Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Robert Macfarlane με το Υπογαία παραδίδει το αριστούργημά του: μια επική εξερεύνηση των κάτω κόσμων του πλανήτη όπως υπάρχουν στον μύθο, τη λογοτεχνία, τη μνήμη και τη γη την ίδια. Μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες της χρονιάς, το νέο βιβλίο του αποκαλούμενου «μεγάλου φυσιοδίφη συγγραφέα της γενιάς του», θα μας κάνει να αναρωτηθούμε αν είμαστε οι κατάλληλοι απόγονοι της Γης του μέλλοντος. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παγκόσμιο στη γεωγραφία του και γραμμένο με μεγάλο λυρισμό και δύναμη, το Υπογαία είναι μια ισχυρή δήλωση για την παρούσα στιγμή μας. Ένα επικό έργο που παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ξεχωριστό ταξίδι σε όσα κείτονται κάτω από την επιφάνεια τόσο του τόπου όσο και του νου. Ταξιδεύοντας μέσα από τον «βαθύ χρόνο» –τις ιλιγγιώδεις εκτάσεις του γεωλογικού χρόνου που απλώνονται μακριά από το παρόν–, κινούμαστε από την αρχή του σύμπαντος μέχρι μια μετα-ανθρώπινη Γη. Περνάμε καθ’ οδόν από ταφικούς θαλάμους της Εποχής του Χαλκού, παρισινές κατακόμβες, τηκόμενους παγετώνες στη Γροιλανδία, «άναστρους» ποταμούς και αρκτικές θαλάσσιες σπηλιές, υπόγεια δίκτυα μυκήτων μέσω των οποίων επικοινωνούν τα δέντρα και μια βαθιά βυθισμένη «κρυψώνα», σχεδιασμένη για την αποθήκευση πυρηνικών αποβλήτων για 100.000 χρόνια.

Robert Macfarlane

Στην Αγγλία, ο Robert Macfarlane πηγαίνει σε σπηλιές και μελετά, με έναν νεαρό φυτοβιολόγο επιστήμονα, τους μύκητες που δημιουργούν ένα ολόκληρο συνεργατικό σύστημα κάτω από τα δάση. Στο Παρίσι, βυθίζεται στις κατακόμβες με μια πρωτοποριακή ομάδα αστικών εξερευνητών που τρυπώνει μέσα σε μικρά ανοίγματα ώστε να ανακαλύψει μεγάλα σπήλαια. Σε αυτή την «αόρατη, υπόγεια πόλη» επισκέπτονται άγριους αμμόλοφους και ένα ψηλό δωμάτιο με λευκά φώτα στο οποίο κατοικούν οι περιπετειώδεις εξερευνητές, τρώγοντας τυρί, πίνοντας μπίρα και ακούγοντας David Bowie.

Στην Ιταλία, παρακολουθεί τη ροή ενός εν μέρει υπόγειου ποταμού, του Τίμαβου. Στα σλοβενικά υψίπεδα εξερευνά τις καταβόθρες και τους φρικιαστικούς τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν μερικές φορές.

Προς το τέλος του βιβλίου, επισκέπτεται μια περιοχή απομόνωσης πυρηνικών αποβλήτων στη Φινλανδία, θαλάσσιες σπηλιές στη Νορβηγία και εξετάζει την υπερθέρμανση του πλανήτη στη Γροιλανδία. Καταγράφει τα πράγματα που, εδώ και καιρό θάβονται στον πάγο, και τα οποία επιστρέφουν τώρα στην επιφάνεια του κόσμου, μερικές φορές σε απόλυτη ζημία της ανθρωπότητας.

Διαβάστε τα αποσπάσματα:

Γνωρίζουμε τόσο λίγα για τους κόσμους κάτω από τα πόδια μας. Κοιτάξτε ψηλά μια ανέφελη νύχτα και μπορεί να δείτε το φως από ένα αστέρι χιλιάδες τρισεκατομμύρια μίλια μακριά, ή να διακρίνετε τους κρατήρες που άφησαν αστεροειδείς πέφτοντας στην επιφάνεια της σελήνης. Κοιτάξτε χαμηλά και η ματιά σας σταματά στο χώμα, την άσφαλτο, τα δάχτυλα των ποδιών σας. Σπάνια έχω αισθανθεί τόσο μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων, όσο όταν βρέθηκα μόλις δέκα μέτρα από κάτω του, πιασμένος στα αστραφτερά σαγόνια μιας ασβεστολιθικής στρώσης που πρωτοφτιάχτηκε στον πυθμένα μιας αρχαίας θάλασσας.

Η υπογαία φυλά καλά τα μυστικά της. Μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια κατάφεραν οι οικολόγοι να εντοπίσουν τα δίκτυα μυκήτων που απλώνονται στο έδαφος ενός δασωμένου τόπου, ενώνοντας τα χωριστά δέντρα σε δάση με εσωτερική επικοινωνία – κάτι που οι μύκητες κάνουν εδώ κι εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια. Στην επαρχία Τσονγκίνγκ στην Κίνα, ένα δίκτυο σπηλαίων που εξερευνήθηκε το 2013 βρέθηκε ότι είχε τον δικό του καιρό: στρώματα ομίχλης στοιβαγμένα σε μια πελώρια κεντρική αίθουσα, ένα κρύο πούσι που πλανιέται σε γιγάντιους θαλάμους νέφωσης μακριά από τ’ άγγιγμα του ήλιου. Τριακόσια μέτρα κάτω από τη γη στη βόρεια Ιταλία, κατέβηκα με σχοινί σε μια τεράστια ροτόντα από πέτρα, σκαμμένη από έναν υπόγειο ποταμό και γεμάτη μαύρους αμμόλοφους. Διασχίζοντας με τα πόδια αυτούς τους αμμόλοφους, ήταν σαν να βάδιζα με κόπο σε μια ανάερη έρημο σ’ έναν άφωτο πλανήτη.

Γιατί να κατέβεις χαμηλά; Είναι μια αντι-ενστικτώδης ενέργεια, ενάντια στη φορά της λογικής και τη φυσική κλίση του μυαλού μας. Το να βάλεις ηθελημένα κάτι στην υπογαία είναι σχεδόν πάντα μια στρατηγική για να το προφυλάξεις σε ένα μέρος όπου δεν θα είναι εύκολα ορατό. Για να ανακτήσεις κάτι από την υπογαία, απαιτείται σχεδόν πάντα επίμοχθη δουλειά. Η δυσκολία πρόσβασης στην υπογαία την έχει προ πολλού καταστήσει σύμβολο όσων δεν μπορούν να λεχθούν ή να ιδωθούν ανοιχτά: απώλεια, οδύνη, τα σκοτεινά βάθη του νου, κι αυτό που η συγγραφέας Ιλέιν Σκέρι αποκαλεί «βαθύ υπόγειο γεγονός» του σωματικού πόνου.

Υπάρχει μια μακρά πολιτιστική ιστορία απέχθειας για τα υπόγεια μέρη, που τα σχετίζει με το «τρομερό σκοτάδι μέσα στον κόσμο», για να χρησιμοποιήσω τη φράση του Κόρμακ ΜακΚάρθι. Φόβος κι αποστροφή είναι οι συνηθισμένες αντιδράσεις σε τέτοια περιβάλλοντα· χώμα, θνητότητα και σκληρή εργασία είναι οι κυρίαρχες συνδηλώσεις. Η κλειστοφοβία είναι σίγουρα η πιο έντονη απ’ όλες τις κοινές φοβίες. Έχω προσέξει συχνά πώς η κλειστοφοβία –πολύ περισσότερο από τον ίλιγγο– διατηρεί την ανησυχητική της δύναμη ακόμα κι όταν βιώνεται έμμεσα, ως αφήγηση ή περιγραφή. Ακούγοντας ιστορίες εγκλεισμού κάτω από τη γη, οι άνθρωποι ταράζονται, τραβιούνται, κοιτούν προς το φως – σάμπως οι λέξεις, από μόνες τους, να μπορούσαν να τους περιορίσουν.

[…]

Πάνω από μισό μίλι κάτω από τη γη, σ’ ένα εργαστήριο σε μια ζώνη ημιδιάφανου αργυρού ορυκτού άλατος, απομεινάρι από την εξάτμιση μιας επιηπειρωτικής θάλασσας κάπου πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια, ένας νεαρός φυσικός προσπαθεί να δει μέσα σ’ ένα κενό.

Κάθεται παρακολουθώντας μια οθόνη υπολογιστή, κοντά σ’ έναν μεγάλο ασημένιο κύβο. Η ονομασία του κύβου είναι DRIFT και η δουλειά του είναι να συλλαμβάνει πνοές. Ο νεαρός φυσικός προσπαθεί να συλλάβει την αμυδρή πνοή ενός ανέμου σωματιδίων σταλμένου μέσ’ από το διάστημα από τον αστερισμό του Κύκνου, πολλά έτη φωτός μακριά από τη Γη.

Ο νεαρός φυσικός αναζητεί ενδείξεις της σκιώδους παρουσίας στην καρδιά του σύμπαντος: μιας παρουσίας τόσο μυστηριώδους, που μέχρι τώρα έχει αντισταθεί σ’ όλες μας τις απόπειρες να την ερευνήσουμε ή να την απεικονίσουμε. Η ονομασία που έχουμε δώσει σε τούτη την παρουσία –η οποία αρνείται να αλληλεπιδράσει με το φως, και που μπορεί να μην υπάρχει καν– είναι «σκοτεινή ύλη». Και το μόνο μέρος όπου ο νεαρός φυσικός μπορεί να διεξαγάγει την έρευνά του είναι εδώ κάτω, στην υπογαία, προστατευμένος από την επιφάνεια από 900 μέτρα αλίτη, γύψου, δολομίτη, ιλυόλιθου, πηλόλιθου, ψαμμόλιθου, αργίλου και επιφανειακού εδάφους.

Είναι ένα παράδοξο της δουλειάς του, ότι για να παρατηρήσει τα αστέρια πρέπει να κατέβει μακριά από τον ήλιο. Μερικές φορές, στο σκοτάδι βλέπεις πιο καθαρά.

[…]

Ανάμεσα στο 1927 και στο 1940 –τη χρονιά που προσπάθησε να δραπετεύσει από τη Γαλλία στην Ισπανία, για να είναι ασφαλής εκεί, και αυτοκτόνησε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο συνοριακό χωριό Πορτμπού στα Πυρηναία– ο Βάλτερ Μπένγιαμιν συνέθεσε ένα από τα πλέον εξαιρετικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ σχετικά με την πόλη. Το Passagen-Werk, όπως είναι γνωστό στα γερμανικά,* είναι ένας αποσπασματικός, ημιτελής στοχασμός πάνω στην τοπογραφία, την ιστορία και τους ανθρώπους του Παρισιού, που σε έκταση είχε φτάσει πάνω από χίλιες σελίδες όταν πέθανε ο Μπένγιαμιν. Η μορφή του μπορεί να συγκριθεί με έναν αστερισμό ή γαλαξία, του οποίου τα μεμονωμένα άστρα συγκέντρωνε για πάνω από μία δεκαετία, συλλέγοντας σημειώσεις, παραθέματα, αφορισμούς, ιστορίες και στοχασμούς, σε δεκάδες φακέλους τους οποίους αποκαλούσε Konvolute –«convolutes» στα αγγλικά, «συμπιλήματα»– κι ο καθένας οριζόταν από ένα γράμμα.

Αντί να γράψει μια γραμμική ιστορία του Παρισιού, ο Μπένγιαμιν θέλησε να δημιουργήσει ένα καλειδοσκόπιο, οι κρύσταλλοι του οποίου μπορεί να έφτιαχναν νέα σχέδια με κάθε νέο αναγνώστη, ως και με κάθε νέα ανάγνωση. Το βιβλίο του –αν μπορεί να αποκληθεί βιβλίο, δεδομένου του πόσο ημιτελές είναι– ήταν μια γιγάντια, μάταιη, μαγική απόπειρα ιστορικής κατανόησης, που αντιλαμβανόταν το παρελθόν της πόλης εν μέρει ως συλλογικό όνειρο, και τις δομές της πόλης να έχουν μια μεταφυσική αύρα, καθώς και μια υλική παρουσία.

Σε όλο το Σχέδιο εργασίας περί στοών, σκηνές από το παρελθόν του Παρισιού ανασταίνονται τρεμοπαίζοντας. «Είναι πιο κοπιαστικό να τιμήσεις τη μνήμη ανώνυμων πλασμάτων, απ’ ό,τι των διάσημων», παρατηρούσε ο Μπένγιαμιν στις προκαταρκτικές σημειώσεις για την πραγματεία του Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας· «η κατασκευή της ιστορίας αφιερώνεται στη μνήμη των ανωνύμων». Ένα πρώιμο πείραμα σε ό,τι έχει γίνει γνωστό ως «ιστορία από τα κάτω», το Παρίσι του Μπένγιαμιν τιμά αυτά τα «ανώνυμα πλάσματα»· κατοικείται από λατόμους, πόρνες, κατάδικους, στρατιώτες, μαγαζάτορες, καθώς κι αριστοκράτες, πολιτικούς και καλλιτέχνες. Έφτιαξε το βιβλίο του από κομμάτια, γεννώντας το μέσ’ από μια σταχυολόγηση, ως αρχείο ιστοριών των αφανών μαζών της πόλης πιο πολύ, παρά των ηγετών της.

Ο ίδιος ο Μπένγιαμιν θα θαβόταν σε έναν ανώνυμο κοινό τάφο κοντά στο Πορτμπού, αιτία του θανάτου του θεωρήθηκε η υπερβολική δόση μορφίνης και ως ημερομηνία για τον θάνατό του δόθηκε η 25η Σεπτεμβρίου 1940. Την προηγουμένη της αυτοκτονίας του, είχε πεζοπορήσει στα βουνά από τη Γαλλία, σταματώντας κάθε δέκα λεπτά στο ανέβασμά του για να ξεκουράσει την ήδη καταπονημένη του καρδιά. Οι σύντροφοί του στο ανέβασμα χρειάστηκε να τον βοηθήσουν για να φτάσει στην τελευταία κορυφογραμμή της διάσχισης – αλλά αποκεί η ομάδα είδε χαμηλά την Ισπανία και το λαμπύρισμα της Μεσογείου, που τους φάνηκε σαν γαλάζιος αντικατοπτρισμός. Την επομένη, ωστόσο, είπαν στον Μπένγιαμιν ότι δεν θα του επιτρεπόταν το πέρασμα στην Ισπανία κι ότι θα τον παρέδιδαν στους τοπικούς Γάλλους αξιωματούχους την επόμενη μέρα. Κατάλαβε ότι αυτό σήμαινε την παράδοσή του στη συνέχεια στις ναζιστικές αρχές και κατόπιν, καθώς ήταν Εβραίος, τον σχεδόν βέβαιο θάνατό του. Εκείνη τη νύχτα αυτοκτόνησε με χάπια μορφίνης που είχε μαζί του, γι’ αυτό το ενδεχόμενο, από τη Μασσαλία.

Η μνήμη του Μπένγιαμιν τιμάται στο Πορτμπού με ένα απλό, δυνατό μνημείο, που έχει το ίδιο τη μορφή μιας σειράς από περάσματα. Το πρώτο απ’ αυτά είναι μια κάθοδος στην υπογαία. Μια μακριά σκουριασμένη χαλύβδινη σήραγγα κατεβαίνει μες στο παράκτιο βραχώδες υπόβαθρο, από μια πλατεΐτσα στην είσοδο του νεκροταφείου της πόλης. Ο επισκέπτης μπαίνει στο σκιερό στόμιο της σήραγγας σαν να μπαίνει στον Άδη ή την Άορνο. Στο τέλος της σκάλας, ωστόσο, δεν υπάρχει σκοτάδι αλλά φως: γυαλί φράσσει τη σήραγγα εμποδίζοντας την περαιτέρω πορεία αλλά χαρίζοντας θέα προς έναν αστραφτερό θαλάσσιο δίαυλο, όπου τα ρεύματα δημιουργούν μια δίνη που η σπείρα της ξαναφτιάχνεται με κάθε νέα παλίρροια.

Το έργο που άφησε ημιτελές ο Μπένγιαμιν όταν αυτοκτόνησε, από μόνο του ξαναφτιάχνεται διαρκώς. Το να μπαίνεις στο Σχέδιο εργασίας περί στοών από ένα από τα χιλιάδες του σημεία πρόσβασης είναι σαν να μπαίνεις σε έναν λαβύρινθο από περάσματα που μοιάζει να μην επαναλαμβάνουν ποτέ τη διαδρομή τους. Σαν την πόλη που περιγράφει, προσφέρει μια πληθώρα από πορείες μέσ’ από τα επίπεδά του. Δεν καταπιάνεται με τεμάχια γης και οικόπεδα, αλλά με μοτίβα, αντίλαλους, φαντάσματα μνήμης και μπερδεμένα υπόρρητα νοήματα. Διαβάζοντάς το, νιώθεις ασώματος κι ασπόνδυλος – ικανός να ταξιδεύεις στον χρόνο μέσ’ από τις διακριτικές chatières του βιβλίου, τα κρυφά περάσματά του.

Είναι φανερό ότι η φαντασία του Μπένγιαμιν ελκόταν έντονα από τους περίκλειστους και υπόγειους χώρους: τον λαβύρινθο από τις ίδιες τις σκεπαστές «στοές», καθώς και τα σπήλαια, τις κρύπτες, τα φρέατα και τα κελιά που υπήρχαν κάτω από το Παρίσι. Ιδωμένοι όλοι μαζί, αυτοί οι σκαφτοί χώροι απαρτίζουν ό,τι αποκαλούσε ο Μπένγιαμιν «υπόγεια πόλη», ένα σκιώδες δίδυμο του «επάνω κόσμου» και ονειρική ζώνη του συνειδητού της νου. «Η ξυπνητή ύπαρξή μας είναι ένας τόπος που, σε κάποια κρυμμένα σημεία, οδηγεί στον κάτω κόσμο» έγραψε με τρόπο αξιομνημόνευτο: το βασίλειο όπου γεννιούνται τα όνειρα. Όλη μέρα προσπερνούμε ανυποψίαστοι αυτά τα δυσδιάκριτα μέρη, αλλά, με το που έρχεται ο ύπνος, επιστρέφουμε ψηλαφιστά, λαχταρώντας να χαθούμε στους σκοτεινούς διαδρόμους.

[…]

Αυτό το μέρος δεν είναι τόπος τιμής.

Από τη γέφυρα, στο νησί. Αρμυρό έλος από τις δυο μεριές της γέφυρας. Θάλασσα μέσα σε θρυμματισμένες πλάκες πάγου. Ο άνεμος τρέχει μέσα από άκαμπτα καλάμια και ψαρόνια πετούν μαύρα από πάνω τους. Η θάλασσα είναι παγωμένη για μισό μίλι έξω απ’ την ακτή. Πέρα στον κόλπο, αθέατα, υπάρχουν δεκάμετρα κύματα που κινούνται δυτικά στο μισόφωτο.

Καμία εξέχουσα πράξη δεν τιμάται εδώ.

Χιόνι πέφτει, όμοιο με παράσιτα σε οθόνη όταν κοπάζει ο άνεμος, και με ταχύτητα δίνης όταν φυσάει. Διπλό συρματόπλεγμα. Τρία πελώρια οικοδομήματα φαίνονται μες στη χιονοθύελλα, στην άλλη μεριά του κόλπου, προς τη μύτη του νησιού. Μεγάλα γκρίζα περιγράμματα προβάλλουν και σβήνουν: θόλος, πύργος, τοίχοι με πλάκες. Η θάλασσα έχει καθαρίσει γύρω τους με την τήξη· η θάλασσα δεν θα ’πρεπε να το είχε κάνει αυτό. Δύο φορτηγά με ελαστικά για πάγο περνούν μ’ έναν ήχο κριτσανίσματος.

Τίποτα δεν εκτιμάται εδώ. Ό,τι υπάρχει εδώ είναι επικίνδυνο κι αποκρουστικό για μας.

Ο πειρατικός ραδιοσταθμός παίζει το «Disco Inferno» των Trammps.

Χιόνι στροβιλίζεται στους προβολείς. Έχω έρθει για να δω έναν τόπο ταφής και να θάψω κάτι δικό μου. Θα είναι σκοτάδι όταν φτάσω στο τέλος του κόσμου και θα ’ναι σκοτάδι όταν επιστρέψω στην επιφάνεια.

Προσέξτε. Μιλάμε σοβαρά. Η αποστολή αυτού του μηνύματος ήταν σημαίνουσα για μας. Ο πολιτισμός μας θεωρούνταν σημαντικός.

Θα σας πούμε τι υπάρχει κάτω από τη γη, γιατί δεν πρέπει να πειράξετε αυτό το μέρος, και τι μπορεί να συμβεί αν το κάνετε.

* Σχέδιο εργασίας περί στοών.