τα τοπία και ο ορίζοντας της ταινίας σου κόβουν την ανάσα. Νιώθεις ότι βρίσκεσαι κάπου μεταξύ ουρανού και γης. Ένα σωρό βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, επίσημη πρόταση της Κολομβίας για τα όσκαρ, ο σκηνοθέτης Αλεχάντρο Λάντες είναι γεννημένος και μεγαλωμένος στη Βραζιλία από Κολομβιανή μητέρα, πατέρα από το Εκουαδόρ, είχε γυρίσει στη Βολιβία ένα ντοκιμαντέρ για την άνοδο του Τσάβες στην εξουσία, αν μπορούμε να πούμε με σιγουριά κάτι είναι ότι είναι Λατινοαμερικάνος.

Οι οκτώ έφηβοι είναι ή σταδιακά εξελίσσονται σε αγρίμια με όπλα. Σαν να παίζουν ένα παιχνίδι που στην πραγματικότητα σχεδόν δεν έχει κανόνες, ένα παιχνίδι από το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να βγεις νικητής, ένα παιχνίδι που του λείπει το βασικό χαρακτηριστικό του παιχνιδιού: εδώ όλα γίνονται στα αλήθεια, εδώ αν σκοτωθείς από τα όπλα δεν έχει καινούργια ζωή και επιστροφή σε ό,τι άλλο έκανες πριν, εδώ κάνει περισσότερο κουμάντο το αυτόματο στα χέρια σου παρά εσύ σε αυτό, εδώ αυτό το όπλο που σε μια άλλη εκδοχή του κόσμου δεν θα έπρεπε να βρίσκεται ούτε σε χέρια ενηλίκων βρίσκεται στα χέρια παιδιών. Είναι σαν να βρισκόμαστε στις ζούγκλες του «Αποκάλυψη Τώρα» και να βλέπουμε όσα αποτρέλαναν τον Συνταγματάρχη Κουρτζ. Είναι σαν να βρισκόμαστε  σε ένα τοπίο που ο πολιτισμός δεν έχει προλάβει να μολύνει παρά μόνο με τον χειρότερο τρόπο: σκορπώντας ανθρώπους με αυτόματα ανάμεσά του.

Από την άγρια φύση με την αγριότητα των πολεμικών παιχνιδιών του “Monos” στην ήμερη και γαλήνια φύση της παραλίας της “Winona”και των τεσσάρων γυναικών που περνούν εκεί τη μέρα τους. Η “Winona” επιφυλάσσει στα τελευταία της λεπτά την αποκάλυψη ενός μυστικού που αποκωδικοποιεί όλη την προηγούμενη εμπειρία. Και για να μην παρεξηγηθεί αυτό που θα πω, είναι πράγματι ένα μυστικό το οποίο δίνει ένα άλλο νόημα και φωτίζει με ένα διαφορετικό φως την ταινία. Είναι πράγματι ένα μυστικό το οποίο, αν δεν υπήρχε, η “Winona” θα ήταν μια άλλη ταινία. Είναι επίσης- εικάζω, χωρίς να ξέρω- κι ένα γενεσιουργό της ταινίας μυστικό, μια ιδέα πάνω στην οποία έχτισε ο Βούλγαρης την ταινία. Ωστόσο εν τέλει θεωρώ ότι δεν είναι κι ένα μυστικό το οποίο περιμέναμε για να δικαιώσει αναδρομικά το “Winona”. Aν περιμένεις ως το τέλος για να κρίνεις αν η “Winona” είναι ένα έργο που έχει κάτι ουσιαστικό να πει, νομίζω ότι η “Winona” δεν είναι μια ταινία για σένα. Η “Winona” είναι μια ταινία που στο 90% του χρόνου της μας δείχνει τέσσερις κοπέλες σε μια παραλία να μιλάνε, να γελάνε, να σαχλαμαρίζουν, να κάνουν μπάνιο. Α, ναι, τέσσερις κοπέλες κι έναν σκύλο. Υπάρχει κι ένα σπίτι χτισμένο στο βράχο που τους επιθεωρεί και το επιθεωρούν. Υπάρχει κι ένα τζιπ παρκαρισμένο πιο πέρα. Το ένα τουλάχιστον από τα δύο θα αποδειχθεί κρίσιμο για την πλοκή και την αποκάλυψη του μυστικού. Αλλά αληθινά νομίζω ότι δεν θα σε κρατήσει στην ταινία το σασπένς για το τι μπορεί να παίζει μέσα στο τζιπ ή μέσα στο σπίτι. Θα μπορούσε να μην παίζει και τίποτα. Και πάλι ό,τι έχεις δει σχεδόν σε όλη την ταινία το ίδιο θα παρέμενε. Το θέμα είναι αν αυτό που βλέπεις στο 90% σου κάνει ή όχι. Το τέλος έρχεται να προσδώσει το αναδρομικό βάρος, τη νοηματοδότηση, έρχεται να πει κι ότι μη νομίζετε ότι απλά πέταξα τέσσερις κοπέλες σε μια παραλία και κινηματογράφησα μια μέρα τους: για κάποιον λόγο ήταν εκεί, κάτι σήμαινε η μέρα τους, κάποιο βάρος είχε όσα έκαναν. Αλλά ακόμα κι αν δεν υπήρχε ο λόγος, ακόμα κι αν απλά και μόνο ήταν τέσσερις νέες γυναίκες κι ένα σκυλί σε μια παραλία, η Winona και πάλι θα είχε την αξία της, τη σημασία της, το βάρος της ελαφρότητάς της, το βάρος της νέτης σκέτης αισθητικής της.

Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: πας μια μέρα στη θάλασσα. Με έναν φίλο σου, με μια παρέα, με το ταίρι σου, με την οικογένειά σου. Πας και περνάς μια μέρα στη θάλασσα. Τι σημαντικό κάνεις εκείνη τη μέρα; Τι σημαντικό συζητάς εκείνη τη μέρα; Πας και περνάς μια μέρα στη θάλασσα. Και ούτε λες ούτε κάνεις κάτι άλλο άξιο λόγου από το να έχεις περάσει μια μέρα στη θάλασσα. Πόσο μη άξιο λόγου είναι αυτό, πόσο μη άξιο απαθανάτισης, πόσο πρέπει όλα να είναι ενταγμένα σε μια δραματουργία όπου γίνεται κάτι άλλο σημαντικότερο από μια μέρα στη θάλασσα;

Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι η “Winona” δεν έκρυβε κάποιο μυστικό και πάλι εν τέλει κάτι θα είχε πετύχει. Γιατί όσο νορμάλ μας φαίνεται να περάσουμε μια μέρα στη θάλασσα χωρίς να κάνουμε «τίποτα», απλά περνώντας μια μέρα στη θάλασσα, άλλο τόσο δύσκολο είναι να μετατρέψεις αυτό το τίποτα σε κινηματογράφο. Και ο Βούλγαρης το πετυχαίνει ιδανικά, αποσπώντας από αυτό το φαινομενικό τίποτα ό,τι είναι σημαντικό: τα πρόσωπα των ανθρώπων, το πρόσωπο του σκύλου, το πρόσωπο της θάλασσας, σε αυτή την παραλία εκείνη τη μέρα έχει συμβεί ούτως ή άλλως κάτι σημαντικό. Οι υπέροχες Σοφία Κόκκαλη, Δάφνη Πατακιά, Ηρώ Μπέζου και Ανθή Ευστρατιάδου δίνουν πρόσωπο, σώμα, φωνή, βλέμμα στον σκηνοθέτη τους κι αυτός τα αποτυπώνει όλα, αποτυπώνει μια ταινία που μπορεί να λειτουργήσει με έναν τρόπο αν φύγεις λίγα λεπτά πριν τελειώσει και με έναν εντελώς άλλο αν κάτσεις ως το τέλος, χωρίς ο ένας τρόπος να βρίσκεται σε σύγκρουση με τον άλλο, χωρίς ίσως καν ο ένας τρόπος να είναι πιο καίριος από τον άλλο. Και οι δύο καίριοι είναι και η “Winona” είναι μια ταινία φτιαγμένη με τα πιο ταπεινά υλικά από τα οποία μπορεί να φτιαχτεί μια ταινία, όσο ταπεινό μπορεί να είναι το ταλέντο και το χάρισμα που έχει ένας σκηνοθέτης να βλέπει και να μας δείχνει.