«Πιστεύω πως η μοίρα παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μας, επειδή δεν υπάρχει εξήγηση γιατί συμβαίνουν κάποια πράγματα. Πώς έγινε και κέρδισα υποτροφία ως ανεξάρτητος δημιουργός και μπόρεσα να σπουδάσω στο Κέντρο Ανώτερων Κινηματογραφικών Σπουδών στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου; Πώς και γνωρίζουμε συγκεκριμένους ανθρώπους και τους ερωτευόμαστε και δεν γνωρίζουμε τόσους και τόσους άλλους; Ερχόμαστε στον κόσμο φέροντας ήδη πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά μας και, παρόλο που οι γονείς και οι φίλοι μπορούν να μας επηρεάσουν σ’ έναν βαθμό, ουσιαστικά είσαι εξαρχής αυτό που είσαι. Τα παιδιά μου διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, κι όλα γεννήθηκαν με την προσωπικότητά τους. Τα γνωρίζεις καλά, τα αγαπάς πολύ, αλλά δεν έχεις και πολλά να συνεισφέρεις ως προς το μονοπάτι που θα διανύσουν στη ζωή. Κάποια πράγματα είναι προκαθορισμένα.»

Αυτά εξομολογείται ο Ντέιβιντ Λιντς, ο μεγάλος και παράξενος αυτός σκηνοθέτης που καμία ταινία δεν μοιάζει με τις δικές του δημιουργίες. Η βιογραφία του «Χώρος ονείρων» του μοιάζει. Με περισσότερες από 100 συνεντεύξεις επιχειρείται να αποτυπωθεί η προσωπικότητά του, στο τέλος η ιστορία και η προσωπική ζωή του καλλιτέχνη, του σκηνοθέτη, του εραστή, του παιδιού που ξέφυγε από την παιδική του ηλικία στο Idaho αποκτά ένα περίγραμμα με χιούμορ, σκληρές αναμνήσεις, θριάμβους και ματαιώσεις, παραμένει ένα ελκυστικό μυστήριο. Ο Ντέιβιντ Λιντς και η δημοσιογράφος Κριστίν Μακένα μέσα από χιλιάδες σελίδες και ώρες οπτικού και ηχητικού υλικού ιχνογραφούν τον καλλιτέχνη των 35 ταινιών, των 23 εκθέσεων και των οκτώ λευκωμάτων που οι θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο συλλέγουν και κρατούν ως κόρη οφθαλμού.

Ο Ντέιβιντ Λιντς έχει το δικό του κινηματογραφικό και αφηγηματικό ύφος, αυτό με το οποίο ωθεί τα όρια και δημιουργεί φανταστικές, αλλόκοτες εικόνες που παραμένουν στη μνήμη του ακροατηρίου του πολύ καιρό αφότου τα φώτα της ράμπας σβήσουν. Η λέξη “Lynchian“, που βρίσκεται στο Oxford English Dictionary από το 2018, επιχειρεί να περιγράψει τον κοσμικό και μακάβριο κόσμο του, αλλά μόνο ο ίδιος μπορεί -αν θέλει- να μας εξηγήσει τι είναι ακριβώς αυτή η κόλαση. Για όλους τους άλλους, η λέξη, δεν είναι καθόλου εύκολη, όσο φαίνεται. Άλλωστε δεν έχει και σημασία, αφού και ο ίδιος πιστεύει ότι «οι λέξεις είναι μερικές φορές μία υπερτιμημένη αξία. Κυρίως όταν προσπαθούμε να προσδιορίσουμε κάτι το αφηρημένο, οι λέξεις μπορούν να μας αποσυντονίσουν».

Στον κόσμο του η παραδοξότητα της ευαισθησίας, οι εφιαλτικές παραδόσεις της πραγματικότητας, το αμετάβλητο αμερικανικό όνειρο της μικρής πόλης έχουν δημιουργήσει μια λογοτεχνική και οπτική γλώσσα που και αυτή με τη σειρά της δεν ερμηνεύεται, αφού στην ουσία πρόκειται για έναν τόνο, μια αίσθηση, μια ατμόσφαιρα ή μια εμπειρία που μπορεί να κατανοηθεί πλήρως, αλλά δεν μπορεί να περιγραφεί.
Στα 73 του χρόνια σήμερα, ο Ντέιβιντ Λιντς εξακολουθεί και μόνο με την παρουσία του να αποδομεί την έννοια της Αμερικής. Ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών και κατά πολλούς ο δεύτερος καλύτερος σκηνοθέτης του 21ου αιώνα έχει εξομολογηθεί πως ξεκίνησε τυχαία να κάνει σινεμά όταν ήταν φοιτητής στη σχολή Καλών Τεχνών της Πενσυλβάνια και ζωγράφιζε έναν «κήπο τη νύχτα». Ακούγοντας τον άνεμο και τα δέντρα να θροΐζουν σκέφτηκε: «Ένας κινούμενος πίνακας!». Έτσι, έκανε την πρώτη του ταινία διάρκειας ενός λεπτού για τον διαγωνισμό κινούμενης εικόνας που διοργάνωνε η σχολή του. Η απόφασή του να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία είχε παρθεί. Η ζωγραφική και οι κανόνες της του χάρισαν τα χρώματα με τα οποία αποδίδει τις εικόνες του και δημιουργεί τις μοναδικές του ατμόσφαιρες.

Και ενώ οι αξέχαστοι κινηματογραφικοί εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς έχουν σφραγίσει τη μνήμη μας εδώ και δεκαετίες με εικόνες από το “Eraserhead”, το «Μπλε Βελούδο», την «Ατίθαση Καρδιά», «Η Χαμένη Λεωφόρος», το “Mulholland Drive”, ή το ανεπανάληπτο “Twin Peaks”, η βιογραφία του κάνει και μια περιπλάνηση σε δωμάτια πιο φωτεινά. Ο ακατανόητα μελαγχολικός και ευαίσθητος κόσμος του όταν συγκρούεται με το αλλόκοτο είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Ο «Χώρος Ονείρων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροπή σε μετάφραση Αφροδίτης Γεωργαλιού, είναι ένας συνδυασμός βιογραφίας και αυτοβιογραφίας, ένα παζλ αναμνήσεων, αφηγήσεων και μία ακόμα απόπειρα να γνωρίσουμε τη γοητευτική προσωπικότητα του μεγάλου auteur.

Ακολουθούν αποσπάσματα του βιβλίου:

Ντέιβιντ Λιντς: Η δεκαετία του ’50 είχε κάτι πολύ σημαντικό που χάθηκε πλέον ανεπιστρεπτί· υπήρχαν διαφορές ανάμεσα σε πρόσωπα και πράγματα. Στο Μπόισι τα αγόρια και τα κορίτσια ντύνονταν με συγκεκριμένο τρόπο, στη Βιρτζίνια έβλεπες τα παιδιά εκεί ντυμένα εντελώς διαφορετικά, το ίδιο και στη Νέα Υόρκη, όπου άκουγαν και τελείως διαφορετική μουσική. Πήγαινες στο Κουίνς και τα κορίτσια ήταν… τέλος πάντων δεν είχες ξαναδεί τέτοιο πράγμα στη ζωή σου! Ακόμα και στο Μπρούκλιν, έβλεπες εικόνες τελείως διαφορετικές σε σχέση με το Κουίνς, κι ας είναι δίπλα. Θυμάστε τη φωτογραφία της Νταϊάν Άρμπους που δείχνει ένα ζευγάρι μ’ ένα μωρό και η κοπέλα έχει τα μαλλιά της πολύ φουσκωτά; Αυτό, ας πούμε, δε θα το έβλεπες ποτέ στο Μπόισι ή στη Βιρτζίνια. Και μετά ήταν κι η μουσική. Έπιανες τον παλμό της μουσικής σ’ ένα μέρος, παρατηρώντας τα κορίτσια και τη μουσική που άκουγαν, κι είχες πλήρη εικόνα για το μέρος αυτό. Καταλάβαινες πως ζουν σ’ έναν κόσμο απόλυτα παράξενο και μοναδικό, κι εσύ ήθελες να μάθεις γι’ αυτόν τον κόσμο και τι έχουν στο μυαλό τους. Αυτές οι διαφορές έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πια. Ακόμη υπάρχουν μικροδιαφορές. Πάρτε για παράδειγμα τους χίπστερ: τους βρίσκεις σε διάφορες πόλεις, αλλά είναι πανομοιότυποι με αυτούς της πόλης σου.

Κριστίν Μακένα: Λαμβάνοντας υπόψη το μετέπειτα έργο του, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στις παιδικές του αναμνήσεις φως και σκοτάδι αναμιγνύονται. Ίσως η δουλειά του πατέρα του, η οποία είχε να κάνει με άρρωστα δέντρα, να τον διαπότισε με οξυμένη επίγνωση για «τον άγριο πόνο και την αποσύνθεση» που παραμονεύουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, όπως το έχει περιγράψει ο ίδιος. Όποιος και αν ήταν ο λόγος, ο Λιντς έδειχνε ασυνήθιστη ευαισθησία ως προς την εντροπία που ξαφνικά αρχίζει να κατατρώει καθετί νέο· δυσφορούσε ακόμα και στη σκέψη της. Οι οικογενειακές εκδρομές στη Νέα Υόρκη για επίσκεψη στους παππούδες τον άγχωναν το ίδιο, και έχει αναφέρει πως θυμάται να βλέπει εκεί πράγματα που τον αναστάτωναν βαθύτατα. «Η ένταση των συναισθημάτων μου δε δικαιολογούνταν από αυτά που μου προκαλούσαν την ταραχή», έχει πει. «Νομίζω πως οι άνθρωποι αισθάνονται φόβο ακόμα κι αν δεν αντιλαμβάνονται πλήρως την αιτία. Κάποιες φορές μπαίνεις σ’ ένα δωμάτιο και το νιώθεις πως κάτι δεν πάει καλά. Όποτε πήγαινα στη Νέα Υόρκη, κυριολεκτικά με πλάκωνε αυτό το συναίσθημα. Όταν είσαι έξω στη φύση, ο φόβος είναι αλλιώτικος, όμως φόβος υπάρχει και εκεί. Στην επαρχία μπορεί να συμβούν και πολύ άσχημα πράγματα».

Ντέιβιντ Λιντς: Στο σενάριο του πιλότου [για το Twin Peaks] υπάρχει μία σκηνή με τον Κούπερ και τον Σερίφη Τρούμαν στο ασανσέρ. Οι πόρτες ανοίγουν και ο Κούπερ παρατηρεί έναν μονόχειρα ν’ απομακρύνεται. Αυτός ήταν όλος κι όλος ο ρόλος για τον οποίο προσελήφθη στην αρχή ο Αλ Στρόμπελ. Θα ερχόταν, θα εμφανιζόταν για λίγα δευτερόλεπτα και θα γύριζε σπίτι του. Μετά όμως άκουσα τη φωνή του ‒αυτή την απίστευτη φωνή‒ κι ένιωσα πως έπρεπε να γράψω κάτι για εκείνη τη φωνή. Νομίζω ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο ο Ντίπακ· θυμάμαι ακριβώς πού ήμασταν. Τρέχαμε σ’ έναν κατηφορικό δρόμο βγαίνοντας από έναν αυτοκινητόδρομο, κι εγώ έγραφα τα λόγια: «Μέσα απ’ το σκοτάδι του περασμένου μέλλοντος, ο μάγος ποθεί να δει». Έγραψα έτσι μία νέα σκηνή στην οποία ο Αλ γνωρίζει τον Κούπερ στο δωμάτιό του και απαγγέλλει αυτά τα λόγια, τη γυρίσαμε και τη στείλαμε στον Ντουέιν, που έκανε το μοντάζ. Είναι αργά το βράδυ και ο Ντουέιν ετοιμάζεται να γυρίσει σπίτι, όταν λαμβάνει ξαφνικά το καινούργιο υλικό και, φυσικά, αγανακτεί. Εκείνη η σκηνή με τον Αλ, όμως, ήταν η σπίθα που πυροδότησε σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων και έφερε κι εκείνον σε κεντρική θέση στην ιστορία.

Κριστίν Μακένα: Μια κεντρική διάσταση του χαρίσματος του Λιντς είναι η ρευστότητα της φαντασίας του, καθώς «χτίζει» με ό,τι υπάρχει γύρω του αντί να αναζητά κάτι μη διαθέσιμο. Αυτό είναι κάτι που αναφέρουν όλοι οι συνεργάτες του. «Ένα απ’ τα σημαντικότερα πράγματα που μου δίδαξε ο Ντέιβιντ είναι να είμαι παρούσα με ουσιαστικό τρόπο», διευκρίνισε η Σέριλ Λι. «Δίνει σημασία σε όλα κι έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να τις μετατρέπει σε τέχνη, επειδή δεν είναι προσκολλημένος σ’ αυτό που θα ’πρεπε κανονικά να συμβαίνει. Πρόκειται για έναν απ’ τους λόγους που η συνύπαρξη μαζί του στο γύρισμα είναι τόσο συναρπαστική και ζωντανή εμπειρία».
«Ο Ντέιβιντ έπαιρνε στα σοβαρά το σενάριο και φυσικά είχε την απαίτηση να ξέρουμε τα λόγια μας», ανέφερε ο Ρίτσαρντ Μπέιμερ, «αλλά συχνά έκανε ανατροπές και αλλαγές που του έρχονταν αυθόρμητα. Μια μέρα γύριζαν μία σκηνή, κι εγώ στεκόμουν στο βάθος περιμένοντας τη σειρά μου. Φορούσα ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια και τα ένιωθα κάπως σκληρά. Έμαθα κλακέτες όταν ήμουν παιδί ακόμα, κι άρχισα να χορεύω επί τόπου για να μαλακώσουν τα παπούτσια. Ο Ντέιβιντ με βλέπει, με πλησιάζει και λέει: “Ξέρεις να χορεύεις;” “Παλιά χόρευα λιγάκι, ναι”. “Θέλεις να χορέψεις στην επόμενη σκηνή;” “Ντέιβιντ, στην επόμενη σκηνή συζητάω να δολοφονήσω κάποιον”, αντέτεινα, αλλά εκείνος επέμεινε. “Θα είναι καταπληκτικό! Για την ακρίβεια, θα έλεγα ότι πρέπει να χορέψεις πάνω στο γραφείο σου”, μου είπε». Ο Λιντς πράγματι έδειξε μεγάλο σεβασμό στο σενάριο του Twin Peaks, ταυτόχρονα όμως αντιμετώπιζε τη σειρά ως έργο σε εξέλιξη και οι χαρακτήρες αποκτούσαν σταδιακά μεγαλύτερο βάθος.