Έχουμε πει όσα θέλουμε να πούμε ή τώρα μόλις αρχίζουμε; Τι κάνει σήμερα ο Αντώνης Σπετσιώτης; Είναι ακόμα στο Λουξεμβούργο ή επέστρεψε; Κανείς δεν ξέρει. Αλλά εκείνη η ημέρα του 2014, λίγο πριν φύγει μας πήρε μαζί του σε ένα 24ωρο ταξίδι για να καταλάβουμε. Ότι το πάλεψε πολύ να είναι ο εαυτός του και εκείνη την καλοκαιρινή ημέρα, ήταν σαν να πέρασε μια ζωή ολόκληρη που έγινε κομμάτια όπως γινόταν η πόλη, η χώρα, όπως έγιναν κομμάτια οικογένειες και αγάπες,  σχέσεις και έρωτες. Ο Χρίστος Κυθρεώτης έγραψε ένα μυθιστόρημα στο οποίο συνοψίζει τις ζωές μας, τα ημερολόγιά μας, τις κρυφές μας σκέψεις και τα απραγματοποίητα όνειρα όταν μια καλοκαιρινή ημέρα τα βλέπουμε λίγο τρυφερά και ειρωνικά με μια απόσταση που απαγορεύει στο δράμα να διεισδύσει, σαν να ακούς τη βρύση του γείτονα που στάζει, αυτό το κάτι, το αδιόρατα ενοχλητικό που δεν μπορείς να διορθώσεις.

Ο ήρωάς του σε μια μέρα αφουγκράζεται την πόλη, τα δικηγορικά γραφεία, τα δικαστήρια της Ευελπίδων, συναντά το παρελθόν και τους ανθρώπους του, πίνει εις υγείαν μιας ερωτικής ζωής που τέλειωσε, ξενυχτάει σε ένα νοσοκομείο και επιστρέφει για να ζήσει άλλη μια μέρα στους δρόμους της Αθήνας που ετοιμάζεται να εγκαταλείψει. Ο Κυθρεώτης έγραψε μια ιστορία, μοναδική, ειλικρινή, καθημερινή και βαθιά ποιητική. Χωρίς κορώνες, αυταρέσκεια και δραματικούς τόνους, η κοινωνική ανατομία της πόλης και των ανθρώπων της πρωταγωνιστεί σε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων ετών. Τον συναντήσαμε και μας μίλησε για το βιβλίο του, την πόλη και τον ήρωά του:

Η αρχική ιδέα για το «Εκεί που ζούμε»

Πρώτα προέκυψαν οι επιμέρους ιδέες: το ζευγάρι που έχει χωρίσει αλλά εξακολουθεί να συναντιέται τρεις τέσσερις φορές τον χρόνο, ένας γιος και ένας πατέρας που κάνουν μια διαδρομή μαζί στην εθνική οδό, ένας έξυπνος άνθρωπος που ξοδεύει τις μέρες του παίζοντας σκάκι – όλα ήταν σκέψεις για ξεχωριστά μυθιστορήματα ή νουβέλες που για κάποιον λόγο δεν καθόμουν να γράψω. Συνήθως είμαι αρκετά παρορμητικός στη γραφή, μόλις έχω μια ιδέα που μου αρέσει ξεκινάω να γράφω χωρίς χρονοτριβή, με την ελπίδα πως θα αντιμετωπίσω τις δυσκολίες όταν προκύψουν – είναι μια μέθοδος με αρκετό ρίσκο,  γι’ αυτό και παρατάω αρκετά πράγματα. Όμως για κάποιον λόγο, οι συγκεκριμένες ιδέες με απασχολούσαν για χρόνια, χωρίς να μπω στη διαδικασία να γράψω κάτι σχετικό. Μέχρι που σκέφτηκα ότι μπορεί όλα αυτά να συνέβαιναν στον ίδιο ήρωα, και μάλιστα την ίδια μέρα. Το μυθιστόρημα της μιας μέρας είναι άλλη μια «ιδέα» που με απασχολούσε για χρόνια. Δεν πρόκειται για «ιδέα» βέβαια, αλλά για μια ολόκληρη λογοτεχνική παράδοση, που έχει δώσει σπουδαία βιβλία και πάντα με γοήτευε. Είχα δοκιμάσει αρκετές φορές να το κάνω, θυμάμαι πριν μερικά χρόνια είχα ξεκινήσει ένα ανάλογο μυθιστόρημα που διαδραματιζόταν τη μέρα της επίσκεψης του Μπιλ Κλίντον στην Αθήνα, στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα. Έγραψα τρία τέσσερα κεφάλαια, ένιωσα ότι δεν με πάει κάπου, και το άφησα. Αλλά το μικρόβιο μου έμεινε.

Η δουλειά του Αντώνη Σπετσιώτη

Συχνά, από τη λογοτεχνία εξαφανίζεται το επαγγελματικό κομμάτι της ζωής. Σε ένα βιβλίο σαν κι αυτό όμως, που φιλοδοξεί να καλύψει ολόκληρη τη μέρα ενός ανθρώπου, θα ήταν άτοπο να συμβεί κάτι τέτοιο. Η δουλειά καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της μέρας μας, γι’ αυτό και ήθελα να υπάρχουν κεφάλαια ολόκληρα με τη δουλειά του Αντώνη – και επιπλέον η δουλειά του να βρίσκεται σε διάλογο με την προσωπικότητά του, με τον τρόπο που σκέφτεται ή μιλάει. Το επάγγελμα του δικηγόρου, πρώτον, μου φάνηκε ιδανικό στην οικονομία της αφήγησης, γιατί είναι ένα επάγγελμα εξωστρεφές: ένας δικηγόρος στην καθημερινότητά του μπορεί να έρθει σε επαφή με πολλές όψεις της κοινωνίας, οπότε μπορεί κιόλας να τις καταγράψει. Έπειτα, μου άρεσε αυτό που αντιπροσωπεύει η «αποτυχία» ανθρώπων που κάνουν μια τέτοια δουλειά. Οι τύποι αυτοί, οι δικηγόροι της δικής μου πάνω κάτω γενιάς περιφέρονται συχνά όλη τη μέρα σαν τον Αντώνη, ασκώντας ένα επάγγελμα που πριν τριάντα χρόνια θα έχαιρε κύρους, αλλά σήμερα όχι και τόσο. Σε αυτές τις καταστάσεις συχνά καθρεφτίζεται η αποτυχία μιας κοινωνίας πολύ πιο γλαφυρά απ’ ό,τι στις κραυγαλέες ατυχίες, στους ανθρώπους που η ζωή τους καταστράφηκε εντελώς, ας πούμε, μέσα στην κρίση. Εμένα με ενδιέφερε μια πιο ήπια εκδοχή της αποτυχίας, η αποτυχία του ανθρώπου που έκανε πάντα όσα του έλεγαν ότι έπρεπε να κάνει, που ακολούθησε, ας πούμε, από παιδί όλες τις «οδηγίες», που έζησε by the book, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετό. Στο τέλος του είπαν «δεν πέτυχες» ή «σόρι, έχασες τη σειρά σου» ή κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι σε αυτό καθρεφτίζεται πολύ βαθύτερα η αποτυχία μιας κοινωνίας, απ’ ό,τι στη ζωή ενός ανθρώπου που έχασε το σπίτι του.
Αυτό μου άρεσε σε αυτό τον κόσμο τον επαγγελματικό που κινείται ο Αντώνης, και είναι κάτι με το οποίο μπορούσα να συνδεθώ συναισθηματικά και με έκανε να σκεφτώ πως ίσως αξίζει τον κόπο να αποτυπωθεί. Είναι μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που παρουσιάζονται συνήθως οι δικηγόροι, ως μεγαλοδικηγόροι που αγορεύουν σε πεντακάθαρες κλιματιζόμενες αίθουσες χωρίς να τους διακόπτει κανείς.

Η οικογένεια του ήρωα

Ο αφηγητής του βιβλίου έχει ξεπεράσει τον θυμό σε ό,τι έχει να κάνει με την οικογένειά του. Πρόκειται για μια προβληματική οικογένεια, ο ίδιος βλέπει τα προβλήματα, σε κάποιον βαθμό τα επωμίζεται, αλλά έχει σταματήσει να θυμώνει, να επαναστατεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δέχεται τα πράγματα όπως είναι, σημαίνει απλά ότι δεν θυμώνει. Δεν είναι ένας ήρωας παραιτημένος, είναι ένας ήρωας κάπως στωικός. Κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον αποτυχιών, που όμως δεν δραματοποιούνται. Συνειδητά δεν ήθελα να υπάρχει μια πολύ δραματική κορύφωση, ούτε, ας πούμε, ένα φολκλόρ της αποτυχίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο χαμηλών τόνων.

Η πόλη μέσα στο βιβλίο

Την πόλη την αντιμετωπίζω σαν βιότοπο ανθρώπων. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια τείνει να επικρατήσει μια προσέγγιση της Αθήνας επιφανειακή, κάπως σαν να κάνουμε τουρισμό στην πόλη μας. Είναι μια τάση εξωτισμού, να περιμένεις από την πόλη να σε εκπλήξει ξανά και ξανά, να ανακαλύψεις εκατό φορές τις «κρυφές γωνιές της» και άλλα τέτοια. Στη λογοτεχνία μια τέτοια στάση δεν έχει ενδιαφέρον. Όλα γίνονται πιο ενδιαφέροντα όταν εστιάζεις στις ιστορίες των ανθρώπων της πόλης. Οι άνθρωποι είναι οι κρυφές γωνιές της.

Καθημερινός ήρωας, καθημερινές καταστάσεις

Με ενδιαφέρει αυτή η προβληματική, του «συνηθισμένου» ανθρώπου. Ίσως έχει ενδιαφέρον να γράψεις για κάποιον που ζει μια συναρπαστική ζωή, αλλά αν σκάψεις αρκετά όλες οι ζωές είναι συναρπαστικές: κι αυτό είναι για μένα το μεγαλύτερο κίνητρο στο γράψιμο, να βρω δηλαδή το συναρπαστικό μέσα στο τετριμμένο. Ξεκινάς από ένα στερεότυπο και προσπαθείς να πας πέρα από αυτό. Το ρίσκο σε αυτή τη λογοτεχνία είναι πως αν δεν τα καταφέρεις, μένεις τελικά απλώς με το στερεότυπο, κι αυτό είναι που διαβάζει ο αναγνώστης.

Γενιές, η γενιά μου και η κρίση

Οι γενιές δεν είναι τόσο ομοιογενείς όσο μας αρέσει να υποθέτουμε. Πάντως, θα έλεγα πως οι άνθρωποι στα περιβάλλοντα στα οποία έχω κινηθεί εγώ ήταν εξαρχής κάπως αποπροσανατολισμένοι, και σίγουρα η κρίση δεν ψαλίδισε καμία ευφορία, ούτε ανέτρεψε κάποια ειδυλλιακή κατάσταση για αυτούς. Αρκετοί συνομήλικοί μου μάλιστα έχουν την αίσθηση πως η κρίση είχε ξεκινήσει νωρίτερα για τους ίδιους. Σε κάποιο σημείο, αρκετά πριν την κρίση, ήταν σαφές πως αν ήσουν 20 ή 25 χρονών, αξιοπρεπείς συνθήκες δουλειάς μπορούσες να περιμένεις σχεδόν αποκλειστικά στον δημόσιο τομέα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η φράση «γενιά των 700 ευρώ» είναι πολύ προγενέστερη της κρίσης. Και πως όσα καταλογίζονται παραδοσιακά στο ελληνικό δημόσιο ισχύουν σχεδόν αυτούσια και στον ιδιωτικό τομέα – τον όποιο ιδιωτικό τομέα της Ελλάδας. Πρώτ’ απ’ όλα, η λεγόμενη «αναξιοκρατία», που είναι χειρότερη στις ιδιωτικές επιχειρήσεις απ’ ό,τι στις δημόσιες. Όλα αυτά δεν είναι αποτελέσματα της κρίσης – είναι μάλλον αιτίες της. Διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο ασφυκτικό, και το κυριότερο εσωτερικεύτηκαν, έγιναν σε έναν βαθμό κομμάτι του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, ως ανάλαφρος μηδενισμός ή χυδαίος κυνισμός, ανάλογα με τον άνθρωπο.

Το βιβλίο «Εκεί που ζούμε» του Χρίστου Κυθρεώτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη