Στα πρώιμα έργα του ο Craig-Martin ενσωμάτωνε συχνά readymades (έτοιμα αντικείμενα) στα γλυπτά του και έκανε σαφείς αναφορές στον Αμερικανικό Μινιμαλισμό. Τόσο ο τρόπος με τον οποίον ελέγχει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του όσο και η διαύγεια με την οποία χειρίζεται την εννοιολογική τέχνη απεικονίζονται ξεκάθαρα σε έργα όπως το An Oak Tree (1973), το οποίο αποτελείται από ένα ποτήρι με νερό τοποθετημένο σε ένα ράφι και ένα κείμενο γραμμένο από τον ίδιον στο οποίο ισχυρίζεται ότι το ποτήρι με το νερό είναι στην πραγματικότητα μια βελανιδιά. Αυτό το ενδιαφέρον για τη σημασιολογία –το παιχνίδι ανάμεσα στον λόγο και το αντικείμενο– παραμένει η βασική θεματολογία του έργου του.

Τη δεκαετία του 1990 ο Craig-Martin στράφηκε στη ζωγραφική και ανέπτυξε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ύφος που ξεχωρίζει για τα ακριβή, αδρά περιγράμματα που ορίζουν επίπεδες επιφάνειες πολύ ζωηρών χρωμάτων. Με τη μεγάλη ακρίβεια στην τεχνική του, χρησιμοποιεί τη σύνθεση για να εξερευνήσει τις συνάφειες στον χώρο, αντιπαραθέτοντας χρώματα σε πολλαπλά επίπεδα. Ζωγραφίζει σύνολα από γράμματα τα οποία μπορεί να σχηματίζουν μερικές διαφορετικές λέξεις. Σχεδιάζει επίσης μπανάλ βιομηχανικά αντικείμενα. Οι λέξεις που ζωγραφίζει αναφέρονται συχνά σε αφηρημένες αξίες και έννοιες, ενώ τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί είναι γνωστά και υπαρκτά. Όμως, δεν ζωγραφίζει μία συγκεκριμένη καρέκλα, ένα παπούτσι ή ένα κινητό τηλέφωνο, αλλά μία αφηρημένη φόρμα για το καθένα την οποία επαναλαμβάνει σε όλο το έργο του. Κατά την άποψή του, ο αμφιλεγόμενος συνδυασμός γραμμάτων και σχηματικών περιγραμμάτων βιομηχανικών προϊόντων ευρείας κατανάλωσης προσφέρει στους θεατές τη δυνατότητα να δώσουν πολλές διαφορετικές προσωπικές ερμηνείες στους πίνακές του.

Στα νέα και ζωηρόχρωμα έργα του, τα οποία είναι ζωγραφισμένα με ακρυλικά χρώματα πάνω σε αλουμίνιο, ο Craig-Martin εξακολουθεί να διερευνά την έννοια της πραγματικότητας και της αναπαράστασης στην τέχνη. Έχοντας δομήσει μία σειρά ελεύθερων συνειρμών και νοημάτων που πηγάζουν από τους αισθητικούς περιορισμούς που ο ίδιος έχει επιβάλει στον εαυτό του –σαν αυτούς που εμπεριέχει άλλωστε και η γλώσσα– δημιουργεί απεριόριστες κατά τα φαινόμενα παραλλαγές, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν με ακόμα περισσότερους τρόπους απ’ ό,τι τα έργα του με τα readymades. Κάθε πίνακας βασίζεται σε μια λέξη –όπως «τέχνη» ή «σύμβολο»– την οποία την αντιμετωπίζει ταυτολογικά, ενσωματώνοντας τα γράμματα της λέξης τα οποία παραθέτει σε διαφορετικό μέγεθος το καθένα, σε γραμμικά σχέδια αντικειμένων καθημερινής χρήσης όπως παπούτσια, σφυριά, λαμπτήρες, παραμάνες και καρέκλες, πάνω σε έντονο μονόχρωμο φόντο. Το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον συνδυασμό των γραμμάτων και των αντικειμένων που στην ουσία συμβολίζονται από εικονογράμματα είναι ότι δημιουργείται η ψευδαίσθηση της διαφάνειας και του βάθους πεδίου∙ το αφηγηματικό στοιχείο των έργων προκύπτει από αυτή την αντιπαράθεση και τα πολλαπλά επίπεδα. Μέσα από τέτοιες φαινομενικά τυχαίες ομαδοποιήσεις, ο Craig-Martin ερευνά τη σύνθετη και συχνά αντιφατική σχέση ανάμεσα στη λέξη και την εικόνα.