Βόυτσεκ (1836-1837): το έργο-πρόδρομος του μοντέρνου στο θέατρο. Γραμμένο από έναν από τους πιο σπουδαίους ποιητές της παγκόσμιας δραματουργίας, τον Γκέοργκ Μπύχνερ. Έναν συγγραφέα που, παρόλο που έφυγε από τύφο μόλις στα 23 του χρόνια, πρόλαβε, ωστόσο, να μας χαρίσει τέσσερα έργα, που ενσωματώνουν τον πυρετό της νιότης, της επανάστασης, της ελευθερίας του πνεύματος και τον κατατάσσουν στους κορυφαίους δραματουργούς του ευρωπαϊκού θεάτρου. Προβλέποντας τις αναζητήσεις εντελώς διαφορετικών ρευμάτων, όπως του ιμπρεσιονισμού, του νατουραλισμού, του εξπρεσιονισμού, αλλά και δραματουργιών, της επικής δραματουργίας του Μπρεχτ αλλά και του θεάτρου του παραλόγου, ο Βόυτσεκ αποτελεί πρόκληση για κάθε δημιουργό. Ημιτελές, αποσπασματικό έργο, καθώς απαρτίζεται από μια σειρά σκηνών που ο κάθε σκηνοθέτης καλείται να συνθέσει εκ νέου, αποκαλύπτει κάθε φορά νέες δυνατότητες, νέες πιθανότητες αφήγησης της ιστορίας.

Εμπνευσμένο από ένα αληθινό περιστατικό, το έργο απεικονίζει, με εκρηκτικά ποιητικό τρόπο, την εξαθλίωση ενός λαϊκού ανθρώπου από την εξουσία, την κυρίαρχη συντηρητική ηθική και την αβάσταχτη οικονομική ανέχεια. Ο Βόυτσεκ, ένας «στοιχειωμένος άνθρωπος», ένας μόνιμος στρατιώτης, υπό το βάρος μιας ζωής αφόρητης, επώδυνης και απάνθρωπης γίνεται αντικείμενο ιατρικών πειραμάτων (για να εξασφαλίσει μεροκάματο), σκοτώνει από ζήλια την αγαπημένη του, τρελαίνεται. Εδώ οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες προκαλούν, σε μεγάλο βαθμό, τη συντριβή του ατόμου.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου ανεβάζει το έργο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ως έναν εφιάλτη του Βόυτσεκ. Ακολουθώντας το δρόμο του εξπρεσιονισμού. Αποφεύγοντας κάθε ρεαλιστικό μονοπάτι. Στήνοντας μια αισθητικά αψεγάδιαστη παράσταση. Όπου οι εικόνες ισοδυναμούν με πίνακες δεινής υπαρξιακής αγωνίας. Όπου όλα, κίνηση, σκηνικό, μουσική λειτουργούν ρολόι. Μια παράσταση-μηχανή. Που όμως εξαντλείται σε μια εξπρεσιονιστική κραυγή.

Η σύνθεση των σκηνών που προτείνει η παράσταση φαίνεται αρχικά να εστιάζει στην κοινωνική συντριβή του ατόμου, στη φτώχεια που οδηγεί τους ανθρώπους στην τρέλα ή τον θάνατο, στην αρετή ως ταξικό ζήτημαπρέπει να είναι ωραίο πράγμα η αρετή κύριε Λοχαγέ! Αλλά εγώ είμαι φτωχός!», λέει ο Βόυτσεκ.

Λίγο πιο μετά, ωστόσο, αφήνεται στην άκρη αυτή η οπτική, μετατοπίζεται η έμφαση και η ερωτική ζήλια είναι αυτή που καθορίζει την κατάρρευση του κεντρικού προσώπου. Έτσι, η καταβύθιση στην υπαρξιακή διάσταση αμβλύνει τις πινελιές κοινωνικής κριτικής των πρώτων σκηνών, ανακαλώντας από το έργο το εγγενές πολιτικό του σχόλιο και από τον Βόυτσεκ τις συνθήκες, που λειτουργώντας αθροιστικά, τον οδηγούν στην ψυχική ασφυξία.

Οι ηθοποιοί, σαν μαριονέτες μιας αδέκαστης μοίρας, κατοικούν σε έναν κόσμο τσίρκου (Σκηνικό Έυα Μανιδάκη), φέρνουν σε στιγμές κάτι από Φελίνι και χαρακτηρίζονται από λεκτική, ενίοτε και κινησιολογική (Κίνηση: Πατρίσια Απέργη) δυσκαμψία. Οι λέξεις μοιάζει να κολλούν στο στόμα, σαν να μην μπορούν να πουν μια ανείπωτη ιστορία. Αυτή η κατεύθυνση όμως έχει ως τίμημα την προβληματική ροή του λόγου, ενός πυρετώδους, πυρακτωμένου λόγου, που δεν χωράει σε μια τέλεια, αδιαπέραστη φόρμα. Όταν ξεφεύγει καμιά φράση από το ακραίο λεκτικό στυλιζάρισμα, θυμόμαστε πόσο ποιητικό είναι αυτό το κείμενο:

«δεν μπορώ πια να αντικρίσω έναν ανεμόμυλο χωρίς να μελαγχολήσω» ή «τρέχεις σαν ανοιχτό ξυράφι του μπαρμπέρη μέσα στη νύχτα. Μπορεί να σφάξεις κανέναν». Αλλά, δυστυχώς, μέχρι εκεί.

Ο Βόυτσεκ του Γιώργου Γάλλου έχει μια έκφραση που κουβαλά την πιο σπαραχτική υπαρξιακή αγωνία. Ενός έρημου παιδιού, που θέλει να πιστέψει στο όνειρο, αλλά που ανακαλύπτει ότι το «φεγγάρι είναι τελικά ένα κομμάτι σάπιο ξύλο και ο ήλιος ένα μαραμένο νυχτολούλουδο». Το πρόσωπό του θα μπορούσε να γίνει πίνακας-ορισμός του “Angst”. Ωστόσο, είναι ένα πρόσωπο στατικό. Που έχει εξαρχής βιωμένη την ήττα του. Που έχει εξαρχής βιωμένη τη ματαίωσή του. Που μοιάζει να μην ανακαλύπτει μαζί μας όσα του συμβαίνουν. Και αυτό δημιουργεί δυσκολίες, ακόμη και στην παρακολούθηση της ιστορίας.

Η Έλενα Μαυρίδου, υπηρετώντας στην εντέλεια τη γραμμή της παράστασης, φτιάχνει μια Μαρία γοητευτική, κυνική, λάγνα, μια γυναίκα που «τρυπά με τη ματιά της εφτά ζευγάρια πέτσινα παντελόνια». Ο Λοχαγός του Χάρη Χαραλάμπους μάς θυμίζει πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ένας μικροαστός όταν αποκτά εξουσία, ενώ ο Γιατρός του Σωτήρη Τσακομίδη είναι ανελέητος -σημαντική στιγμή η σκηνή τους στο Δρόμο (σκηνή 11), όπου ο ένας είναι η φυγόκεντρος δύναμη του άλλου.

Ο Λευτέρης Παπαχρόνης ως Αρχιτυμπανιστής φέρνει στη σκηνή το λαϊκισμό της χυδαίας σωματικής δύναμης και ο Αντρές του Ζυγούρη είναι απλώς ένας αχνά σκιαγραφημένος «μικρός» άνθρωπος. Οι ηθοποιοί που συμπληρώνουν τη διανομή (Μιχάλης Μιχαλακίδης, Στέλιος Θεοδώρου-Γκλίναβος, Μάνος Πετράκης, Αγγελική Αναργύρου) υπηρετούν στο έπακρο τις προθέσεις της σκηνοθεσίας, ενώ τα παιδιά που συμμετέχουν εντάσσονται οργανικά μέσα στο σύνολο.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι αναμφισβήτητα μια σκηνοθέτις μεθοδική, εργατική, με ζηλευτή εκπαίδευση και με τη σπάνια ανάγκη να αναμετριέται με έργα-ογκόλιθους της παγκόσμιας δραματουργίας. Οι παραστάσεις της όμως μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με εγκεφαλικές δημιουργίες-κλειστά, αυτοτροφοδοτούμενα συστήματα, παραστάσεις-μηχανές. Τίποτα δεν ματώνει. Σαν να εγκλωβίζεται η συναισθηματική εμπλοκή στη φόρμα. Δεν καταλαβαίνουμε με ποιες φράσεις, με ποιες σκέψεις «μετακινείται» η σκηνοθέτις, τι, δηλαδή, γρατζουνάει προσωπικά τη δημιουργό σε ένα κείμενο.

Άμλετ έχει μπροστά της για τη νέα σεζόν. Αναμένουμε.

Info παράστασης:

Βόυτσεκ | 22 Φεβρουαρίου – 21 Απριλίου 2019 | Δημοτικό Θέατρο Πειραιά