Έξι χρόνια έχουν περάσει από την έκθεση «Places in ZONE D» στην οποία συμμετείχαν η Σοφία Πετρίδη, η Δανάη Στράτου και η Ευανθία Τσαντίλα, και η οποία μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι εκθέσεις της πλατφόρμας Zone D, που εμπνεύστηκε η Δάφνη Ζουμπουλάκη, θα έχουν κάτι το ενδιαφέρον και σύγχρονο να πουν όπως αυτή η πρώτη προσπάθεια. Και πράγματι, οι εκθέσεις που ακολούθησαν, συνήθως, είχαν κάτι να προσφέρουν στο διάλογο για την τέχνη. Δυστυχώς, όμως, η φετινή έκθεση με τίτλο «Αυτό που φαίνεται» ανέτρεψε αυτήν την αίσθηση, διαψεύδοντας τις προσδοκίες μου.

Επιμελητής της έκθεσης είναι ο Γερμανός καλλιτέχνης Mark Noll. Σε ένα εισαγωγικό κείμενο που μάλλον αναλύει το προφανές, ο Noll επισημαίνει ότι για την έκθεση «κεντρικό ενδιαφέρον αποτελεί η έννοια της επιφάνειας και το ερώτημα «πώς μπορεί η επιφάνεια να παράγει νόημα», θεωρώντας ότι από την ποπ αρτ και μετά «η αλληλεπίδραση της επιφάνειας και του συμβόλου αποτελεί σημαντική πτυχή του καλλιτεχνικού διαλόγου». Πέρα όμως από τη θεωρία και παρότι αρκετά από τα έργα της έκθεσης όντως μιλούν για την επιφάνεια και αυτό που φαίνεται, είναι δηλαδή μέσα στη θεματική που θέτει ο επιμελητής, πολλά από αυτά πάσχουν τόσο ως προς το περίβλημα, αυτό που φαίνεται, όσο και ως προς την ουσία τους. Με ενδεικτικότερο παράδειγμα, τα έργα του ίδιου του Noll, ελεφαντάκια και καλόγεροι από γύψο, τα οποία χωρίς ιδιαίτερη πλαστικότητα ή πρωτοτυπία, μιλούν για το τίποτα.

Απογοητευτικά είναι και τα έργα του Γιάννη Γκανά, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε μια ενδιαφέρουσα εικονοποιία. Απαθανατίζουν με φωτορεαλιστικό τρόπο σιδερένιες πόρτες με τζάμι από εισόδους αθηναϊκών κατοικιών, χωρίς όμως να καταφέρνουν να δημιουργήσουν ούτε ιδιαίτερες σκέψεις ούτε συναισθήματα. Τα έργα της Γερμανίδας Dorothea Goldschmidt είναι ένα ακόμα παράδειγμα ενός κελύφους χωρίς βάθος, μεγάλα χαρτιά τα οποία απεικονίζουν τεράστια φορέματα της Barbie, όμως όχι ιδιαίτερα pop ώστε τουλάχιστον να προκαλούν το μάτι. Αλλά ούτε και τα κεντημένα «γλυκά» της Barbara Zenner προσφέρουν αισθητική ή εγκεφαλική απόλαυση, καθώς δεν είναι αρκετά άσχημα για να σκεφτείς τις κρυφές πίκρες αυτού του κόσμου ούτε αρκετά όμορφα για να σκεφτείς τις απολαύσεις της ζωής. Το έργο της Ruth May «Froufrou (Ble Gla)» εμπνευσμένο από μια αφρικανική μάσκα της Ακτής του Ελεφαντοστού σε καμία περίπτωση δε φτάνει σε γοητεία το έργο που το ενέπνευσε, αντίθετα στερείται πλαστικότητας.

Με απόσταση ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα έργα, καταρχάς η ενδιαφέρουσα εγκατάσταση του Ζάφου Ξαγοράρη, που, κατά τη γνώμη μου, μιλά για τον τρόπο που είναι δομημένη η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, αλλά και η μεταλλική εγκατάσταση του Νίκου Αλεξίου εμπνευσμένη από το δάπεδο του καθολικού της Μονής Ιβήρων, που μιλά τόσο για τη δύναμη της επιφάνειας και του σχεδίου όσο και της παράδοσης που καταφέρνει να παραμένει ζωντανή, έργα που διαθέτουν και ενδιαφέρουσα «επιφάνεια» αλλά και βάθος. Ενδιαφέρον είναι και το έργο σχόλιο για τη σημερινή κατάσταση στη Ρωσία «C.C.C.P.» του Κώστα Χριστόπουλου, ο οποίος ζωγράφισε ένα πολυτελές δάπεδο μέσα στο οποίο μοιάζει ότι έχουν ενθέσει τα αρχικά της πάλαι ποτέ κραταιάς Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ένας πίνακας που σε κάνει να σκεφτείς ότι εντέλει από τους Τσάρους μέχρι τον Πούτιν η χώρα αυτή διοικείται από ολιγάρχες και ο πλούτος της μένει σε αυτούς. Άλλη μια δουλειά που ξεχώριζε ήταν τα άτιτλα ασπρόμαυρα κολάζ του Michalis Pichler – κατακερματισμένες εικόνες που ανασυνθέτουν και αναδεικνύουν νέες, γεμάτες αιχμές, που δημιουργούν μια αίσθηση φόβου.

Για μια αρκετά μεγάλη έκθεση, συνολικά συμμετέχουν δεκαεννέα καλλιτέχνες, λίγα είναι τα έργα που έχουν ενδιαφέρον ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο. Αντίθετα μάλιστα, νομίζω ότι η έκθεση «Αυτό που φαίνεται» είναι αποπροσανατολιστική, αφού ενδύεται το μανδύα της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής, ενώ στην ουσία φλερτάρει με το κλισέ.

Η έκθεση «Αυτό που φαίνεται», η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Project Zone, φιλοξενείται σε ένα νεοκλασικό κτίριο στην οδό Ερμού 135 έως τις 2 Ιουνίου 2013.