Έργα από τις συλλογές τέχνης 25 Ελλήνων καλλιτεχνών που καλύπτουν το φάσμα από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, παρουσιάζονται στην έκθεση «Chez Eux: Unseen Collections». Το πρότζεκτ παρουσιάζει έργα τα οποία έχουν αποκτηθεί ως δώρα ή μέσω ανταλλαγής μεταξύ καλλιτεχνών. Συνοδεύονται από επιλεγμένο αρχειακό υλικό που περιλαμβάνει βιβλία, εφήμερα, αλληλογραφία, φωτογραφίες, σχέδια, ρούχα και λοιπά paraphernalia συναισθηματικής αξίας. Οι καλλιτέχνες συζητούν για τα έργα με τα οποία συμμετέχουν και τις σχέσεις που δομήθηκαν γύρω από αυτά σε συνεντεύξεις που βρίσκονται στο χώρο με τη μορφή video installations.

H έκθεση «Chez Eux: Unseen Collections» αποτελεί τη διαδικασία χαρτογράφησης ενός κοινωνικού δικτύου το οποίο δεν είναι ακόμη καταγεγραμμένο ιστορικά. Την ίδια στιγμή φανερώνει την πραγματική και ουσιαστική παρουσία ανθρώπων στο πέρας της ζωής τρίτων και την επιρροή στο καλλιτεχνικό τους έργο, μέσω μιας πραγματικότητας που εδράζεται στη μνήμη.

Η ιστοριογραφία μετατρέπεται σε δημιουργική και παραγωγική διαδικασία στην οποία ενσωματώνονται οι έννοιες της αποκάλυψης και της διερεύνησης: αποκαλύπτονται έργα τα οποία ίσως να μην έχουν εκτεθεί ποτέ στο παρελθόν, αναδεικνύωντας έτσι τον κρυφό πλούτο που μπορεί να βρίσκεται εντός μια ιδιωτικής συνθήκης και διερευνώνται σχέσεις μεταξύ καλλιτεχνών που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο της διασταύρωσης διαφορετικών διαδρομών.

Υιοθετώντας το εκθεσιακό μοντέλο της σχεσιακής αισθητικής της δεκαετίας του 90’, το υπόγειο του project space παίρνει τη μορφή αναφορικής εξομοίωσης του πραγματικού οικιακού περιβάλλοντος εντός του οποίου το πρότζεκτ συνελλήφθη, σχηματοποιήθηκε και αναπτύχθηκε μέχρι τη στιγμή της τελικής του πραγμάτωσης και παρουσίασης με τη μορφή ομαδικής έκθεσης.

Σε αυτό το μέρος η επιμελήτρια αναπτύσσει τη δική της συλλογή από συλλογές. Το δωμάτιο της λειτουργεί σαν χωρική μεταφορά ενός ψηφιακού mood- board, αναφερόμενο στην μεταμοντέρνα κατασκευή ενός «παρελθοντισμού» όπως αυτός παρουσιάζεται στα σύγχρονα νεανικά microblogs, (tumblr κ.α.) δημιουργώντας έτσι μία αισθητική πρακτική βασιζόμενη σε μία ηδονιστική νοσταλγία.

Ο χώρος γίνεται ο «τρίτος τόπος», μία συνθήκη η οποία ταλλαντεύεται μεταξύ του white cube και του οικιακού χώρου, μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού. Η συμμετοχική διαδικασία ενθαρρύνεται και κρίνεται απαραίτητη για την εμπειρία της αφομοίωσης των έργων μέσα σε αυτή την αναπαράσταση που εκτείνεται από το χώρο στο website της έκθεσης, μια πλατφόρμα απόλυτα ενσωματωμένη στο αναφορικό σύμπαν της επιμελήτριας, θολώνοντας έτσι τα όρια μεταξύ ιστορικής και πραγματικής αφήγησης.

Στην έκθεση «Chez Eux: Unseen Collections», ο ερευνητής μετατρέπεται σε αρχιτέκτονα, κάτοικο, επιμελητή και αφηγητή των προσωπικών σχέσεων που τον περιβάλλουν.