Στις απαρχές μιας νέας χρονιάς που όλοι λίγο ή πολύ ευχόμαστε να μας αποζημιώσει για όλα όσα ζήσαμε την περασμένη, και ενόσω στη Μεγάλη Βρετανία όλα τα ιδρύματα τέχνης παραμένουν κλειστά, βρίσκω ευκαιρία να μιλήσω για μία από τις πιο σημαντικές (αν όχι η σημαντικότερη), πολιτικές και ουσιαστικές εκθέσεις της χρονιάς που εύχομαι πραγματικά να προλάβει να τη δει περισσότερος κόσμος μόλις χαλαρώσουν τα μέτρα (ήδη αισίως έχει πάρει παράταση μέχρι τις 31 Μαΐου 2021).

Το μη δυϊκό άτομο Zanele Muholi (το ίδιο στα αγγλικά χρησιμοποιεί τις αντωνυμίες they/them για να αυτοχαρακτηρίζεται, επιλέγω να χρησιμοποιήσω το ουδέτερο στις αντωνυμίες στη συνέχεια, κατ’ αντιστοιχία στο άτομο) είναι μία από τις πιο δυναμικές φιγούρες του καλλιτεχνικού ακτιβισμού αυτή τη στιγμή πάνω στα δικαιώματα της Queer κοινότητας.

Ζώντας και δρώντας σε μία χώρα όπως η Νότια Αφρική όπου και μεγάλωσε επί καθεστώτος απαρτχάιντ, χρησιμοποιεί το φωτογραφικό μέσον προκειμένου να ασκήσει πολιτική κριτική στις μετα-αποικιοκρατικές συνθήκες ζωής, στα αποικιακής προέλευσης έμφυλα και ρατσιστικά στερεότυπα και στο πώς έχουν επηρεάσει τη διαμόρφωση ταυτοτήτων και στις επακόλουθες διακρίσεις, συμπεριφορές και πολιτικές μίσους που επικρατούν.

Η μεγάλη αναδρομική έκθεσή του στην Tate Modern είναι μια γνωριμία σε βάθος με τη δουλειά του, τόσο στο δημιουργικό όσο και στο ακτιβιστικό κομμάτι αυτής. Ένα άλλωστε από τα πιο ενδιαφέροντα ριζοσπαστικά και καινοτόμα στοιχεία του συνολικού έργου του Muholi είναι η σχέση των δύο αυτών δράσεων, το ότι οι χώροι της ακτιβιστικής και καλλιτεχνικής δράσης δεν διαχωρίζονται ούτε ταυτίζονται αλλά αλληλεπιδρούν, συνδιαμορφώνονται και εξελίσσονται ταυτόχρονα, ανατροφοδοτώντας διαρκώς ο ένας τον άλλο. Το ίδιο εξάλλου αρνείται τον χαρακτηρισμό της δουλειάς του ως τέχνη προτιμώντας αυτόν του εικαστικού ακτιβισμού.

Η κινητήρια δύναμη του αγώνα του Muholi είναι μια βαθιά επιθυμία να μας κάνει να δούμε και να ακούσουμε μέχρι τώρα δυσδιάκριτες και κοινωνικά φιμωμένες κοινότητες. Στα χέρια του η φωτογραφία λειτουργεί ως μέσο αποκάλυψης του αόρατου ενώ μέσα από την κολεκτίβα Inkanyiso που ίδρυσε το 2006 «παράγει, εκπαιδεύει και διαχέει πληροφορία σε πολλά κοινά, ιδιαίτερα σε όσα είναι περιθωριοποιημένα και παραποιημένα από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

Η περιήγηση στην Tate έτσι, καθώς μας συστήνει στις βασικές σειρές της ακτιβιστικής και καλλιτεχνικής πορείας του, αποτελεί αναπόσπαστα και επιχείρηση μιας δυναμικής γνωριμίας με την queer κοινότητα της Νοτίου Αφρικής. Παρακολουθούμε τις εκδηλώσεις των μελών της, τις παρελάσεις της, τις διαδηλώσεις, τις άγριες επιθέσεις που δέχονται και τις κηδείες των θυμάτων έμφυλης βίας και μίσους, τα καλλιστεία και τους γάμους, τις ιδιαιτερότητες και τις αναπόφευκτες στυλιστικές και συμπεριφορικές οικειοποιήσεις από την ετεροκανονκή κουλτούρα, αλλά και τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τις προσωπικές ιστορίες τους, όπως διαγράφονται μέσα από συνεντεύξεις, εκατοντάδες πορτραίτα και σκηνές καθημερινότητας, οικειότητας και ατελείωτων αγώνων.

Το εξαιρετικό που καταφέρνουν οι φωτογραφίες αυτές είναι ότι δεν τα παρουσιάζουν όλα αυτά ως σκηνές από ένα άλλο σύμπαν. Αντιθέτως δοξάζουν τη φυσικότητα της πολυμορφίας της ανθρώπινης κατάστασης τόσο στις διαφορές όσο και στις ομοιότητες μεταξύ των ατόμων όλων των φύλων.

Άλλοτε είναι σκληρές και άγρια γειωμένες όπως στη συγκλονιστική σειρά Only half the picture που επικεντρώνεται στις/τους επιζώντες εγκλημάτων μίσους, άλλοτε τρυφερές και φωτεινές όπως στην ενότητα Being που παρακολουθεί την καθημερινότητα queer ζευγαριών, θριαμβικές και διεκδικητικές σε σειρές όπως τα Queering Public Spaces και Brave Beauties όπου το queer υποκείμενο διεκδικεί και καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο και υπερβαίνει τους ετεροκανονικούς κανόνες της ομορφιάς ή γοητευτικές και μυστηριώδεις όπως στη σειρά Somnyama Ngonyama όπου το Muholi αυτό-φωτογραφίζεται αναπαράγοντας με προσεκτική επιτήδευση στερεότυπα και ιδεοληψίες που αφορούν το εξωτικοποιημένο μετα-αποικιακό μαύρο υποκείμενο και τις κοινωνικά επιβεβλημένες επιτελέσεις της θηλυκότητας. Σε όλες τους τις εκφάνσεις, οι φωτογραφίες του Muholi έχουν μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στην πληροφορία που επιχειρούν να μεταδώσουν και στα αλλεπάλληλα νοήματα που προκύπτουν πίσω από την ευαίσθητη χρήση των αισθητικών κωδίκων.

Η υπέροχη σειρά πορτραίτων work in progress Faces and Phases δε, ίσως πιο πολύ από όλες στο μεταίχμιο αρχείου και καλλιτεχνικού πρότζεκτ, παρακολουθεί και καταγράφει φωτογραφικά μέλη της τοπικής queer κοινότητας καθώς μεγαλώνουν και εξελίσσονται. Στην αφιερωμένη αίθουσα όλα αυτά τα πολυάριθμα και πανέμορφα –καθένα με τον δικό του τρόπο– πρόσωπα καλύπτουν τους τοίχους σε διάφορες φάσεις της ζωής τους, κοιτάζοντάς τον επισκέπτη θαρραλέα, με βλέμματα που εκπέμπουν συνειδητοποίηση, αυτοπεποίθηση και σιγουριά διεκδικώντας την ισότιμη ορατότητα που αξίζουν.