«Το Δημοτικό Ίδρυμα – Μουσείο Κώστα Τσόκλη, ανοίγει για το κοινό την Τετάρτη 1η Ιουλίου 2020, με νέα έκθεση και νέα έργα. Φέτος, η έκθεση στο Μουσείο με τίτλο “Δέηση”, έχει ως θέμα τo Δέντρo σε διάφορες μορφές του.

“Μια μέρα, μια μικρή αποκάλυψη, έγινε ο καινούργιος οδηγός της σκέψης – ευαισθησίας μου, γράφει το 1973, ο Κώστας Τσόκλης. Ένα δέντρο, που η συνεχώς μεταβαλλόμενη εικόνα του ομόρφαινε τη ζωή μου, έσπασε και μου αποκάλυψε τη συγκεκριμένη και διαρκή του αλήθεια: “το ξύλο”, που ήταν τόσο καιρό κρυμμένο κάτω από την εφήμερη εικόνα του. Kαι αγάπησα με πάθος αυτή τη θαυμάσια πληγή και βρήκα μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο αντικείμενο, την ύλη και τη φύση, και με την τελευταία μου δουλειά προσπαθώ να ενώσω σ’ ένα μόνο καλλιτεχνικό γεγονός, την εικόνα, την πηγή της εικόνας και τη χρησιμοποίηση αυτής της πηγής”.

Από εκείνη τη στιγμή έως σήμερα, το δέντρο ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει τον Κώστα Τσόκλη. Από τον καταπλακωμένο κορμό στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, την “Τεράστια νεκρή φύση”, (ένα δέντρο κρεμασμένο από γερανό έξω από το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης), το 2011, το “Υπόγειο Πάρκο” στον σταθμό “Εθνική Άμυνα” του Μετρό της Αθήνας και μέχρι στα πιο πρόσφατα έργα του που παρουσιάζονται φέτος στο Μουσείο μας, ο Κώστας Τσόκλης προκαλεί το κοινό, τοποθετώντας το αντιμέτωπο με την καταστροφή της φύσης αλλά και με την ομορφιά της, καλώντας το βλέμμα του θεατή να προσπαθήσει να δει πέρα από την εικόνα.

Μελετώντας ή προσπαθώντας να “διαβάσεις” το έργο του Κώστα Τσόκλη, καλείσαι από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, να βρεθείς αντιμέτωπος με πραγματικές συνθήκες ζωγραφικής (με την κλασική έννοια του όρου) σε συνδυασμό με ψευδαισθησιακά στοιχεία και έντονα συναισθήματα.
Ο Κώστας Τσόκλης, σεβόμενος (για λόγους που τον αφορούν) τη φυσική ακεραιότητα των αντικειμένων, αντί να τα ακρωτηριάσει όπως θα έκανε η φωτογραφία, αφήνει να ξεχυθούν πέρα από τα όρια του πίνακα, ενώνοντας έτσι το ζωγραφικό με τον φυσικό χώρο.

Φέτος, γεμίζει τις αίθουσες του Μουσείου με κλαριά, μετασχηματίζει απλά ξύλα σε κορμούς δέντρων, ενσωματώνει ένα δοκάρι από ράγες τρένου, στη μέση μιας καθρεφτένιας κατασκευής, και in situ, επικολλά χαρτιά – φύλλα, μεταμορφώνοντάς το σ’ ένα ανθισμένο δέντρο, που συνοδεύει τα νέα έργα που δημιούργησε αυτή τη χρονιά, κάτω από την πίεση των δυσάρεστων γεγονότων. Αυτά τα έργα θυμίζουν ανθρωπόμορφες μαύρες φιγούρες, (μέρη χορού αρχαίας τραγωδίας).

Κι έτσι, εκεί που στην πρώτη αίθουσα καθηλώνεσαι από την έντονη επιβλητική εικόνα των 12 μορφών, την ίδια στιγμή παρατηρώντας το δέντρο στον καθρέφτη, αποκτάς τη διάθεση να ανακαλύψεις τα παιχνιδίσματα των σκιών που δημιουργούνται ανάλογα με το σημείο στο οποίο στέκεσαι, ή να μπεις στη διαδικασία να μαντέψεις με ποιο σκεπτικό “ανθοφόρησε” τον κορμό του δέντρου ο καλλιτέχνης, συνειδητοποιώντας συγχρόνως ότι αυτές οι φόρμες έχουν ένα ρυθμό, μια κίνηση, ανεξάρτητα από το θέμα τους.

Ο Kώστας Τσόκλης με την επιλογή του καθρέφτη ενώνει και πάλι το φυσικό με το φανταστικό χώρο και με την τέχνη του πάει πέρα από τη φύση, ωθώντας τον θεατή να αναζητήσει το πώς ο ίδιος τοποθετείται μέσα στο περιβάλλον, σε μια διαδικασία επανατοποθέτησης και αυτοψυχανάλυσης, προτρέποντάς τον μέσω αυτής της διαδικασίας και του αντικατοπτρισμού να ξεπεράσει τον εαυτό του και να οδηγηθεί σε πιο πνευματικές διεργασίες, τη Δέηση. Η οποία θα οδηγήσει τον θεατή (εάν φυσικά το επιθυμεί), στην κάθαρση.

Η ζωγραφική του και η χρήση αυτούσιων φυσικών υλικών (πέτρες, ξύλο, χώμα) δημιουργούν φανταστικά περιβάλλοντα, νέους εικαστικούς χώρους και συνθήκες επικοινωνίας με την τέχνη καθώς γίνεται πιο σημαντική η παρουσίασή τους μέσα στο Μουσείο που είναι αφιερωμένο στο έργο του.

Στη δεύτερη αίθουσα παρουσιάζονται έργα από τη συλλογή του Μουσείου και έργα που ανήκουν στον καλλιτέχνη, με το ίδιο πάντα θέμα και ενώ αρχικά σε προβληματίζουν για την καταστροφή της φύσης, στη συνέχεια αν αφεθείς στο να σε οδηγήσουν οι ζωγραφικές χειρονομίες στο νέο εικαστικό χώρο που δημιουργούν, μπορείς να βυθιστείς στο χρώμα και στο χώρο του.

Στην επάνω αίθουσα, παρουσιάζεται μια σειρά σχεδίων με τίτλο “Διαδρομή”, στην οποία ο καλλιτέχνης λίγο ειρωνευόμενος και λίγο σοβαρολογώντας, παρουσιάζει τη μακρόχρονη σχέση του με την τέχνη σε όλα τα στάδια της καλλιτεχνικής πορείας του, κουβαλώντας το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί απέναντι στη σύγχρονη τέχνη  και πώς αυτό το διαχειρίστηκε στο πέρασμα του χρόνου.»