Κάπου στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ο Kριστοφ Βαλτς, ολόγυμνος, χωρίς μαλλιά στο κεφάλι, χωρίς φρύδια στο πρόσωπο, σαν υπερμεγέθες μωρό, εργάζεται σε υπερπροχωρημένα προγράμματα σε μια μεγάλη ορθογώνια οθόνη υπολογιστή μέσα στο σπίτι του. To oποίο με τον τρούλο του και τις αγιογραφίες στους τοίχους του μοιάζει με εκκλησία. Μοιάζει επειδή πράγματι ήταν εκκλησία. Που κάηκε προ ετών επειδή -όπως λέει ο ίδιος σε μια μόντι πάιθον ατάκα- ζούσαν σε αυτήν μοναχοί που είχαν κάνει όρκο σιωπής και προφανώς δεν έπρεπε να τον σπάσουν ούτε καλώντας την πυροσβεστική. Μέσα στο σπίτι – εκκλησία, ενώ προγραμματίζει, περιμένει ταυτόχρονα μια ζωή την κλήση του, ένα τηλεφώνημα που θα του εξηγήσει το νόημα της ζωής του, θυμίζοντας κάπως τον χωρικό στην καφκική παραβολή «Μπροστά στο Νόμο», που σπαταλά τη ζωή του περιμένοντας το θυρωρό να τον καλέσει για να μπει στην πόρτα του νόμου. Ο Βαλτς αναγκάζεται να πηγαίνει στη δουλειά του κάθε πρωί, τον λένε Κόεν, αλλά ο προϊστάμενός του επιμένει να τον λέει Κουίν, εκείνος πάλι φοβάται ότι είναι ετοιμοθάνατος και μιλά για τον εαυτό του στον πληθυντικό: εμείς αντί εγώ. Ένας ψυχοθεραπευτής του είχε πει παλιότερα ότι έτσι μπορεί να έρχεται πιο κοντά στα συναισθήματα των άλλων. Αυτός όμως δεν θέλει να βγαίνει πια έξω, δεν θέλει να χαραμίζει χρόνο στις μετακινήσεις, θέλει να δουλεύει σπίτι, θέλει όλη του η ζωή να είναι αφιερωμένη στον προγραμματισμό του και στο τηλεφώνημα που περιμένει. Η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα όταν θα του ανατεθεί ο προγραμματισμός του Θεωρήματος Μηδέν, η απόδειξη δηλαδή της θεωρίας ότι το σύμπαν όπως ακριβώς δημιουργήθηκε, έτσι και μια μέρα θα καταστραφεί, καταλήγοντας σε μια μαύρη τρύπα.

Τον έχουν βάλει να αποδείξει πως η ζωή ήταν απλώς ένας ιός που προσέβαλε προσωρινά το μηδέν. Κι εκείνος δουλεύει νυχθημερόν αδιαφορώντας για το τι προσπαθεί να αποδείξει, δουλεύει ως τεχνοκράτης κι ως άνθρωπος που του έχει ανατεθεί ένα εξαιρετικά δύσκολο τεχνικά πρότζεκτ, ενώ πάντα περιμένει το τηλέφωνό του για το νόημα της ζωής. Αν όμως το χάος είναι η κινητήρια δύναμη του κόσμου, ένας άλλος παράγοντας μπαίνει στην εξίσωση εκτός από το νόημα της ζωής. Ο μεσσιανισμός. Το μακάρι να ήμουν ξεχωριστός. Ο Κόεν και ίσως και όλοι μας ψάχνουμε το νόημα ακριβώς εκεί: στο να είμαστε ξεχωριστοί, στο ότι αντίδοτο στην προσωρινότητα της ζωής είναι να μην είμαστε σαν όλους τους άλλους. Και ταυτόχρονα δεν γίνεται να μην είμαστε σαν όλους τους άλλους. Ο Κόεν λαχταρά να είναι ξεχωριστός, αλλά αληθινά ξεχωριστός είναι ο ανθρωπότυπος του αρχικαπιταλιστή που υποδύεται ο Ματ Ντέιμον. «Δεν είμαι ο θεός, δεν είμαι ο διάβολος, είμαι απλά ένας άνθρωπος» θα πει στον Κόεν. Υπάρχουν και στο χάος και στο μηδέν λεφτά. Το να εκμεταλλεύεσαι ακόμα και τα ζητήματα τα κοσμογονικά με άξονα το κέρδος. Το να μπορείς να κυριαρχείς επί των άλλων ανθρώπων. To να μπορείς να οργανώνεις όχι μόνο τη δική σου ζωή αλλά και τη ζωή των άλλων με τρόπο που να αποδίδει σε σένα οικονομικούς καρπούς και εξουσία. Στο σπίτι του Κόεν στην θέση του κεφαλιού του Εσταυρωμένου υπάρχει μια κάμερα. Πάντα βλέπει και ελέγχει τον υφιστάμενο εργαζόμενο. Την θέση που είχε κάποτε το βλέμμα του Κυρίου, ο θρησκευτικός έλεγχος, η θρησκευτική ενοχή, η επιβολή δια της θρησκείας, το «σε βλέπει ο Θεός, πρόσεχε», τώρα είναι το σε βλέπει μια κάμερα.

«To Θεώρημα Μηδέν» αντιμετωπίστηκε από τους κριτικούς παγκοσμίως ως μια αποτυχημένη επανάληψη του παλιού καλού εαυτού του Γκίλιαμ. Η ταινία πράγματι θα ωφελούνταν τα μάλα από ένα ακόμα στρώμα σεναριακής επεξεργασίας, δείχνει να της λείπει σε σεναριακό επίπεδο κάτι κρίσιμο. Ωστόσο προσωπικά αλλού εντοπίζω το κύριο πρόβλημα της, το πρόβλημα που την έκανε να αντιμετωπιστεί με τόσο σκεπτικισμό: στους ρυθμούς της, στην ταχύτητά της, στην έντασή της. Αν υπάρχει μια κούραση ή ένα σημάδι ηλικιακής φθοράς ή ένα σημάδι αδυναμίας του Γκίλιαμ να ακολουθήσει την εποχή του είναι εκεί. Όχι σε όλα όσα γίνονται στην ταινία, αλλά στο ότι όλα όσα γίνονται δεν γίνονται όσο σπιντάτα θα έπρεπε. Το όραμα είναι εδώ. Στον τομέα αυτό ο Γκίλιαμ παραμένει θαλλερός και ολόφρεσκος. Αλλά στον κόσμο που έχει χτίσει κινεί τα πιόνια του αργά. Ό,τι κερδίζει σε ατμόσφαιρα χώρου με τα υπέροχα σκηνικά, κουστούμια και φωτογραφία το χάνει σε ατμόσφαιρα χρόνου με το μοντάζ και την ηχητική επένδυση της ταινίας που μοιάζει να είναι υπερβολικά χαμηλόφωνη. Μου έρχεται στο μυαλό το Grand Budapest Hotel. Δεν ήταν πιο ψαγμένη αυτή η ταινία, δεν είχε περισσότερα πράγματα να πει. Αλλά ο Άντερσον όπως κι ο Γκίλιαμ δημιουργός προσωπικών κι απόλυτα ευδιάκριτων κινηματογραφικών κόσμων έφτιαξε μια ταινία απολαυστικά χρονισμένη, έφτιαξε μια ταινία όπου ο κόσμος του λειτουργούσε σαν ρολόι.

Ο Κριστόφ Βαλτς δεν συγκρατεί μόνο με το ειδικό του βάρος την ταινία (που αν την κουβαλούσε στις πλάτες του άλλος ηθοποιός μπορεί και να είχε καταστροφικά αποτελέσματα), αλλά σε δυο τρεις σκηνές το βλέμμα του έχει κάτι το εντελώς βαθύ και πονεμένο και συγκινητικό, μεταδίδοντάς μας για τον χαρακτήρα του πράγματα που δεν προκύπτουν απαραίτητα από τον τρόπο που ο χαρακτήρας του είναι γραμμένος, αλλά από τον υπαρξιακό πόνο και την υπαρξιακή λαχτάρα του κάθε ανθρώπου. Και καταληκτικά δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να εστιάσουμε στο πού απέτυχε ο Γκίλιαμ, στο πόσο επαναλαμβάνει πράγματα που έχει πει στο παρελθόν καλύτερα, όσο στο ότι το όραμά του παραμένει ισχυρότατο, στο ότι εξακολουθεί να προσπαθεί να μας προσφέρει ταινίες στις οποίες όχι απλά κτίζει τον δικό του συναρπαστικό εικαστικά κόσμο, αλλά μέσα σε αυτόν προσπαθεί να μας μιλήσει για θέματα που έχουν σημασία. Και αν μπορούμε να κάνουμε και μια άλλη σύγκριση με μια ακόμη πρόσφατη ταινία, στον «Λύκο της Νέας Υόρκης» ο Σκορσέζε μπορεί να δείχνει αγέραστος, μπορεί να μην στερείται σε ρυθμούς τίποτα, μπορεί να παραμένει μέσα στην εποχή του. μπορεί η δική του επανάληψη πραγμάτων που έχει ξαναπεί καλύτερα στο παρελθόν να είναι πολύ πιο κοντά στον δικό του πήχυ από ό,τι ο Γκίλιαμ στον δικό του, ωστόσο είναι το ίδιο το διάβημά του μπανάλ, είναι το ίδιο του το όραμα εξαρχής αμφισβητούμενου βάθους. Αντίθετα αν η ταινία του Γκίλιαμ αποδεικνύεται μερικώς αποτυχημένη και ανεπαρκής, θα προτιμήσω τελικά να σταθώ στην δύναμη των εικόνων της, θα προτιμήσω να τιμήσω ένα όραμα που μπορεί να μην ευοδώθηκε με ιδανικό τρόπο, αλλά έχουμε ανάγκη τα οράματα, έχουμε ανάγκη από ταινίες που στοχεύουν ψηλά. Από ένα μερικώς ευοδωμένο όραμα έχεις τελικά πολύ περισσότερα να πάρεις από ένα πλήρως ευοδωμένο αντιπνευματικό προϊόν.