Το «Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα» άρχισε να προβάλλεται στα σινεμά την Πέμπτη και η χρονική συγκυρία της προβολής του τις μέρες που την επικαιρότητα μονοπωλεί το έγκλημα των Γλυκών Νερών, το καθιστά σοκαριστικά επίκαιρο, ανατριχιαστικά επίκαιρο. Αλλά τελικά αυτό είναι και το -πολύ μεγαλύτερο- θέμα: πως ανεξάρτητα από τις συγκυρίες και ανεξάρτητα από ειδικότερα περιστατικά, η έμφυλη βία είναι μια διαρκής πραγματικότητα, ένα τέρας με πολλά κεφάλια, ένα κοινωνικό φαινόμενο με πολλαπλές εκφάνσεις, μια ολόκληρη πυραμίδα στην κορυφή και μόνο της οποίας είναι οι γυναικοκτονίες.

Η Κάσι είναι 30 χρονών. Underachiever περιωπής. Παράτησε πριν χρόνια την ιατρική, δουλεύει σε ένα καφέ και δεν θέλει καν να πάρει προαγωγή όταν της το προτείνουν, ζει ακόμα με τους γονείς της που στενοχωριούνται και δυσανασχετούν μαζί. Μοιάζει να τα κάνει όλα αυτά από επιλογή, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού είναι καθηλωμένη σε ένα τραύμα, που την έχει στιγματίσει τόσο, ώστε της έχει καθορίσει την υπόλοιπη ως τώρα ζωή. Η αδελφική της φίλη και συμφοιτήτρια βιάστηκε από έναν άλλο συμφοιτητή της. Ήταν μεθυσμένη. Ήταν «εύκολη». Τι κι αν κατήγγειλε το περιστατικό. Συμφοιτήτριες και συμφοιτητές δεν την υποστήριξαν. Η πρύτανης δεν την υποστήριξε. Κανείς δεν παίρνει το μέρος της. Κοινωνικά, πανεπιστημιακά, δικαστικά τρώει τα χαστούκια το ένα μετά το άλλο. Το σύστημα έρχεται να σκεπάσει την πράξη του συμφοιτητή με προστασία. Η φίλη δεν αντέχει. Η Κάσι δεν αντέχει το ότι δεν άντεξε.

Σκοπός ζωής της γίνεται ένας sui generis ακτιβισμός, μια αναπαράσταση παύλα ανατροπή του τραυματικού γεγονότος. Τα βράδια πηγαίνει σε μπαρ και παριστάνει ότι έχει γίνει λιώμα στο μεθύσι. Κάθε φορά θα βρεθούν αστραπιαία οι πρόθυμοι «ιππότες» που θα προσφερθούν να τη βοηθήσουν και να την καλέσουν σπίτι τους. Εκεί, όταν πάνε να ολοκληρώσουν την ιπποτική τους πράξη, η Κάσι συνέρχεται από το υποτιθέμενο μεθύσι της και τους ξεμπροστιάζει.

Μια πληροφορία που μαθαίνει τυχαία την κάνει να αφήσει τη γενικότερη ατζέντα και να στοχοπροσηλωθεί στο συγκεκριμένο περιστατικό. Σχεδιάζει την εκδίκησή της βήμα προς βήμα. Και είναι μια εκδίκηση που δεν έχει πρώτη ύλη τον πόνο και τη βία. Είναι μια εκδίκηση που αρχικά θέλει να φέρει όλους τους τότε εμπλεκόμενους και όλα τα γρανάζια του συστήματος στη θέση που ήρθε η φίλη της. Θέλει να τους κάνει να καταλάβουν, βλέποντας τα πράγματα από τη θέση που εκείνη είχε έρθει, ότι άλλο είναι η θεωρία και τελείως άλλο να συμβαίνει σε σένα ή σε ένα δικό σου άνθρωπο. Και κάθε φορά, πριν κλιμακώσει την εκδίκησή της ανάλογα με τον βαθμό εμπλοκής του καθενός, ψάχνει να δει αν υπάρχει μετάνοια, αν έχει υπάρξει αναθεώρηση, αν έχουν δει από μόνοι τους με τη μεσολάβηση των χρόνων το πράγμα αλλιώς.

Η Κάσι κάνει ό,τι κάνει κρυφά, αλλά ακόμα και χωρίς να γνωρίζουν τι κάνει, οι κοντινοί της άνθρωποι θεωρούν ότι ο τρόπος που ζει τη ζωή της δεν είναι «υγιής»: ξεκόλλα, προχώρα, βγες απ’ το τραύμα, ξαναβρές τη χαρά, η ζωή συνεχίζεται, η ζωή πρέπει να συνεχιστεί. Κι εδώ είναι και ένας απ’ τους ελέφαντες στο δωμάτιο. Πώς η ίδια πράξη μπορεί για τον ένα να μην έχει συνέπειες και για τον άλλο να είναι το απόλυτα τραυματικό γεγονός. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο -ή έστω τόσο- με ατομικές ηθικές και ατομικούς χαρακτήρες, αυτό έχει να κάνει με κοινωνικές αντιλήψεις για το τι είναι ασήμαντο και τι όχι. Ακόμα χειρότερο από αυτό που έχεις κάνει, είναι αυτό που σου ήταν τόσο ασήμαντο ώστε το ξέχασες. Περισσότερο ένοχο από ατομικές ηθικές είναι το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο που ορίζει τι είναι καλό και τι κακό, τι επιτρεπτό και τι παραβιαστικό, τι ανώδυνο και τι τραυματικό. Μπορεί κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του «καλό παιδί», να ζει πάνω – κάτω ως καλό παιδί, αλλά να έχει υπάρξει και απερίγραπτα μαλάκας, χωρίς καν να το καταλαβαίνει, ακριβώς επειδή το σύστημα αντιλήψεων του το επιτρέπει, του επιτρέπει να εξακολουθεί να νιώθει καλό παιδί, του επιτρέπει να μην φταίει, επειδή είναι άντρας, καθώς το τεκμήριο του φταιξίματος πέφτει εξαρχής στη γυναίκα.

Το σενάριο είναι το βασικό προσόν της ταινίας της Έμεραλντ Φένελ. Χωρίς να μπορείς να πεις ότι είναι υποδειγματικό, χωρίς να στερείται και μεγάλες υπερβολές και σχηματικές καταστάσεις, ακόμα και ξεκάρφωτες σκηνές, είναι πάντως σαφώς ευρηματικό, σαφώς ιντριγκαδόρικο με την καλή έννοια, σαφώς πλούσιο, σαφώς μιλάει για ένα θέμα που καίει, έχει απρόοπτες ανατροπές, ενώ για το μάλλον εξυπνακίστικο τέλος φταίνε σε μεγάλο βαθμό τα στούντιο. Και πρέπει να πιστωθεί στο σενάριο ότι εκτός από τα πράγματα για τα οποία μιλάει, εκτός από τα πράγματα για τα οποία ενίοτε φωνάζει κιόλας, υπάρχουν και πράγματα για τα οποία δεν μιλά, αλλά σε κάνει να τα σκεφτείς εσύ εκ των υστέρων. Παράδειγμα 1: μήπως όλη αυτή η στάση της Κάσι υποκρύπτει κάπου και μια δική της ενοχή; Μήπως θεωρεί και η ίδια ότι δεν στάθηκε όσο έπρεπε στη φίλη της; Παράδειγμα 2: το να πηγαίνει μεθυσμένη σε σπίτια ανδρών που τη φέρνουν σπίτι τους με εντελώς συγκεκριμένο σκοπό, δεν κρύβει ταυτόχρονα κι έναν μεγάλο κίνδυνο να πάθει κακό και κάποιος να προχωρήσει και μετά την αποκάλυψη της πλεκτάνης σε ξυλοδαρμό και βιασμό;

Κι αν βάσει όλων αυτών το όσκαρ σεναρίου στη Φένελ έχει βάση, προσωπικά η υποψηφιότητά της για όσκαρ σκηνοθεσίας με εντυπωσίασε, γιατί θεωρώ ότι το “Promising Young Woman” είναι μάλλον αμήχανο σκηνοθετικά, υπηρετώντας απλά το σενάριο, ενώ υπάρχουν και σκηνές που του αφαιρεί δύναμη. Η Κάρι Μάλιγκαν είναι εξαιρετική, οι υπόλοιποι δίπλα της όχι και τόσο, αν και η επιλογή της Φένελ να έχει ηθοποιούς που έχουν παίξει στο παρελθόν κατά βάση καλά παιδιά, για να δείξει ότι πίσω από την εικόνα ενός καλού παιδιού μπορεί να κρύβεται κάτι πιο σκοτεινό, είναι ένα ακόμα προσόν της ταινίας.

Κάτι τελευταίο, εκτός της ταινίας, αλλά όχι κι εντελώς εκτός: τα τελευταία χρόνια γενικότερα και με την αφορμή των Γλυκών Νερών τις τελευταίες μέρες έχει αναδυθεί στην επιφάνεια ένα τεράστιο συλλογικό τραύμα. Και στο συλλογικό «έχω πονέσει» ή στο συλλογικό «έχω φοβηθεί», είναι λάθος η απάντηση να είναι: «Μα δεν σε πόνεσα εγώ – Μα δεν σε φόβισα εγώ». Δεν είναι κρίσιμο το αν εσύ προκάλεσες τον πόνο ή τον φόβο του άλλου, αλλά αν μπορείς επιτέλους να τον ακούσεις και να τον καταλάβεις. Ακόμα κι αν δεν είσαι μέρος του προβλήματος πονώντας ή φοβίζοντάς τον πρωτογενώς, γίνεσαι μέρος του προβλήματος μην ακούγοντας και θεωρώντας υπερβολικό ή σπανιότατο τον πρωτογενή πόνο και φόβο του άλλου. Κι εδώ τα γένη έχουν σημασία: της άλλης. Τον πρωτογενή πόνο και φόβο της άλλης.