Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει online την τέταρτη συναυλία του Κύκλου Σολίστ της ΚΟΑ το Σάββατο 20 Μαρτίου 2021. Η συναυλία ανοίγει με μία πρωτότυπη σύνθεση, το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο σε μι ύφεση μείζονα του Σοστακόβιτς με τον Κορυφαίο Β’ στα Βιολοντσέλα, Άγγελο Λιακάκη να εγγυάται το συγκινησιακά φορτισμένο σολιστικό μέρος. Η βραδιά κορυφώνεται με την Τέταρτη Συμφωνία σε ρε ελάσσονα του Ρόμπερτ Σούμαν, την οποία ο ίδιος χαρακτήριζε Συμφωνία της Κλάρας, αφιερώνοντάς τη στην σύζυγό του Κλάρα Βηκ. Μια σύνθεση, η οποία διακρίνεται για τη σύλληψή της ως ενότητα χωρίς διακοπές ανάμεσα στα μέρη, αλλά και τη μετάβαση από τη δραματική και αγωνιώδη ατμόσφαιρα προς μία διάθεση πηγαίας αισιοδοξίας και ευθυμίας. Στο πόντιουμ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Λουκάς Καρυτινός.

Το σχόλιο του σολίστ

«Είναι αυτονόητη η χαρά μου που θα βρίσκομαι ως σολίστ ανάμεσα στους συναδέλφους μου. Θα δουλέψουμε ένα από τα συναρπαστικότερα έργα του ρεπερτορίου του βιολοντσέλου, το Πρώτο Κοντσέρτο του Σοστακόβιτς: έχω κάθε λόγο να έχω μια γλυκιά ανυπομονησία!»

Το σχόλιο του μαέστρου

«Επέλεξα τα συγκεκριμένα έργα γιατί προέρχονται από τη δημιουργική φλόγα δύο πολύ ταλαιπωρημένων ανθρώπων. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, εξέφρασαν την εσωτερική τους ένταση μέσα από τη μουσική τους, ξεπερνώντας όλες τις εξωτερικές αντιξοότητες. Πρόκειται για δυο απαιτητικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου που μας καθηλώνουν με τη μουσική τους ιδιοφυΐα. Χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία να συνεργαστώ στο έργο του Σοστακόβιτς, με έναν από τους πιο ταλαντούχους και καταξιωμένους σολίστες της ΚΟΑ, τον βιολοντσελίστα Άγγελο Λιακάκη.»

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ (1906-1975)
Κοντσέρτο αρ. 1 για βιολοντσέλο και ορχήστρα σε μι ύφεση μείζονα, έργο 107

ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΟΥΜΑΝ (1810–1856)
Συμφωνία αρ. 4 σε ρε ελάσσονα, έργο 120

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ (1906 – 1975)
Κοντσέρτο για βιολοντσέλο και ορχήστρα αρ.1 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 107

1. Allegretto
2. Moderato – Cadenza –
3. Allegro con moto

Ο μεγάλος Ρώσος βιολοντσελίστας Μστισλάβ Ροστροπόβιτς κάποτε ανακάλεσε στη μνήμη του την έντονη επιθυμία που είχε κατά τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας του με τον Σοστακόβιτς, ο συνθέτης να γράψει για εκείνον ένα κοντσέρτο για βιολοντσέλο. Όταν ζήτησε τη συμβουλή της γυναίκας του Σοστακόβιτς για τον ενδεδειγμένο τρόπο χειρισμού του αιτήματος, εκείνη του είπε χαρακτηριστικά: «Αν θες ο Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς να γράψει κάτι για σένα, η μόνη συμβουλή που μπορώ να σου δώσω είναι, ποτέ μην του το ζητήσεις ούτε καν να του το συζητήσεις.» Ο Ροστροπόβιτς ακολούθησε αυτή τη συμβουλή και η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1959, όταν ο συνθέτης έγραψε για αυτόν το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο.

 ΣΟΛΙΣΤ ΤΗΣ Κ.Ο.Α

Οι επιρροές του έργου είναι αρκετά προφανείς. Αφενός πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η Συμφωνία κοντσερτάντε για βιολοντσέλο και ορχήστρα του Προκόφιεφ που επίσης είχε αφιερωθεί στον Ροστροπόβιτς, αφετέρου ο Σοστακόβιτς δομικά ακολούθησε σε ένα μεγάλο βαθμό το μοντέλο του Πρώτου Κοντσέρτου για βιολί. Και τα δύο αυτά κοντσέρτα παρουσιάζουν παρεμφερή δομική πρωτοτυπία, ιδίως λόγω της τοποθέτησης και του ιδιαίτερου μουσικού βάθους της καντέντσας τους, ενώ παράλληλα τα αργά μέρη τους και τα φινάλε έχουν αντίστοιχα συναφή χαρακτήρα.

Ο Σοστακόβιτς παρουσίασε στον Ροστροπόβιτς τη χειρόγραφη παρτιτούρα του κοντσέρτου στις 2 Αυγούστου 1959. Τέσσερις μόνο μέρες μετά, ο τσελίστας ήταν σε θέση να παίξει στον συνθέτη το σολιστικό μέρος και μάλιστα από μνήμης, κάτι που έγινε – σύμφωνα με μαρτυρία του τσελίστα – μέσα σε μία κατάσταση διάχυτης ευθυμίας ενισχυμένης από την κατανάλωση σεβαστών ποσοτήτων βότκας. Η πρεμιέρα του Κοντσέρτου δόθηκε με επιτυχία στις 4 Οκτωβρίου 1959 στην Αγ. Πετρούπολη (τότε Λένινγκραντ) με τον Ροστροπόβιτς στο ρόλο του σολίστα και τη Φιλαρμονική της πόλης υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Γιεβγκένι Μραβίνσκι.

Όσον αφορά στην ενορχήστρωση του κοντσέρτου ο συνθέτης πρωτοτυπεί περιλαμβάνοντας μόνο ένα χάλκινο πνευστό, και συγκεκριμένα ένα κόρνο, στο οποίο αναθέτει προβεβλημένο ρόλο. Σε κάποια σημεία, ιδίως στα εξωτερικά μέρη, το κόρνο έχει ρόλο οιονεί ανταγωνιστικό προς το βιολοντσέλο, ενώ άλλοτε προλειαίνει ή επιβεβαιώνει τις εισόδους του λειτουργώντας συμπληρωματικά. Γενικά, η ελαφριά ενορχήστρωση αφήνει μεγάλα περιθώρια αβίαστης εκτύλιξης της σολιστικής γραμμής, σίγουρα περισσότερα από ότι σε άλλα μεγάλα κοντσέρτα του ρεπερτορίου του βιολοντσέλου.

Το πρώτο μέρος οικοδομείται πάνω σε ένα μοτίβο τεσσάρων νοτών, που θυμίζουν κάπως το χαρακτηριστικό μοτίβο ρε- μι ύφεση- ντο- σι, που προκύπτει από τη μουσική αποτύπωση των αρχικών DSCH της γερμανικής γραφής του ονόματος του συνθέτη και βρίσκεται διάσπαρτο στα έργα του ως μία άτυπη μουσική «υπογραφή». Σε όλο το μέρος κυριαρχεί ένα σκοτεινό, γκροτέσκο και καυστικό χιούμορ με τη μορφή παιγνιώδους εμβατηρίου.

Το δεύτερο μέρος ανοίγει με μία σύντομη ορχηστρική εισαγωγή, μετά την οποία το βιολοντσέλο παρουσιάζει ένα αισθαντικό, ραψωδικού χαρακτήρα θέμα υπό τη συνοδεία με διαρκή σχολιαστική κίνηση από τις βιόλες. Χαρακτηριστικός είναι και ένας ανάλογου χαρακτήρα διάλογος μεταξύ τσέλου (με αρμονικούς), τσελέστας και πρώτων βιολιών, που κλείνει αιθέρια το μέρος. Χωρίς διακοπή ακούγεται μία εκτενέστατη καντέντσα του βιολοντσέλου. Ο Σοστακόβιτς επαναφέρει και αναπτύσσει περαιτέρω στο δραματικό αυτό μονόλογο το μοτίβο του πρώτου μέρους και το βασικό θέμα του δεύτερου προετοιμάζοντας παράλληλα την έλευση του φινάλε, που έρχεται ως φυσική κατάληξη της καντέντσας. Ένα χορευτικό ροντό, άγριο, άκρως δεξιοτεχνικό για το τσέλο και έντονα ρυθμικό, επαναφέρει την ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους προσδίδοντας επιπλέον μία αίσθηση απεγνωσμένης κραυγής και ενίοτε σκληρότητας, με αποκορύφωμα στη μανιώδη coda, η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο το αρχικό μοτίβο του έργου.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΟΥΜΑΝ (1810 – 1856)
Συμφωνία αρ.4 σε ρε ελάσσονα, έργο 120

Ziemlich langsam – Lebhaft
Romanze: Ziemlich langsam
Scherzo: Lebhaft
Langsam – Lebhaft

Τα πρώτα δέκα περίπου χρόνια της συνθετικής δημιουργίας του Ρόμπερτ Σούμαν αφιερώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στη σύνθεση έργων για πιάνο, που φανερώνουν περίτρανα το μεγαλειώδες ταλέντο του συνθέτη τους, τη νεανική του αισθητική επαναστατικότητα και βέβαια τον παράφορο έρωτά του για την Κλάρα Βηκ. Το 1840 έμελλε να είναι για τον Σούμαν μία δημιουργική χρονιά αφιερωμένη κυρίως στη σύνθεση τραγουδιών, που ξεπέρασαν τα 160. Και αυτά ήταν έκφραση και απόρροια του έρωτά του για την Κλάρα, ο οποίος σφραγίστηκε και επίσημα με το γάμο τους στις 12 Σεπτεμβρίου 1840. Το 1841 αποτέλεσε μία «συμφωνική» χρονιά για τον συνθέτη, υπό την έννοια ότι επικεντρώθηκε -για πρώτη φορά τόσο επιμελώς- στη σύνθεση συμφωνικών έργων· η Φαντασία για πιάνο και ορχήστρα (που έμελλε να αποτελέσει το πρώτο μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο), το έργο «Εισαγωγή, σκέρτσο και φινάλε» καθώς και δύο συμφωνίες (γνωστές σήμερα ως Πρώτη και Τέταρτη) γεννήθηκαν εκείνη τη χρονιά.

Η πρεμιέρα της Πρώτης Συμφωνίας στις 31 Μαρτίου 1841 ήταν άκρως επιτυχημένη· λίγο μετά ο συνθέτης εμπνεύστηκε μία νέα συμφωνία, που σχεδιάστηκε ως τις αρχές Ιουνίου, ενώ η ενορχήστρωσή της ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο. Ο συνθέτης την αποκαλούσε «Συμφωνία της Κλάρας», χαρακτηρισμός που σπάνια συνοδεύει το έργο σήμερα. Η πρεμιέρα της συμφωνίας αυτής στη Λειψία τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς υπό τη διεύθυνση του Φέρντιναντ Ντάβιντ ήταν μία παταγώδης αποτυχία, γεγονός που έκανε τον Σούμαν να αποσύρει το έργο.

Δέκα χρόνια αργότερα, ενώ ζούσε πλέον στο Ντίσελντορφ ως μουσικός διευθυντής της πόλης, ο Σούμαν καταπιάστηκε με το να ολοκληρώσει το τρίτο μέρος της ημιτελούς Δεύτερης Συμφωνίας του Γερμανού συνθέτη Νόρμπερτ Μπουργκμύλερ, που είχε φύγει πολύ πρόωρα από τη ζωή (1836) σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών. Τότε φαίνεται ότι γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία επιστροφής στη δική του «Συμφωνία της Κλάρα». Αναθεώρησε σε μεγάλο βαθμό την ενορχήστρωσή της επιστρατεύοντας περισσότερα όργανα στη στήριξη των μελωδικών γραμμών αλλά και τροποποίησε τμήματα του έργου σε μία απόπειρα να ενισχύσει τη θεματική σχέση των μερών μεταξύ τους. Με τη νέα αυτή μορφή η Συμφωνία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1853 στο Ντίσελντορφ υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, ενώ εκδόθηκε ως Τέταρτη, μιας και στο μεταξύ ο Σούμαν είχε ήδη παρουσιάσει και εκδώσει τρεις συμφωνίες. Η Τέταρτη Συμφωνία παίζεται κατά κανόνα στην αναθεωρημένη της εκδοχή, η οποία έχαιρε εξαρχής και της «έγκρισης» της Κλάρας Σούμαν. Παρόλα αυτά, υπάρχουν μέχρι σήμερα θερμοί υποστηρικτές της αξίας της αρχικής ενορχήστρωσης – ανάμεσά τους ξεχωρίζει η μορφή του Γιοχάνες Μπραμς.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της Τέταρτης Συμφωνίας είναι η σύλληψή της ως μίας μονομερούς στην ουσία συμφωνίας. Μπορεί βέβαια να διακρίνονται ξεκάθαρα τέσσερα μέρη, αυτά όμως ακούγονται χωρίς διακοπή και είναι σαφές ότι στη σκέψη του συνθέτη νοούνται ως επιμέρους σταθμοί ενός απολύτως ενιαίου ταξιδιού. Ακριβώς γι’ αυτό και μοιράζονται κοινό θεματικό υλικό, που μεταμορφώνεται εύπλαστα ανάλογα με τις επιταγές κάθε μουσικής στιγμής. Στο πνεύμα αυτό, η πρώτη έκδοση της Συμφωνίας την περιγράφει ως «Εισαγωγή, Allegro, Ρομάντσα, Σκέρτσο και Φινάλε σε ένα μέρος».

Με το άνοιγμα της αρχικής αργής εισαγωγής, φαγκότα, δεύτερα βιολιά και βιόλες παρουσιάζουν ένα μελωδικό μοτίβο που αποτελεί τον θεματικό πυρήνα όλου του έργου. Από αυτό το μοτίβο γεννιέται το κύριο θέμα του ακόλουθου γρήγορου τμήματος, ενώ η μεσαία ενότητα της αισθαντικής ρομάντσας βασίζεται ξεκάθαρα στο ίδιο μοτίβο. Αντεστραμμένο και με εντελώς διαφορετικό πια χαρακτήρα το μοτίβο μεταμορφώνεται στο κύριο θέμα του ακόλουθου σκέρτσου. Η αργή, μεγαλοπρεπής εισαγωγή του φινάλε επαναφέρει στο προσκήνιο ψήγματα του πρώτου μέρους στα πρώτα βιολιά, ως παρεμβολές στο στιβαρό θέμα των χάλκινων πνευστών. Το φινάλε λειτουργεί ως αντίποδας του πρώτου μέρους, μετακινούμενο ξεκάθαρα από τη δραματική και αγωνιώδη ατμόσφαιρα της αρχής προς μία διάθεση πηγαίας αισιοδοξίας και ευθυμίας.