«Ο μύθος που ακολουθεί τον βραβευμένο με Grammy αρχιμουσικό Κρίστοφ Έσενμπαχ, χτίζεται μέσα από κάθε του εμφάνιση. Ο παγκοσμίου φήμης μαέστρος έχει κατακτήσει ορισμένα από τα πλέον αναγνωρισμένα βραβεία ως πιανίστας αλλά και αρχιμουσικός, μεταξύ των οποίων και τα German Critics AwardMIDEM Classical Award και Leonard Bernstein Prize. Σε λίγες μέρες, ο Κρίστοφ Έσενμπαχ, φτάνει στην Αθήνα για να συμπράξει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Διευθύνοντας ένα πρόγραμμα, το οποίο συνδέει νοηματικά τον Κύκλο Μάλερ και τον Κύκλο 250 χρόνια Μπετόβεν, που αποτελούν κορυφές του φετινού καλλιτεχνικού προγράμματος. Η συναυλία, ανοίγει με την Πρώτη Συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ, η οποία «ξεχωρίζει για την καθηλωτική δραματικότητα, αλλά και την πηγαία συναισθηματική ένταση». Συνεχίζει, με το Πέμπτο Κοντσέρτο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, γνωστό και ως Αυτοκρατορικό. Έργο έντονης εκφραστικότητας και ιδιαίτερων σολιστικών απαιτήσεων, με το οποίο θα αναμετρηθεί ο πάντα πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος. Όλοι οι συντελεστές της συναυλίας συμμετέχουν αφιλοκερδώς ενώ τα έσοδα θα δοθούν στην Ένωση Μαζί για το Παιδί.  Αυτή είναι η επιθυμία του Κρίστοφ Έσενμπαχ ο οποίος στηρίζει τα προσφυγόπουλα καθώς και ο ίδιος υπήρξε κάποτε ένα από αυτά. Επιθυμία, την οποία αγκάλιασαν τόσο η Ορχήστρα όσο και ο σολίστας».

Βασίλης Βαρβαρέσος, πιάνο

Το πρόγραμμα με μια ματιά

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν(1770–1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 5 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 73 «Αυτοκρατορικό»
Γκούσταβ Μάλερ (1860–1911)
Συμφωνία αρ.1 «Τιτάν»
Σολίστ: Βασίλης Βαρβαρέσος, πιάνο
Μουσική Διεύθυνση: Κρίστοφ Έσενμπαχ
19:45: Εισαγωγική ομιλία για τους κατόχους εισιτηρίων.

Ο Κρίστοφ Έσενμπαχ είπε:

Τα περισσότερα έργα του Μπετόβεν αλλά και οι Συμφωνίες του Μάλερ αποτελούν δείγματα σπουδαίας μουσικής, γιατί προσεγγίζουν την τέλεια ισορροπία. Ο δικός μου ρόλος, το καθήκον του αρχιμουσικού, είναι να αναδείξει αυτή την υψηλή ποιότητα των αριστουργηματικών συνθέσεων.

Ο Βασίλης Βαρβαρέσος είπε:

Η κλασική μουσική δεν χρειάζεται υπερασπιστή, γιατί μιλά για τον εαυτό της και το ακροατήριο έχει πλήρη επίγνωση. Ο ρόλος των ερμηνευτών είναι να παίζουν καλά. Επίσης, πιστεύω ότι οι σπουδαίοι συνθέτες πρέπει να επανεξετάζονται και να επαναπροσεγγίζονται ανά πάσα στιγμή. Οι μουσικοί πρέπει να γνωρίζουν πώς να επαναφέρουν τα έργα τους στο προσκήνιο, γιατί ο κόσμος μπορεί να κινείται και τα πράγματα ν’ αλλάζουν, αλλά αυτοί οι δημιουργοί συνεχίζουν να έχουν κάτι να πουν.

Για την ιστορία…

Γκούσταβ Μάλερ (1860 – 1911)

Συμφωνία αρ.1 «Τιτάν»

Υπηρετώντας ως αρχιμουσικός της Όπερας του Κάσελ στα 1884 ο Μάλερ βίωσε έναν αποτυχημένο έρωτα για τη σοπράνο Γιοχάννα Ρίχτερ, που στάθηκε αφορμή για τη σύνθεση του πρώτου του φωνητικού κύκλου, με τίτλο «Τα Τραγούδια του Οδοιπόρου», θέματα από τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν και στην Πρώτη Συμφωνία. Το 1886, μία άλλη ερωτική περιπέτεια με τη Μάριον Ματθίλδη φον Βέμπερ, φαίνεται ότι αναζωπύρωσε τη δημιουργία της συμφωνίας, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος γράφτηκε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1888.

Στις 20 Νοεμβρίου 1889 ο ίδιος ο συνθέτης διηύθυνε στη Βουδαπέστη την πρώτη εκτέλεση του συμφωνικού του έργου, που τότε αποκαλούσε «συμφωνικό ποίημα σε δύο ενότητες» (με πέντε συνολικά μέρη).  Για τις δύο επόμενες παρουσιάσεις του έργου σε Αμβούργο και Βαϊμάρη, το 1893 και 1894 αντίστοιχα, ο Μάλερ αποφάσισε να βοηθήσει την κατανόηση της μουσικής του σκέψης από το κοινό δίνοντας περιγραφικούς τίτλους σε καθένα από τα πέντε μέρη και το γενικό προσωνύμιο «Τιτάν», που παραπέμπει στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζαν Πωλ (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Γερμανού ρομαντικού συγγραφέα Πάουλ Φρήντριχ Ρίχτερ). Τελικά όμως, ο Μάλερ συνειδητοποίησε πως οι λεκτικές εξηγήσεις αδυνατούσαν να εκφράσουν πλήρως την ουσία της μουσικής του. Έτσι, το 1896 στο Βερολίνο το έργο παρουσιάστηκε ως «Συμφωνία σε ρε μείζονα» και αυτή τη φορά με τέσσερα μέρη αντί για πέντε, αφού ο συνθέτης αφαίρεσε το μέρος με τίτλο Blumine (μπουκέτο από λουλούδια).

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770 – 1827)

Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.5 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 73 «Αυτοκρατορικό»

Το 1809 Αυστρία και Γαλλία βρίσκονται αντιμέτωπες για τέταρτη φορά μέσα σε 18 χρόνια και στις αρχές Μαΐου ο στρατός του Ναπολέοντα βρίσκεται ήδη στα περίχωρα της Βιέννης εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση για την κατάληψή της, η οποία τελικά θα επιτευχθεί για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν το 1805). Ο Μπετόβεν σε επιστολή του εκείνης της περιόδου περιγράφει τις δύσκολες ώρες για την αυστριακή πρωτεύουσα: «Τι ταραγμένη, άγρια ζωή γύρω μου! Τίποτε άλλο εκτός από τυμπανοκρουσίες, κανόνια, στρατιώτες, δυστυχία κάθε είδους.» Παρόλα αυτά, μέχρι το τέλος της χρονιάς ο Μπετόβεν κατορθώνει ανάμεσα σε άλλα έργα να ολοκληρώσει το Πέμπτο Κοντσέρτο για πιάνο, ένα κοντσέρτο που από άποψη έκτασης, δεξιοτεχνίας και εκφραστικού εύρους είναι σαφώς μπροστά από την εποχή του.

Η πρώτη εκτέλεση του κοντσέρτου δόθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1811 στη Λειψία με σολίστα τον Φρήντριχ Σνάιντερ. Για την προέλευση του προσωνυμίου «αυτοκρατορικό» έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις χωρίς καμία να έχει επιβεβαιωθεί. Ένας Γάλλος αξιωματικός, που βρέθηκε στην πρεμιέρα του έργου, φέρεται να αναφώνησε σε κάποιο σημείο «είναι ο Αυτοκράτορας!», ενώ άλλοι θεωρούν πως ο πιανίστας και συνθέτης Γιόχαν Μπάπτιστ Κράμερ (1771-1858) το χαρακτήρισε ως «ο αυτοκράτορας ανάμεσα στα κοντσέρτα». Ο φίλος και πρώιμος βιογράφος του Μπετόβεν, Άντον Σίντλερ αποδίδει τον όρο στο γεγονός, ότι η βιεννέζικη πρεμιέρα του κοντσέρτου δόθηκε ανήμερα στα γενέθλια του αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκου Α’.