Επαρχία Αγγλίας. Ο Tζακ είναι τραγουδιστής και συνθέτης. Ο Τζακ δουλεύει παρτ τάιμ σε σούπερ μάρκετ, γιατί είναι τραγουδιστής και συνθέτης και δεν θέλει να αρχίσει να δουλεύει με πλήρες ωράριο, να αρχίσει να «είναι» σιγά – σιγά η δουλειά του και να πάψει να σκέφτεται τον εαυτό του ως τραγουδιστή και συνθέτη. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, θα το είχε κάνει ήδη, αν δεν τον εμπόδιζε η παιδική του φίλη, μάνατζερ και προσωπική του οδηγός, Έλι. Ο Τζακ είναι 27 ετών, τα τραγούδια του δεν έχουν απήχηση, αρέσουν μόνο στην Έλι και σε ένα ζευγάρι κολλητών τους, ο Τζακ έχει απογοητευθεί, η Έλι πιστεύει στο ταλέντο του περισσότερο κι από τον ίδιο.

Και ξαφνικά συμβαίνει ένα παγκόσμιο μπλακ άουτ διάρκειας λίγων δευτερολέπτων. Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Κι ακόμη περισσότερο δεν υπάρχει εξήγηση για το επακόλουθό του. Είναι σαν μετά το μπλακ άουτ να βρισκόμαστε σε ένα εναλλακτικό παρόν, όπου ορισμένα εμβληματικά καταναλωτικά προϊόντα αλλά και εμβληματικές μορφές της ποπ κουλτούρας δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Ανάμεσά τους και οι Beatles. O Tζακ όσο κι αν δυσκολεύεται να το πιστέψει συνειδητοποιεί ότι ζει σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν ξέρει τους Βeatles, όπου οι Beatles δεν υπήρξαν. Γκουγκλάρει κατάπληκτος μην βρίσκοντας καμία αναφορά. Όλα τα υπόλοιπα μεγάλα συγκροτήματα και τραγουδιστές εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα του παρελθόντος, άρα και του παρόντος. Μοναδική εξαίρεση πλην των Beatles, οι Οasis, σε ένα από τα αρκετά πολύ έξυπνα ευρήματα του σεναρίου του Ρίτσαρντ Κέρτις, που σε κάνουν να χαμογελάς.

Ο Τζακ αρχίζει να αντιλαμβάνεται τι μπορεί να σημαίνει πρακτικά για τον ίδιο αυτή η κοσμική παραδοξότητα. Αρχίζει και καταγράφει μανιωδώς τους στίχους των τραγουδιών τους. Άλλοι είναι εύκολοι κι απλοί και του έρχονται αμέσως στο μυαλό, άλλοι τον ζορίζουν περισσότερο. Ο Ντάνι Μπόιλ κινηματογραφεί με τρυφερότητα και αγάπη την προσπάθειά του Τζακ να θυμηθεί όλους τους στίχους του Eleanor Rigby. Και κάπως έτσι ο Τζακ που τα τραγούδια του δεν άγγιζαν σχεδόν κανέναν, έχει στα χέρια του τραγούδια που αποδεδειγμένα δεν άγγιξαν απλά αλλά χαράχθηκαν βαθιά σε όλη την ανθρωπότητα. Την ανθρωπότητα που ζει τώρα σε ένα παρόν εντελώς παρθένο από την μουσική των Beatles. Tην ανθρωπότητα που είναι έτοιμη να μαγευτεί και τώρα ή μήπως έχουν αλλάξει οι εποχές και η πρόσληψη των τραγουδιών τους θα ήταν διαφορετική και λιγότερο σαρωτική; Την ανθρωπότητα που είναι έτοιμη να μαγευτεί και τώρα ή μήπως ο Τζακ έχει τέτοια έλλειψη λάμψης ως καλλιτέχνης που θα καταφέρει να χαντακώσει ακόμη και τα δικά τους τραγούδια;

Aν μένουμε σήμερα άφωνοι με το πλήθος των πολύ μεγάλων τραγουδιών που πρόλαβαν να γράψουν σε λιγότερο από μια δεκαετία οι Βeatles, αν το πλήθος των πολύ μεγάλων τραγουδιών τους προήλθε από τη συνύπαρξη στο ίδιο συγκρότημα, τη συνεργασία και την αλληλεπίδραση μυθικών μουσικών όπως οι Λένον – Μακάρτνεϊ, αλλά και ο Τζορτζ Χάρισον, ο συμπαθής αλλά άχρωμος Τζακ είναι έτοιμος να παρουσιάσει στον κόσμο όλο αυτό το πλήθος των τραγουδιών ως τραγούδια που έγραψε ολομόναχος και ως τραγούδια που τα έγραψε τώρα όλα μαζί. Οne man only.

Ο Ρίτσαρντ Κέρτις που με τη σειρά του έχει βάλει το δικό του αποτύπωμα στην ποπ κουλτούρα, υπογράφοντας ως σεναριογράφος μερικές από τις καλύτερες και μαζί πιο επιτυχημένες ρομαντικές κομεντί, όπως τo «Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία», το “Notting Hill”, το “Love Actually”, το «Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόοουνς», δεν θα μπορούσε να μην εντάξει και στο “Υesterday” μια ερωτική ιστορία ως παράλληλο αφηγηματικό μοχλό. Το ρομάντσο του Τζακ και της Έλι σίγουρα δεν είναι η πιο ρομαντική ιστορία που έγραψε ποτέ ο Κέρτις, σίγουρα δεν είναι το πιο δυνατό σημείο του”Υesterday” κι ακόμη πιο σίγουρα δεν είναι αυτό για το οποίο θα θυμόμαστε το “Υesterday”, αλλά το “Υesterday” δεν είναι μια ταινία για την οποία σου κάνει καρδιά να γκρινιάξεις. Ούτε το κομμάτι με την εμπλοκή της μουσικής βιομηχανίας λειτουργεί ιδιαίτερα (ακόμη κι αν η Κέλι ΜακΚίνον είναι απολαυστική στην over the top ερμηνεία της) και ναι, πιθανότατα το “Υesterday” πατώντας πάνω σε μια τόσο γόνιμη ιδέα θα μπορούσε να έχει πάρει άλλους δρόμους, να έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο ψαγμένο και πολύ πιο πλήρες.

Αλλά το να γκρινιάξεις δεν θα είναι μόνο μίζερο, θα είναι εν τέλει και άδικο. Πέραν της κεντρικής ιδέας, το “Υesterday” έχει μέσα του ουκ ολίγα δώρα, ουκ ολίγες αληθινά ευφρόσυνες στιγμές. Κι έχει επίσης προς το τέλος ένα ακόμη εύρημα πάνω σε αυτή την εκδοχή του παράλληλου παρόντος, το οποίο είναι προτιμότερο να ανακαλύψει κανείς βλέποντας την ταινία, ένα εύρημα που σε συγκινεί και σου αποτυπώνεται και με έναν τρόπο σε παρηγορεί κιόλας για την εκδοχή του υπαρκτού παρόντος.

Τι ιδέα όμως το να μην υπήρξαν ποτέ οι Beatles, ε; Δεν είναι μόνο ότι πάει περίπατο η αληθοφάνεια, είναι ότι ακόμη και σε επίπεδο φαντασίας και σεναριακής ελευθερίας πάλι μοιάζει τόσο τραβηγμένο: πόση απιθανότητα! Ίσως όμως ακριβώς ακόμη μεγαλύτερη απιθανότητα να ήταν η ίδια η ύπαρξη των Beatles. Ίσως όμως ακόμη πιο αναληθοφανές είναι το παρόν στο οποίο αξιωθήκαμε να ζήσουμε, ένα παρόν που τροφοδοτείται από τη μουσική κληρονομιά τους. Ο Λένον κι ο Μακάρτνεϊ κι ο Χάρισον κι ο Ρίγκο, την ίδια ακριβώς εποχή, στην ίδια πόλη, να φτιάχνουν ένα συγκρότημα μαζί, να γράφουν το ένα μετά το άλλο τραγούδια που όσο κι αν θέλουμε να τα βάλουμε δίπλα σε άλλα μεγάλα τραγούδια, το καθένα μόνο του και όλα μαζί ως σώμα είναι ξεκάθαρο ότι έχουν προέλθει κι αυτά από κάπου αλλού, από κάποιου άλλου τύπου ανεξήγητη κοσμική παραξενιά, από κάποιο αντίστροφο μπλακ άουτ: όταν σχηματίστηκε η μπάντα, τα φώτα στον πλανήτη δεν έσβησαν αλλά άναψαν, άναψε ένα συλλογικό εσωτερικό φως που θα κρατήσει για πάντα. Σχηματίστηκε μια άλλου τύπου μουσική συνείδηση, ένα άλλου τύπου φως, η μουσική ως φως και το φως ως μουσική.