Μέσα σε δύο μόλις δεκαετίες, κατάφερε να δημιουργήσει έναν μύθο που ξεπερνά τα σύνορα της χώρας της και απλώνεται παντού στον κόσμο. Ο λόγος για την China Philharmonic Orchestra, η οποία έχει εδραιωθεί ως η κορυφαία ορχήστρα της Κίνας και μεταξύ των κορυφαίων της Ασίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι συμπεριλήφθηκε στις 10 πιο σημαντικές ορχήστρες του κόσμου (πλάι στις ιστορικές Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και τη Συμφωνική του Λονδίνου) από το έγκυρο βρετανικό Gramophone. Στο ενεργητικό της, δεκάδες εμφανίσεις σε θρυλικούς χώρους όπως η Philharmonie στο Βερολίνο και το Musikverein στη Βιέννη, αλλά και ηχογραφήσεις για την περίφημη Deutsche Grammophone. Τώρα, η China Philharmonic Orchestra κάνει μία απρόβλεπτη στάση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο της μεσογειακής περιοδείας της.

Η συναυλία ανοίγει με τα υπαρξιακών αναζητήσεων Fruhling (Άνοιξη) και Im Abendrot (Στη Δύση), δύο από τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια του Richard Strauss (που φέτος εορτάζονται 70 χρόνια από θάνατό του), στη μεταγραφή του Κινέζου συνθέτη Zou Ye, ο οποίος, σεβόμενος την ενορχηστρωτική γλώσσα του Strauss, δίνει στο έργο τη μορφή συμφωνικού ποιήματος. Συνεχίζεται με ένα από τα δημοφιλέστερα Κοντσέρτα για βιολί όλων των εποχών, το “Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, σε μι ελάσσονα, έργο 64” του Felix Mendelssohn. Κείμενο ιδιαιτέρως απαιτητικό που αναδεικνύει τον διεθνώς καταξιωμένο σολίστα Liu Ziu, σε αναμφισβήτητο πρωταγωνιστή. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται πανηγυρικά, με τη χαρούμενη και αισιόδοξη “Συμφωνία αρ.8, σε σολ μείζονα, ερ. 88” του Antonin Dvorak, για την οποία ο ίδιος έχει πει ότι αποτελεί «ένα έργο διαφορετικό από τις προηγούμενες συμφωνίες, με προσωπικές ιδέες επεξεργασμένες με νέο τρόπο». Στο πόντιουμ, ο ραγδαία ανερχόμενος αρχιμουσικός Huang Yi.

Τα έργα:

Richard Strauss (arr. Zou Ye): Fruhling (Άνοιξη) και Im Abendrot (Στη Δύση), από τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια

Αποτελούν το πρώτο και το τέταρτο -τελευταίο- μέρος από τη σύνθεση για σοπράνο και Ορχήστρα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια, την οποία ο Strauss έγραψε το 1948.

Τα τρία πρώτα βασίζονται σε ποίηση του νομπελίστα Γερμανού συγγραφέα Hermann Hesse (1877-1962) και το τέταρτο σε ποίηση του Γερμανού μυθιστοριογράφου και ποιητή Joseph von Eichendorff (1788-1857). Ο Strauss επεξεργάστηκε το υλικό του χωρίς να έχει την πρόθεση να τα παρουσιάσει ως ενιαίο έργο. Η ιδέα ήταν του φίλου του, εκδότη Ernst Roth, στο οποίον οφείλεται ο τίτλος και η σειρά με την οποία εκτελούνται τα τραγούδια.

Τα Τέσσερα τελευταία τραγούδια του Strauss μπορούν να χαρακτηριστούν ως η μουσική του διαθήκη. Γεννήθηκαν μέσα από τις επίμονες προτροπές του γιου του να γράψει ένα τελευταίο σημαντικό έργο. Και τα τέσσερα ποιήματα εκφράζουν τις υπαρξιακές αναζητήσεις, που σίγουρα απασχολούσαν τον 84χρονο συνθέτη εκείνη την περίοδο (Μάιο έως Σεπτέμβριο του 1948). Αντί, όμως, για την τυπική ρομαντική περιφρόνηση, τα τραγούδια αποπνέουν μία αίσθηση ηρεμίας, αποδοχής και πληρότητας. Την εποχή εκείνη, ο συνθέτης ζούσε στην Ελβετία, όπου είχε καταφύγει από τον Οκτώβριο του 1945, όχι μόνο για λόγους υγείας, αλλά και για πολιτικούς, καθώς οι συμμαχικές αρχές διερευνούσαν τον ρόλο του κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ.

Η πρεμιέρα της σύνθεσης δόθηκε μετά τον θάνατο του συνθέτη στις 22 Μαΐου 1950 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου από την Ορχήστρα Philharmonia, υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Γερμανού μαέστρου Wilhelm Furtwängler (1886-1954), με σολίστ την Kirsten Flagstad (1895-1962). Η διάσημη, εκείνη την εποχή, Νορβηγίδα σοπράνο ήταν προσωπική επιλογή του Strauss, προτού φύγει από τη ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου 1949. Βέβαια, η πρεμιέρα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη χορηγία του φιλόμουσου μαχαραγιά σερ Jayachamarajendra Wadiyar (1919-1974). Σε αντιστάθμισμα του επετράπη να ηχογραφήσει μία από τις πρόβες του έργου και να την περιλάβει στην μεγάλης συλλεκτικής αξίας δισκοθήκη του, που τότε, αριθμούσε πάνω από 20.000 δίσκους.

Το έργο, αρχικά γραμμένο για σοπράνο και ορχήστρα, θα παρουσιαστεί στη μεταγραφή των δύο τραγουδιών του κύκλου, για Ορχήστρα, χωρίς φωνή, από τον Κινέζο συνθέτη, Zou Ye, ο οποίος, σεβόμενος την ενορχηστρωτική γλώσσα του Strauss, δίνει στο έργο τη μορφή συμφωνικού ποιήματος.

Felix Mendelsohn Bartholdy: Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, σε Μι ελάσσονα, ερ. 64

Ένα από τα δημοφιλέστερα κοντσέρτα για βιολί όλων των εποχών το οποίο έχει αναπτύξει φήμη ως ένα από τα βασικότερα κοντσέρτα που μαθαίνουν οι σολίστ του βιολιού.

O Felix Mendelssohn συνέλαβε την ιδέα να γράψει ένα κοντσέρτο για βιολί το 1838 και την υλοποίησε τον Σεπτέμβριο του 1844, όταν ολοκλήρωσε το έργο. Όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν σε επαφή με τον παιδικό του φίλο βιολονίστα Ferdinand David (1810-1873), ο οποίος με τις συμβουλές του, προσέφερε σημαντική βοήθεια ως προς τη σύνθεση των σολιστικών μερών του βιολιού.

Φυσικό ήταν ο David να αναλάβει τον ρόλο του σολίστ στην πρώτη του  παρουσίαση του κοντσέρτου στις 13 Μαρτίου 1845, στην αίθουσα Gewandhaus της Λειψίας. Ο Mendelssohn, που θα διηύθυνε την ορχήστρα, απουσίαζε λόγω ενός προβλήματος υγείας. Έδωσε, όμως, το παρών στη δεύτερη παρουσίαση του έργου, στις 23 Οκτωβρίου 1845, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση, με τον David στον ρόλο του σολίστα.

Το «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, σε μι ελάσσονα, έργο 64» έχει δικαιολογημένα θεωρηθεί ως ένα από τα δημοφιλέστερα του ρεπερτορίου του βιολιού, παρουσιάζοντας ορισμένες σημαντικές καινοτομίες.

Αποτελείται από τρία μέρη:

Allegro molto appassionato
Andante
Allegretto non troppo-Allegro molto vivace

Η διάρκειά του δεν ξεπερνά τα 30 λεπτά. Είναι γραμμένο για σόλο βιολί και ορχήστρα, που περιλαμβάνει 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 2 κόρνα, 2 τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα.

Antonin Dvorak: Συμφωνία αρ. 8, σε Σολ μείζονα, ερ. 88

Τέσσερα χρόνια μετά τη σύνθεση της Έβδομης Συμφωνίας, ο Dvorak άρχισε να συνθέτει την Όγδοη, η οποία ολοκληρώθηκε εντός μόλις δυόμιση μηνών, από τις 26 Αυγούστου έως τις 8 Νοεμβρίου 1889 στο θερινό θέρετρό του στη Βοημία. Το έργο γράφτηκε με την ευκαιρία της εισαγωγής του στην Ακαδημία της Πράγας και αφιερώθηκε στη «Βοημική Ακαδημία του Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ για τη Στήριξη των Τεχνών και της Λογοτεχνίας με ευχαριστίες για την εκλογή μου». Η πρώτη της εκτέλεση δόθηκε στην Πράγα στις 2 Φεβρουαρίου 1890 υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.

Ο Dvorak επιχείρησε η Όγδοη να απέχει όσο το δυνατόν περισσότερο από την Έβδομη. Η Όγδοη θα ήταν: «ένα έργο διαφορετικό από τις προηγούμενες συμφωνίες, με προσωπικές ιδέες επεξεργασμένες με νέο τρόπο». Όντως, αποτελεί μία δημιουργία χαρούμενη και λυρική με εντυπωσιακή ποικιλία θεμάτων, πολλά από τα οποία βασίζονται στη βοημική λαϊκή μουσική που τόσο αγαπούσε ο Dvorak. Με τη μουσική του παλέτα, ο συνθέτης, ζωγραφίζει τη γαλήνη του τοπίου της Βοημίας, την ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα που δέχεται την επίθεση της θερινής καταιγίδας.