Τα εννέα κείμενα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, που παρουσιάζονται στο βιβλίο, Ηδονή στον Κρόταφο, η ομιλία της στο Megaron Plus και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης αυτού του κειμένου.
Μπορντώ, μωβ, λιλά είναι τα χρώματα του εξωτερικού αλλά και εσωτερικού κόσμου της Ζυράννας Ζατέλη. Σχεδόν, έχεις την εντύπωση πως η ίδια έχει δώσει υπόσταση στα χρώματα αυτά και υπάρχουν σήμερα έτσι όπως τα ξέρουμε. Και αν η γραφή της είχε χρώμα αυτό θα ήταν εκείνο το μωβ το κάπως σκοτεινό και ψυχρό, μα συνάμα απολύτως ταιριαστό με την ζατελική ανθρωπότητα.

Μια ζωή συνυφασμένη με τα βιβλία, μια παιδική ηλικία περιτριγυρισμένη από εικόνες, γνωστές φυσιογνωμίες, έρωτες και πάθη. Από πολύ μικρή είχε τη μανία να ρουφάει τα πάντα, να ακούει τα πάντα, να φαντάζεται και να συμπληρώνει τα πάντα. Η νεότητά της λοιπόν στιγματίστηκε, από το διάβασμα βιβλίων και η παρουσία της παιδικής ηλικίας παρατηρείται έντονα και στα δικά της έργα. Χαρακτηριστικό των παιδιών είναι η αθωότητα που έχουν για τον κόσμο γύρω τους και αυτό συμβαίνει γιατί δεν αντιλαμβάνονται τον θάνατο. Άλλωστε, η συγγραφή είναι και ένας έμμεσος τρόπος επανεφεύρεσης της παιδικής ηλικίας στους ενήλικες, που την έχουν χάσει.

Μια αδιάκοπη εναλλαγή φωτός και σκότους, ηδονής και αγωνίας είναι λοιπόν το γράψιμο για αυτήν. Χαρακτηριστικά λέει: Αν δεν έγραφα θα ήμουν τρελή. Είναι η μοίρα της να γράφει, να πλάθει και να γεννάει την ισότητα μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου. Τα βιβλία είναι τα όνειρά της, θαρρείς πως τα ζωγραφίζει και μετά τους δίνει πνοή και γίνονται έτσι αγέρωχα και επιβλητικά. Όνειρα και εφιάλτες που γίνονται έναυσμα, θάνατος, πένθιμες καμπάνες και κεραυνοί που παίρνουν μορφή. Έτσι κλώθει το νήμα τους και το κόβει κάθε εφτά χρόνια, σαν μύχια τρέλα που οδηγεί στην διαύγεια. Δουλειά της άλλωστε είναι η αχανής μυθοπλασία, η συνάφεια με τα εσώτερα του βίου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι λεπτές δοσολογίες και δοσοληψίες ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στο δράμα και την πανουργία της ύπαρξης. Μοιάζει με τη Μάτα Χάρι, έτσι σίγουρη στην αβεβαιότητά της. Κάποιες φορές μπορείς ακόμα και να διακρίνεις στο βλέμμα της, την περιφρόνησή της, μια περιφρόνηση όχι ανήθικη, μα από αυτές που σε μαγνητίζουν και σε παρασύρουν. Μοιάζει να αφήνει τα ίχνη της κι εκεί που δεν πατάει και τα σβήνει με ένα απ’ αυτά τα SANTÉ…

Προκαλεί την εντύπωση ή την βεβαιότητα, ότι υπάρχει μέσα στις σελίδες των βιβλίων της, μερικές φορές σαν παρατηρητής και άλλες σαν κάποιος ήρωας. Απόμακρη μέσα στη βουή του όχλου, νοιώθεις την παρατηρητικότητά της, αλλά και την διακριτικότητά της. Την βλέπεις με τον τρόπο που κάθεται και αφουγκράζεται, να ψάχνει για εκείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ’ το μάτι, ενώ ουσιαστικά τα έχουμε αιχμαλωτίσει. Πάντα αινιγματική και απόκοσμη, έχοντας το πάθος της γραφής και το χάρισμα να μιλάει με τις ψυχές, ψάχνει για εκείνη την αινιγματική παρουσία του αφανούς, του λησμονημένου, στο θαμπό του μειδίαμα μέσα στον χρόνο, στο αεράκι του άρρητου. Σαν ξωτικό πηγαίνει εδώ κι εκεί για να βρει αυτό το διαφορετικό, τη λεπτομέρεια, αυτό το μαγικό φίλτρο, το οποίο θα στάξει με χάρη στην πένα της και θα δημιουργήσει τον δικό της αληθινό κόσμο. Μια παραμυθού με στωικότητα είναι η Ζυράννα Ζατέλη, που πολλές φορές ηθελημένα ξεφεύγει από τα πλαίσια του πραγματικού, καταλήγοντας στη δική της ουτοπική πραγματικότητα.

Η φύση, ως γενικότερη θέαση, δεν θα μπορούσε να λείπει από τις ιστορίες της. Μια φύση σχεδόν βίαιη, αδυσώπητη, με τα στοιχεία της να μαίνονται και να μας στεφανώνουν και κάποιες φορές, μοιραία και απείθαρχα, να μας σκοτώνουν. Κατ’ αρχήν το περιβάλλον των ανθρώπων: στοιχεία της φύσης, σαλοί και καταιγίδες, ζώα, κάργες και ζωύφια. Και ύστερα οι άνθρωποι, μέσα σε ένα σφιχτό – αν και στον χρόνο χαλαρό, υπομονετικό – πλέγμα από συμπτώσεις και απροσδόκητα, από συνάφειες φανερές, κρυφές ή και μυστικές, σχέσεις αγάπης, έρωτα, αθώες ή ένοχες, σχέσεις μεγάλων και παιδιών που η μαγική ζωή τους δεν ξεχωρίζει από αυτήν των ενηλίκων παρά μόνο ως επίφαση μιας ιδιαίτερης γνώσης – προφανώς της πιο αληθινής και αθώας – στη συνέχεια του βίου. Γι’αυτό και η παρουσία των ζώων στα βιβλία της είναι έντονη, σχεδόν έχουν την ίδια θέση με τον άνθρωπο, και μερικές φορές θα λέγαμε ότι είναι αυτά που ”εξουσιάζουν” και κινούν τα νήματα. Η ίδια η Ζατέλη, είχε πάντα μια φοβερή αγάπη για τα ζώα. Κάτι σαν “εικόνα Θεού” είναι το ζώο για μένα, με πάει πολύ μακριά η παρουσία του, ή ύπαρξή του, κι έχω την αίσθηση ότι από τα μάτια των ζώων θα κριθούμε γι’ αυτό που είμαστε. Η ίδια τόσο ντελικάτη και ησύχως άγρια σαν γάτα, δημιουργεί μια αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι περιφέρεται μέσα στον κόσμο σαν κάποια ζωική μορφή. Σαν να θεωρεί πως αυτή είναι η φυσιολογική παρουσία των ανθρώπων και πως απλά φοράμε κάποιου είδους κάλυμμα, για να κρύψουμε την ντροπή μας, μιας και νιώθουμε να υπερέχουμε αυτών των άγριων ενστίκτων που χαρακτηρίζουν τα ζώα. Αυτό είναι και το θελκτικό και μυστηριακό της γραφής της, η εμπλοκή ανθρώπων, ζώντων και τεθνεώντων, ζώων και μυθικών στοιχείων.

Ο έρωτας αποτελεί πηγή έμπνευσης και ζωντάνιας. Είναι αυτός που κόβει τα γόνατα και ταυτόχρονα είναι η κινητήρια δύναμη των πραγμάτων και πόσο μάλλον της γραφής της. Οι έρωτες λοιπόν, και δη οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, οι πικροί, οι σχεδόν απόκοσμοι ή οι καταραμένοι, που γεύονται το μέλι πάνω στο τσεκούρι είναι περισσότερο συνυφασμένοι και ταιριάζουν πιο πολύ στον πόνο παρά στη χαρά. Έρωτας και θάνατος βγαίνουν απ’ την ίδια μήτρα και προξενούν παρόμοια συναισθήματα. Ένας γιορτινά ντυμένος θάνατος είναι ο έρωτας. Την βλέπεις να αντιμετωπίζει το πάθος και τον πόνο σκληρά, με ειρωνική επίγνωση τη στιγμή ακριβώς που τα υπερυψώνει και τα καθαγιάζει. ‘Ο θάνατος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο δίδυμος αδελφός μας, ο οποίος λείπει στα ξένα και ερχόμενος εκείνος, φεύγουμε εμείς. Είναι αυτός που καθρεφτίζει τα βάθη της ζωής, βάθη απροσμέτρητα αλλά ουδέποτε ανώδυνα. Ο Νίτσε είπε κάποτε ότι δεν έχει σημασία τόσο η αιώνια ζωή όσο η αιώνια ζωντάνια. Αυτή την αιώνια ζωντάνια λοιπόν, όλως παραδόξως, την υποθάλπει μάλλον ο θάνατος παρά την αντιμάχεται. Ο θάνατος στη Ζατέλη έρχεται, βίαιος ή γλυκός, απρόσμενος ή αργός, πάντα με μεγαλείο τραγικό. Ίσως και να σκοτώνει τον ίδιο της τον εαυτό, σαν λογικό επακόλουθο, και όχι σαν κάτι απρόσμενο και μακρινό. Ίσως πάλι και να θέλει να κάνει μια μαγική έξοδο, να δώσει ένα εξαίρετο τέλος.