Ένας ξύλινος ψηλός τοίχος, σαν πελώρια ντουλάπα σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Με όλη την αδειανή αίσθηση του εφήμερου που εγκυμονεί. Με όλη τη μοναχικά αναστοχαστική κατάσταση που πυροδοτεί στον περαστικό επισκέπτη που θα διαμείνει για λίγο εκεί. Και μπροστά, μια άδεια οριζόντια λωρίδα χώρου που αποζητά να γεμίσει με εμπειρίες, ιστορίες, ζωή. Εκεί κατοικούν η Όλγα, η Μάσα και η Ιρίνα, οι τσεχοφικές τρεις αδελφές, μόνον που τώρα είναι γερασμένες, φορούν κάτι παράξενα, κάπως αταίριαστα ρούχα και βουτούν σε ένα ταξίδι μνήμης. Το κείμενο του Τσέχοφ, σχεδόν ανέπαφο, ακούγεται αβίαστα, καθώς οι αναμνήσεις επισκέπτονται τις τρεις αδελφές είτε ως έπιπλα είτε ως άνθρωποι σε αυτό το ξενοδοχείο της ζωής. Κάτι κλικ ενός φωτογράφου, κάτι σπαράγματα μουσικής, ένας μετρονόμος να μετράει τον χρόνο: είμαστε σε ένα τοπίο μνήμης (σκηνικά: Μαρία Πανουργιά), όπου τα κεράκια μιας τούρτας μπορεί να μένουν αναμμένα για πολύ καιρό, ίσως και μήνες, όπου τα έπιπλα και τα αντικείμενα από διαφορετικές εποχές –από σαμοβάρια μέχρι τηλεοράσεις– συνωστίζονται το ένα δίπλα στο άλλο, όπως o Χρόνος στις ζωές μας, ενώ κάποιες λέξεις-σημάδια μπορεί να έχουν έναν πιο οξύ ήχο ή και να επαναλαμβάνονται αενάως στο μυαλό. Σε αυτήν την ανέφικτη μετακόμιση που στήνει ο Δημήτρης Καραντζάς στο Θέατρο Βεάκη –μια μετακόμιση που δεν συμβαίνει τελικά ποτέ, όπως και η φυγή στη Μόσχα δεν συμβαίνει ποτέ–, με τα ετερόκλητα έπιπλα να στοιβάζονται το ένα δίπλα στο άλλο και τους ανθρώπους να προσπαθούν να χωρέσουν ανάμεσά τους, εικονοποιείται όλη η λαχτάρα και η αγωνία των τριών γυναικών να περπατήσουν σε αυτόν τον δρόμο μετ’ εμποδίων που είναι η ζωή.

Στις Τρεις αδελφές τα πάντα μας υπενθυμίζουν τη ροή του χρόνου: επέτειοι και ρολόγια, γεννήσεις τέκνων και εναλλαγή εποχών. Ωστόσο, για τα πρόσωπα του έργου (με εξαιρέσεις τη Νατάσα και την Ανφίσα) το παρόν είναι νεκρό. Καθηλωμένα στο παρελθόν ή σε μια φαντασίωση ευτυχίας του μέλλοντος, μένουν ακίνητα σε μια ονειροπόλα ταλάντευση. Η ιδέα της αλλαγής τους είναι τρομερά γοητευτική και άλλο τόσο αδιανόητη, πλασμένη από αυτό το υλικό της σαγήνης που είναι φτιαγμένα όσα ονειρευόμαστε αλλά ξέρουμε ότι δεν θα γίνουν ποτέ. Που είναι τόσο σαγηνευτικά, ακριβώς επειδή ξέρουμε ή υποψιαζόμαστε ότι δεν θα γίνουν ποτέ. Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά ο Καραντζάς που δημιουργεί μια εξόχως λυρική παράσταση-πρόταση, μεταφράζοντας σκηνικά αυτήν την παράδοξη συγκατοίκηση ελπίδας και ματαίωσης, λαχτάρας για ζωή και αδράνειας, επιθυμίας να γνωρίσει ο άνθρωπος γιατί υποφέρει και ταυτόχρονα βίωσης του πιο εφιαλτικού angst.

Ο Τσέχοφ δεν είναι ένας δραματουργός που ενδιαφέρεται να μας παρουσιάσει γεγονότα. Τα μεγάλα γεγονότα, σε όλα του τα έργα, συμβαίνουν, άλλωστε, ανάμεσα στις πράξεις ή εκτός σκηνής. Αυτό που τον ενεργοποιεί είναι να μας δείξει τα ψήγματα της αφετηρίας των γεγονότων, αλλά κυρίως την επίδρασή τους μέσα στον χρόνο στο σώμα και τον ψυχισμό των ανθρώπων. Γιατί η κύρια σύγκρουση στην τσεχοφική δραματουργία συμβαίνει στο ίδιο το πρόσωπο. Είναι μοναχική. Και έχει αναπόφευκτα υπαρξιακή διάσταση. Οι Τρεις αδελφές του Καραντζά, μέσα από το εύρημα της σύμπλευσης παρελθόντος και μέλλοντος, αναδεικνύουν τη δίνη της εσωτερικής σύγκρουσης του προσώπου. Που άλλο του φταίει και σε άλλο ξεσπά (όπως η Μάσα που ξεσπά στην ομήγυρη για φαινομενικά άσχετο λόγο, αμέσως μόλις ο αγαπημένος της Βερσίνιν φύγει γιατί η γυναίκα του έχει κάνει απόπειρα). Που βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε αυτό που δεν αντέχει και σε αυτό που αδυνατεί να ακολουθήσει. Που σπαράσσεται από μοναξιά. Του προσώπου που εγκυμονεί το μέλλον του. Που επιστρέφει και ξαναεπιστρέφει στο παρελθόν για να επαναδιαπραγματευτεί με αυτό, να εξετάσει τα σημεία φυγής του, να το καταλάβει, ίσως και να συμφιλιωθεί. Κι ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα της σκηνοθεσίας είναι ότι καταφέρνει μέσα από τη συνθήκη της μνήμης κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να κάνει την αδράνεια, αυτή τη στάσιμη αιώρηση, θεατρικά ελκυστική.

Όσο προχωρά η αφήγηση και ο χρόνος κυλά, όσο μεγαλώνουν ηλικιακά στις αναμνήσεις τους οι τρεις αδελφές, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το όνειρο της επιστροφής στην Εδέμ της παιδικής ηλικίας. Ο ξύλινος τοίχος ανοίγει, έξω χιονίζει αγάπη, όνειρα, απέραντη ομορφιά σε μία ασύλληπτης ποιητικής δύναμης σκηνή θεατρικής ανθολογίας. Τα παιδικά φουστανάκια που είδαμε να τα κρατούν στα χέρια τους στην α’ πράξη οι τρεις αδελφές, γίνονται τα φορέματα με τα οποία θα ατενίσουν ώριμες πια την ελπίδα. Όμως τα όνειρα δεν διαρκούν και πολύ. Οι πόρτες κλείνουν και οι τρεις αδελφές βρίσκονται εγκλωβισμένες ξανά. Ένας σκοπός δρα λυτρωτικά: «Η μουσική σού φέρνει την επιθυμία να ζήσεις» λέει ο Όλγα. Και η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, που από θραύσματα αγωνίας έχει εξελιχθεί σταδιακά κατά τη διάρκεια της παράστασης σε μελωδία, που έχει πει όλα όσα οι ήρωες δεν μπορούν να εκστομίσουν, φέρνει στον νου τον στίχο του ποιητή: «μουσική σου είναι η ζωή, αυτή που σπατάλησες». Λίγο πριν το τέλος, με το ερώτημα της υπαρξιακής αγωνίας να χτυπάει κόκκινο, («μακάρι να ξέραμε»), η μουσική είναι εκεί και μας συμφιλιώνει. Μας λέει ότι και η σπαταλημένη ζωή είναι μια ζωή βιωμένη. Είναι και αυτή ένας τρόπος να ζήσουμε. Μια συμφιλίωση που όμως δεν οδηγεί σε παραίτηση, αλλά σε μια τρελή επιθυμία για την κατάκτηση μιας κάποιας ευτυχίας, έστω και αργά.

Είναι φανερό: είμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης, τολμηρής, σε στιγμές εγκεφαλικής αλλά και βαθιά συγκινητικής παράστασης, που ανάγει τον πυρήνα της τσεχοφικής δραματουργίας σε υψηλή ποίηση. Ο Δημήτρης Καραντζάς αποδεικνύει με τις Τρεις αδελφές, την πιο σημαντική δουλειά του, κατά τη γνώμη μου, έως τώρα, ότι είναι ένας σπουδαίος auteur, που ελέγχει πλήρως τα εκφραστικά μέσα του, που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σημαντικότατων συνεργατών, καταφέρνοντας να υλοποιεί με αυτοπεποίθηση και ευαισθησία ακόμη και παράτολμα σκηνικά εγχειρήματα. Οι Τρεις αδελφές του είναι μια παράσταση με έναν θαυμαστό πλούτο εικόνων, ιδεών, μεγάλων στιγμών, που προσκαλεί τον θεατή να εισέλθει στο ταξίδι της χωρίς περιττά βαρίδια, να ακονίσει την παρατήρησή του, να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, απελευθερώνοντας τη φαντασία και την ερμηνευτική δύναμή του. Όλοι οι συντελεστές συμβάλλουν με εντυπωσιακή χημεία ο καθένας από το μετερίζι του στη δημιουργία ενός συμπαγούς σύμπαντος που υποστηρίζει χωρίς ρωγμές τη σκηνοθετική ανάγνωση. Μόνη μου επιφύλαξη, η επιλογή της μετάφρασης (Αλέξανδρος Ίσαρης-Γιώργος Δεπάστας), που σε στιγμές είναι αρκετά πιο γειωμένη σε σχέση με το ποιητικό τοπίο στο οποίο εγκιβωτίζεται.

Οι ηθοποιοί της διανομής υπηρετούν με εσωτερική δύναμη και έναν υφέρποντα σπαραγμό τα πρόσωπα που υποδύονται. Η Καρυοφιλιά Καραμπέτη (Όλγα) παίζει σαν να μην ξέρει τι της φταίει, με μια έξοχη αμφιθυμία και μια πηγαία ανάγκη να καταλάβει τι συμβαίνει και …παίρνουμε τη ζωή μας λάθος, χωρίς να αλλάζουμε ζωή. Η Μάσα της Μαρίας Κεχαγιόγλου ενσαρκώνει μοναδικά την ταλάντωση ανάμεσα στην ανάγκη της να πιστέψει στον έρωτα και τη δύσπιστη φύση της, ενώ η υπέροχη Ιρίνα της Αθηνάς Μαξίμου διατηρεί, ακόμη και στις πιο ευτυχείς στιγμές, μια απροσδιόριστη έκφραση υπαρξιακού άγχους. Ο Αντρέϊ του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη είναι η απόλυτη ενσάρκωση της αναγκαιότητας του ζωτικού ψεύδους.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης ως μοιραίος Βερσίνιν πείθει με τη γοητεία του και διατηρεί μια αμφίρροπη στάση απέναντι στα όνειρα για το μέλλον της ανθρωπότητας που θέλει, η αλήθεια είναι, τόσο πολύ να πιστέψει, ενώ ο Γιάννης Κλίνης (Κουλίγκιν) αφοπλίζει με την καρτερικότητά του. H σχέση, ωστόσο, μεταξύ του ονειροπόλου Τούζενμπαχ (Ορφέας Αυγουστίδης) και του προκλητικού Σολιόνι (Αινείας Τσαμάτης) θα μπορούσε να διαγραφεί λίγο πιο αδρά. Η Σύρμω Κεκέ (Νατάσα) φέρνει στη σκηνή την αλλαγή, στην οποία οι ήρωες του έργου τόσο πολύ αντιστέκονται. Με μια τσιριχτή φωνή και μια αιλουροειδή κίνηση κυκλώνει τα «θύματά» της και υλοποιεί -τι λέξη!- όλα της τα σχέδια. Ο Δημήτρης Πιατάς (Τσεμπουτίκιν), η Υβόννη Μαλτέζου (Ανφίσα), η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη (Φέραποντ) και ο Νίκος Μάνεσης (Φεντότικ), τέσσερα από τα πιο μοναχικά πρόσωπα του κειμένου, συμπληρώνουν αγαστά την ορχήστρα αυτής της γνωστής παρέας του τσεχοφικού έργου.

Η παράσταση εγείρει, σε δεύτερο επίπεδο, και σκέψεις και γύρω από το ίδιο το θέατρο: οι τρεις αδελφές είναι αλλά και «παίζουν» το παρελθόν τους, τα αντικείμενα που στοιβάζονται θυμίζουν ατάκτως ερριμμένα έπιπλα παρατημένα σε κάποιο φροντιστήριο-αποθήκη που τώρα αποκτούν ζωή, η δυνατότητα ερμηνείας ενός νεανικού ρόλου δεν είναι πια ανέφικτο όνειρο για μια πιο ώριμη ηλικιακά ηθοποιό, ενώ η συγκατοίκηση τόσο πολλών σημαντικών, αλλά διαφορετικών ηθοποιών από διαφορετικές γενιές και αφετηρίες στο ίδιο σανίδι συγκροτεί την πραγμάτωση ενός είδους θεατρικής ουτοπίας. Μοιάζει, δηλαδή, το θέατρο να είναι ο ιδανικός ετεροτοπικός χώρος, εκεί όπου οι προσδοκίες, οι ελπίδες, τα όνειρα –σε εκκωφαντική αντίθεση με το έργο– πραγματοποιούνται. «Άραγε θα μας θυμούνται;» είναι η διάσημη αγωνιώδης ερώτηση της Όλγας στο φινάλε. Ο χρόνος έχει δείξει ότι οι τσεχοφικές αδελφές Πραζόροφ έχουν κατακτήσει την αθανασία και τις καρδιές μας. Και το ίδιο υποψιάζομαι ότι θα συμβεί και με την παράσταση του Δημήτρη Καραντζά.

Info παράστασης:

Τρεις Αδελφές | 17 Ιανουαρίου – 29 Μαρτίου | Θέατρο Βεάκη