Όπως έχω ξαναγράψει, όταν πρωτοβλέπουμε μια ταινία δεν τη συγκρίνουμε τόσο με το γενικό μας γούστο και τη γενική μας αισθητική, όσο με τις συγκεκριμένες μας προσδοκίες από αυτή. Το γεγονός αυτό δημιουργεί -για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του οικονομικοπολιτικού συρμού- στρεβλώσεις στην αρχική μας εκτίμηση: τοποθετώντας ψηλά τον πήχη των προσδοκιών η ταινία έχει αυξημένες πιθανότητες να περάσει από κάτω του, τοποθετώντας τον χαμηλά αυξημένες πιθανότητες να περάσει από πάνω του, με το παράδοξο αποτέλεσμα να μας ικανοποιούν περισσότερο τη στιγμή που τις βλέπουμε οι ταινίες που τον ξεπερνούν από εκείνες που δεν τον ξεπερνούν, ενώ αυτοτελώς οι δεύτερες μας αρέσουν πολύ περισσότερο. Έτσι, είχα επιλέξει να μη δω το «Θα συναντήσεις ένα ψηλό μελαχρινό άντρα», καθώς από το τρέιλερ και τις κριτικές φαινόταν πως αυτή τη φορά η ανακύκλωση των αιώνιων θεματικών του Γούντι Άλεν είχε να προσφέρει ένα λιγότερο ευρηματικό τελικό σύνολο. Και πράγματι αντικειμενικά έτσι είναι, ωστόσο βλέποντας την με ελάχιστες προσδοκίες στις αποσκευές μου, όχι μόνο δεν απογοητεύτηκα, αλλά τη βρήκα και συμπαθητική. Ίσως γιατί και στις πιο αδύναμες στιγμές του ο Άλεν ξαναμαγειρεύει τα υλικά του με τόση μαστοριά, που είναι αδύνατο να πέσει κάτω από ένα επίπεδο. Εκείνο που αυτοτελώς με ικανοποίησε είναι ότι στο τέλος επιφυλάσσει ένα ανοικτό τέλος σε μερικούς από τους ήρωές του, αφήνοντάς τους αληθινά μετέωρους.

Το ζευγάρι των ηλικιωμένων: Ο Άντονι Χόπκινς αρνείται να γεράσει. Παρατάει τη γυναίκα του, τη Τζέμα Τζόουνς, μετά από 40 χρόνια κοινού βίου. Εκείνη σοκάρεται και του κάνει ρελάνς αρνούμενη όχι το γήρας, αλλά το θάνατο τον ίδιο. Για την ακρίβεια τη μοναδικότητα της ζωής. Έζησε και προηγούμενες ζωές, θα ζήσει και επόμενες. Το μαύρισμα του δέρματος, η λεύκανση των δοντιών, το ξέφρενο γυμναστήριο του Χόπκινς αποτελούν ορθολογικές αρνήσεις των γηρατειών, τα μέντιουμ και οι πνευματίστριες της Τζόουνς, ανορθολογικές μεν, πόσο περισσότερο παράλογες όμως, αρνήσεις της ζωής; Εκείνος καταφεύγει σε νεαρή πόρνη πολυτελείας που θέλει να την κάνει γυναίκα του, εκείνη σε χαρτορίχτρα. Και η πόρνη και η χαρτορίχτρα ανταποκρίνονται σε μια θεμελιώδη ανάγκη τους: η χαρτορίχτρα της λέει ό,τι θέλει να ακούσει, η νέα γυναίκα δίπλα του τού προσφέρει την εικόνα στην οποία θέλει να βλέπει τον εαυτό του. Και η απορία είναι βέβαια: πόσο προτιμότερη είναι η αλήθεια και η πραγματικότητα από τις ψευδαισθήσεις, από την πεποίθηση ότι αυτή ήταν κάποτε η Ζαν ντʼ Αρκ, από την εικόνα του να σε έχει παντρευτεί μια νέα γυναίκα με εκρηκτικό κορμί; Δηλαδή ο συμβιβασμός με την πραγματικότητα τι ακριβώς σου προσφέρει σε αντίδωρο; Τη σοφία πως είσαι γέρος, τη γνώση πως θα πεθάνεις; Μήπως η συμφιλίωση με την ηλικία και τη φύση είναι ένας συμβιβασμός; Μήπως είναι προτιμότερη η αποκοτιά, ακόμη και αν στο τέλος της ενδέχεται να φέρει τη γελοιοποίηση και η ταπείνωση;

Το ζευγάρι των παιδιών τους: Η Ναόμι Γουοτς είναι η κόρη του Χόπκινς και της Τζόουνς. Είναι παντρεμένη με τον Τζος Μπρολίν που επαγγέλλεται (τι άλλο θα μπορούσε;) συγγραφέας. Είναι χρόνια παντρεμένοι, αλλά δεν έχουν παιδί, όχι επειδή δεν μπορούν, ούτε επειδή δεν θέλουν. Επειδή δεν θέλει εκείνος. Νά μια ακόμα όψη της άρνησης της ζωής, αυτή τη φορά όχι της φθοράς της ή του τέλους της, αλλά της ίδιας της της εκκίνησης, της δημιουργίας της, της γέννησής της. Και αν οι προηγούμενες αρνήσεις του ζεύγους των ηλικιωμένων έχουν αιτίες που μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε, η ταινία δεν μπαίνει καθόλου στα χωράφια του «γιατί» της συγκεκριμένης άρνησης. Ίσως ο Μπρολίν απλά δεν θέλει παιδί, ίσως δεν θέλει να κάνει μαζί της. Στην πορεία άλλωστε θα ποθήσουν και οι δύο άλλους: ο Μπρολίν τη γυναίκα του διπλανού παραθύρου (το διπλανό παράθυρο ως κάδρο και μέσα του ο άλλος, αυτός που δεν έχουμε, αυτός που μένει στο δίπλα σπίτι, ο ξένος που μπορεί να κατακτηθεί, το αφροδισιακό της ετερότητας, του δίπολου εγγύτητα – απόσταση, της κατάλυσης της απόστασης, της ενσωμάτωσής μας στο κάδρο, από όπου πια βλέπουμε το ως τώρα σπίτι μας ως κάδρο και την ως τώρα γυναίκα μας ως ποθητή ξένη), η Γουοτς το αφεντικό της (το αιώνιο αφροδισιακό της εξουσίας, της επιτυχίας, της κατάλυσης της ιεραρχίας). Ένας από του δύο τους θα βρεθεί προς το τέλος αντιμέτωπος με το αντικείμενο του πόθου του, σε μια έξοχη σκηνή αμηχανίας: μια σκηνή που θρυμματίζει εκτός από την πραγματικότητα (αυτό που δεν συνέβη μεταξύ τους) και τη φαντασίωσή της, το ενδεχόμενο μιας εναλλακτικής πραγματικότητας (αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί μεταξύ τους). Στη σκηνή αυτή δεν θρυμματίζεται μόνο η ελπίδα για ένα κοινό μέλλον αλλά και το «what if». Οπότε, αντίστοιχα με τον παραπάνω προβληματισμό περί της χρησιμότητας της αληθείας, μήπως θα ήταν καλύτερα ο φαντασιωσοθραύστης να είχε πει ένα ευγενικό ψέμμα; Να είχε απαντήσει: «Ναι, πράγματι, αν είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα, τότε θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί»; Όχι, γιατί τότε θα βασάνιζε τον διαψευδόμενο μάλλον περισσότερο. Πιο επώδυνη μεν τη στιγμή εκείνη η κρυάδα, σε βάθος χρόνου όμως σωτήρια.