Χανιά – Αθήνα – Λάρισα – Θεσσαλονίκη. Η μητέρα του πεθαίνει και ο σε δυόμιση μήνες δεκαεξάχρονος Ντάνι θα κάνει αυτό το δρόμο από τα νότια προς τα βόρεια. Από την Αθήνα θα πάρει μαζί τον αδελφό του, τον δεκαοχτάχρονο Οδυσσέα και θα πάνε Θεσσαλονίκη με διπλή αποστολή. Πρώτον να συμμετάσχει ο Οδυσσέας στα προκριματικά ενός τραγουδιστικού ριάλιτι και να γίνει ο επόμενος greek star. Greek star μπορεί να γίνει πιο εύκολα από ό,τι Έλληνας, γιατί μολονότι γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ τρέχει στις ουρές για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα του είπε στον Ντάνι ότι ο πατέρας τους, που τους εγκατέλειψε όταν ήταν μικρά παιδιά, ζει και είναι και φραγκάτος. Θα πάνε να τον βρουν για να τους δώσει λεφτά και να τους αναγνωρίσει ώστε να πάρουν την ιθαγένεια. Αν ο πατέρας τους είναι αυτός που νομίζουν, είναι υποψήφιος δήμαρχος της ακροδεξιάς. Έλληνας γεννιέσαι και δεν γίνεσαι, Έλληνες θα είναι αν τα αναγνωρίσει ο χρυσαυγίτης πατέρας τους. Το πιστοποιητικό της ελληνικότητας θα τους το αποδώσει ο χρυσαυγίτης, δεν είναι αρκετό για να τους κάνει νομικά Έλληνες το ότι γεννήθηκαν στην Ελλάδα, έζησαν όλη τη ζωή τους στην Ελλάδα, πήγαν σε ελληνικά σχολεία κλπ κλπ. Είναι «αλλοδαποί» των οποίων ο γνήσιος δεσμός με την ελληνική κοινωνία και των οποίων η ενσωμάτωση είναι αμφίβολη και αντικείμενο απόδειξης. Aξίζει ίσως στο σημείο αυτό να αντιγράψουμε τμήμα της περσινής απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπας και αντιληφθούμε τον παραλογισμό της σε σχέση με όλους εκείνους τους ανθρώπους που ζουν μια ζωή στην Ελλάδα και κυρίως με τα παιδιά που η Ελλάδα ήταν ο τόπος που μεγάλωσαν και ο μόνος τόπος που ξέρουν:

«Ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση).

Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης … μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής.

Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (jus sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια».

Όταν ο Ντάνι φτάνει στην Αθήνα, ο Οδυσσέας τον προειδοποιεί ότι είναι επικίνδυνη η φάση, αφού είναι «κι Αλβανός και Πούστης». Ο Ντάνι του απαντάει ξέγνοιαστα «και βουνό και θάλασσα». Μολονότι το «Xenia» έχει μπόλικα στοιχεία δράματος, η ματιά του Κούτρα δεν είναι η στρέιτ, η πιο ευθεία ματιά στα πράγματα του Οδυσσέα, αλλά η γκέι, η πιο φωτεινή και η πιο ημιφυσικά – ημισκηνοθετημένα εύθυμη αντιμετώπισή τους. Ο Κώστας Νικούλι στο ρόλο του Ντάνι είναι κουρεμένος, ντυμένος και φτιαγμένος σαν κινηματογραφικός ήρωας έτσι, ώστε να αποτελεί μαζί τον ήρωα της ταινίας και την εικόνα του ύφους της. Τα προσωπικά τραύματα και τα κοινωνικά προβλήματα είναι διαρκώς παρόντα, αλλά παράλληλα παρόντα είναι και τα απόλυτα νιάτα, παρούσα είναι η χαρά της ζωής, η γιορτή της ζωής. Ένα εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο Ξενία δινει τον τίτλο του στην ταινία. Ο Οδυσσέας θα ενηλικωθεί και θα γιορτάσει τα δέκατα όγδοα γενέθλιά του, τα 18 χρόνια ζωής, τα 18 χρόνια ζωής στην Ελλάδα, σε αυτό. Ανεξάρτητα από το όποιο συμβολικό φορτίο κουβαλάει το ρημαγμένο Ξενία στη χώρα των στρατοπέδων μάντρωσης του Ξένιου Δία, στην ταινία γίνεται ένα σκηνικό γιορτής. Στο κουφάρι του Ξενία της Κοζάνης ο Κούτρας θα βάλει τους ήρωές του να χορεύουν Ραφαέλα Καρά και είναι οι σκηνές των τραγουδιών αυτών, και της Πάτι Πράβο, που κατ’ εμέ ανήκουν στα δυνατότερα σημεία της ταινίας.

Όπως και στη «Στρέλλα» έτσι κι εδώ, οικογένειες με έναν κεντρικό κλονισμό, με ένα κενό, μια απώλεια, οικογένειες ημιτελείς που πρέπει να αναζητηθούν ξανά, όχι όμως για να επανασυσταθούν με τον παραδοσιακό όρο, αλλά για να επανεξεταστούν τα συστατικά τους και να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί με το παρελθόν. Το Στρέλλα ήταν η (παραδοσιακή) οικογένεια ως τραύμα που καταλήγει η οικογένεια ως γιορτή, μια οικογένεια με άλλους όρους όμως, μια οικογένεια δεσμών άλλων από αυτούς του αίματος. Το «δίκαιο του αίματος» του Συμβουλίου της Επικρατείας και η ελληνικότητα ως μια μεγάλη κλειστή και εχθρική προς τον ξένον οικογένεια, ήταν αυτά που ήδη από την Στρέλλα είχε ξεράσει ο Κούτρας. Ο Κούτρας συνομιλεί με την έννοια της οικογένειας και κάθε άλλο παρά την απορρίπτει, απλά την επανατοποθετεί σε βάση διαφορετική. Και διόλου τυχαία στο “Xenia” η oμοφυλοφιλία λειτουργεί για τους ομοφυλόφιλους ήρωές της σε Αθήνα και Λάρισα και ως πόρτα αυτονόητης αποδοχής στον μετανάστη.

Το “Xenia” Στρέλλα δεν είναι, τρέλλα δεν είναι, αλλά έχει μέσα του μεγάλη δύναμη και ζωντάνια και φιλοδοξία και σύνθεση, ώστε να μείνει ως μια σημαντική κατάθεση του νεότερου ελληνικού σινεμά. Και έχει και μια καταπληκτική σκηνή ανθολογίας ακριβώς στην μέση της, όταν ο Κούτρας μας προσφέρει τη μεγάλη της στιγμή απογειώνοντάς την και προσφέροντας μας λίγα λεπτά αληθινής μαγείας. Ο Ντάνι και ο Οδυσσέας μέσα σε μια βάρκα διασχίζουν ένα ποτάμι καθαρά μυθικό. Μέσα στο νερό αυτοί, ο Ντίσνεϊ κι ο Λαρς Φον Τρίερ στην ξηρά τους κοιτούν. Η παιδική ηλικία που σε εγκαταλείπει μια για πάντα. Τι είναι αληθινό και τι όχι. Το σινεμά βρίσκεται ανάμεσα στο αληθινό και το φανταστικό, το σινεμά είναι το παραμύθι των ενηλίκων.