Ένα από τα πιο κλασικά και δημοφιλή έργα του οπερατικού ρεπερτορίου, η Μποέμ του Πουτσίνι παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης περιόδου στο θέατρο Ολύμπια, από τις 9 Δεκεμβρίου. Η Εθνική Λυρική Σκηνή επιστρέφει σε μία από τις παλαιότερες παραγωγές της που αγαπήθηκαν από το κοινό, τη Μποέμ, στην εκδοχή της από τη διάσημη Ιταλίδα σκηνοθέτρια Λίνα Βερτμύλλερ, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού.

Εικόνες που μοιάζουν βγαλμένες από νοσταλγικές καρτ-ποστάλ γεμάτες χρώμα, με σκηνικά και κοστούμια εμπνευσμένα από το Παρίσι του Τουλούζ-Λωτρέκ, ζωντανεύουν και πάλι στο Θέατρο Ολύμπια. Η υπόθεση αφορά τον έρωτα ανάμεσα στον ποιητή Ροντόλφο και στη ράφτρα Μιμή με φόντο το παγωμένο Χριστουγεννιάτικο Παρίσι, από τη στιγμή που συναντιούνται έως το θάνατο της κοπέλας από φυματίωση. Όχι άδικα, η Μποέμ θεωρείται μια όπερα για τους νέους και γι’ αυτούς που μένουν πάντα νέοι, και συνδυάζει θέαμα, συγκινητική ιστορία, ακραία συναισθήματα και μοναδική μουσική. Πολλοί φίλοι της όπερας τη θεωρούν το πιο κατάλληλο έργο για να γνωρίσει και να αγαπήσει ένας νέος θεατής το λυρικό θέατρο. Ο Πουτσίνι με τη μουσική του περιγράφει, μεταφέροντας με τρόπο συγκλονιστικό στον θεατή, όλη την παλέτα των συναισθημάτων, από τον μεγάλο έρωτα έως την απόγνωση.

Η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Λίνα Βερτμύλλερ με το σκηνογράφο ενδυματολόγο Ενρίκο Γιομπ θέλησαν να παρουσιάσουν μια Μποέμ με διαφορετική οπτική στην παραγωγή της Λυρικής που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1997 και αναβιώνει τώρα στο Θέατρο Ολύμπια. Δεν ήθελαν μια Μιμή εξαρχής μελαγχολική και λυπημένη που κεντά λουλούδια και είναι ερωτευμένη με τον ποιητή Ροντόλφο, ενώ ασθενεί και οδεύει προς το θάνατο. Αντιθέτως επέλεξαν να παρουσιάσουν δύο νέους ανθρώπους που είναι αρραβωνιασμένοι με τη ζωή, έφτιαξαν μια ατμόσφαιρα που μεταφέρει τη χαρά της ζωής και της νιότης. «Μποέμ είναι εκείνος που βρίσκεται εκτός της αστικής νοοτροπίας και των κοινωνικών συμβάσεων. Νέος και καλλιτέχνης μαζί» σημείωνε η Βερτμύλλερ σε παλιότερη συνέντευξη της. Στα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιομπ επιχειρείται η αναβίωση της παριζιάνικης μποέμικης ατμόσφαιρας του Καρτιέ Λατέν στα τέλη του 19ου, αρχές του 20ου, με επιρροές από την εικονογραφία του Τουλούζ – Λωτρέκ.

Η Λίνα Βερτμύλλερ υπήρξε ιδεολόγος, πρωτοπόρος και επαναστάτρια, ενώ αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο στον ευρωπαϊκό και διεθνή κινηματογράφο. Είναι η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτης που προτάθηκε για βραβείο Όσκαρ στην ιστορία του θεσμού με την ταινία της «Ο Πασκουαλίνο και οι 7 καλλονές». Θεωρείται ότι με το έργο της ανανέωσε τις αφηγηματικές φόρμες και τους χαρακτήρες της ιταλικής κωμωδίας συνθέτοντας μια φιλμογραφία πολιτικά αιχμηρή, με όπλο πάντα τη σάτιρα. Η διάσημη ιταλίδα σκηνοθέτρια με τον χαρακτηριστικό λευκό σκελετό γυαλιών χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη ματιά με την οποία προσεγγίζει τους χαρακτήρες των έργων της, ανατρέποντας τα στερεότυπα και τις κοινωνικές προκαταλήψεις. Αποφοίτησε από την Ακαδημία Θεάτρου της Ρώμης το 1951, ενώ στη συνέχεια απασχολήθηκε ως μαριονετίστρια σε παραστάσεις κουκλοθεάτρου, ηθοποιός, διευθυντής σκηνής, αλλά και συγγραφέας. Κομβικό σημείο στην καριέρα της υπήρξε η συνεργασία της με το Φεντερίκο Φελλίνι στο θρυλικό 8 ½, όπως και με τον ηθοποιό Τζιανκάρλο Τζιαννίνι, ο οποίος έχει πρωταγωνιστήσει στις περισσότερες ταινίες της.

Το έργο «Η Μποέμ», λυρικές σκηνές σε τέσσερις εικόνες, βασίζεται στη νουβέλα Σκηνές απ’ την μποέμικη ζωή (1845/8, 1851) του Ανρύ Μυρζέρ και στο θεατρικό H μποέμικη ζωή (1849), το οποίο εμπνεύστηκε από αυτήν ο Τεοντόρ Μπαρριέρ. Το ποιητικό κείμενο είναι των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα. Η Μποέμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ιταλικό κοινό την 1η Φεβρουαρίου 1896 στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνου υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Στην Αθήνα αναφέρεται παράσταση του έργου στα ιταλικά ήδη από το Μάιο του 1898. Παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στη διεθνή μουσική σκηνή, ο συνθέτης Διονύσιος Λαυράγκας επέλεξε την ίδια όπερα ως εναρκτήριο έργο του Γ΄ Ελληνικού Μελοδράματος. Η παράσταση δόθηκε στις 26 Απριλίου 1900 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η Μποέμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 17 Απριλίου 1948, σε μουσική διεύθυνση του Αντίοχου Ευαγγελάτου.