Η λόγια ευρωπαϊκή μουσική δεν γνωρίζει συνοριακούς περιορισμούς, ούτε στερεότυπα περί Ανατολίτικων και Δυτικών ρυθμών. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, παρουσιάζει ένα πρόγραμμα, που αποδεικνύει ότι στις γοητευτικές μελωδίες δεν υπάρχουν στεγανά, ούτε αποκλειστικότητες. Ξεκινώντας, από το παραστατικό, δυναμικό και γεμάτο αντιθέσεις, Κοντσέρτο για βιολί του Αράμ Χατσατουριάν, στη μεταγραφή για φλάουτο του κορυφαίου φλαουτίστα Ζαν- Πιερ Ραμπάλ. Σύνθεση, στην οποία συνδιαλέγονται η αρμενική παραδοσιακή και η ρωσική συμφωνική μουσική. Σολίστας ο ανερχόμενος φλαουτίστας, Στάθης Καραπάνος. Το ταξίδι στη μυσταγωγική Ανατολή κορυφώνεται με τη  Σεχραζάντ του Νικολάι Ρίμσκυ- Κόρσακοφ. Υπόδειγμα ευφάνταστης ενορχήστρωσης και  μελωδικότητας, εμπνευσμένο από τη συλλογή παραμυθιών «Χίλιες και Μια Νύχτες». Στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών επιστρέφει ο πολυβραβευμένος Ματίας Φορέμνυ.

Το σχόλιο του μαέστρου:

«Το πρόγραμμα που θα ερμηνεύσουμε είναι γεμάτο ένταση και ρωσο-αρμένικο χρώμα. Κυριαρχούν οι έντονες δυναμικές αντιθέσεις, οι όμορφες μελωδίες και οι συναρπαστικοί ρυθμοί. Η πρόκληση θα είναι να αποδώσουμε αυτή την υπέροχη μουσική με λαμπρότητα, καθαρότητα και εξαιρετική τεχνική».

Το Πρόγραμμα Με Μια Ματιά:

Αράμ Χατσατουριάν (1903-1978)
Κοντσέρτο για φλάουτο και ορχήστρα (μεταγραφή του Κοντσέρτου για βιολί από τον Ζαν-Πιερ Ραμπάλ)
Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ (1844–1908)
Σεχραζάντ, έργο 35
Σολιστ: Στάθης Καραπάνος, φλάουτο
Μουσική Διεύθυνση: Ματίας Φορέμνυ

19:45: Εισαγωγική ομιλία για τους κατόχους εισιτηρίων.

Για Την Ιστορία:

Αράμ Χατσατουριάν (1903 – 1978)

Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα

  1. Allegro con fermezza
  2. Andante sostenuto
  3. Allegro vivace

Παραδόξως τα περισσότερα από τα έργα, που έκαναν τον Αρμένιο συνθέτη Αράμ Χατσατουριάν διάσημο, γράφτηκαν πριν αυτός να συμπληρώσει την τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Σε αυτή την πρώιμη, μα τόσο δημιουργική περίοδο ανήκουν το μπαλέτο «Γκαγιανέ» (1939-1941), η σκηνική μουσική για το δράμα «Μασκαράτα» (1941) του Μιχαήλ Λέρμοντωφ, το Τρίο για βιολί, κλαρινέτο και πιάνο (1932), το Κοντσέρτο για πιάνο (1936) και βεβαίως το Κοντσέρτο για βιολί. Το τελευταίο γράφτηκε το καλοκαίρι του 1940 για το μεγάλο βιολονίστα Ντάβιντ Όιστραχ (1908-1974). Ο Χατσατουριάν σχολίασε χαρακτηριστικά για τη δουλειά του στο έργο: «Εργαζόμουν χωρίς καμία προσπάθεια. Κάποιες φορές οι ιδέες και η φαντασία μου ξεπερνούσαν το χέρι μου, που γέμιζε τα πεντάγραμμα με νότες. Τα θέματα έρχονταν στο μυαλό μου με τέτοια αφθονία, που δυσκολευόμουν να τα βάλω σε κάποια σειρά». Κατόπιν ο Όιστραχ επιμελήθηκε του σολιστικού μέρους και έγραψε μία δική του καντέντσα για το πρώτο μέρος, αρκετά διαφορετική από την αρχική του Χατσατουριάν. Η πρεμιέρα του Κοντσέρτου δόθηκε από τον Όιστραχ στις 16 Νοεμβρίου 1940 στη Μόσχα. Η επιτυχία του έργου ήταν μεγάλη και επισφραγίστηκε αμέσως μετά (1941) με την απονομή του σημαντικού βραβείου Στάλιν στον Χατσατουριάν  για το κοντσέρτο του.

«Όλη μου η ζωή, όλα όσα δημιούργησα ανήκουν στον αρμενικό λαό», δήλωσε κάποτε ο Χατσατουριάν. Και το Κοντσέρτο για βιολί αποτελεί ομολογουμένως περίτρανη απόδειξη της ειλικρίνειας αυτής της δήλωσης. Ο διακεκριμένος συνάδελφος του Χατσατουριάν, Ντμίτρι Καμπαλέφσκυ (1904-1987) αποτύπωσε με ενάργεια το ύφος του Αρμένιου συνθέτη, το οποίο και πρυτανεύει στο Κοντσέρτο: «Τα ιδιαίτερα ελκυστικά στοιχεία της μουσικής του Χατσατουριάν πηγάζουν από την εθνική παραδοσιακή μουσική. Η συναρπαστική ρυθμική ποικιλομορφία των λαϊκών χορών της Υπερκαυκασίας και οι εμπνευσμένοι αυτοσχεδιασμοί των ashug (ντόπιων παραδοσιακών τροβαδούρων) – αυτές είναι οι πηγές, από τις οποίες ξεπήδησαν τα δημιουργικά εγχειρήματα του συνθέτη. Από την άρρηκτη σύνδεση αυτών των δύο αρχών αναπτύχθηκε το συμφωνικό ιδίωμα του Χατσατουριάν, παραστατικό και δυναμικό, με έντονες αντιθέσεις, άλλοτε σαγηνευτικό με γλυκό λυρισμό και άλλοτε συγκινητικό, γεμάτο ένταση και δραματικότητα». Παράλληλα βέβαια ο Χατσατουριάν πέτυχε να αφομοιώσει δημιουργικά στο έργο του και τη μεγάλη ρωσική συμφωνική παράδοση, γεγονός βαρύνουσας σημασίας άλλωστε για τις σοβιετικές αρχές.

Γύρω στα 1960, ο μεγάλος Γάλλος φλαουτίστας Ζαν-Πιερ Ραμπάλ (1922-2000), είχε ζητήσει από τον Χατσατουριάν να συνθέσει για εκείνον ένα κοντσέρτο για φλάουτο αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, ο συνθέτης προέτρεψε τον φλαουτίστα να προβεί ο ίδιος σε μεταγραφή του ήδη υπάρχοντος Κοντσέρτου για βιολί. Μία τέτοια μεταγραφή δεν ήταν διόλου παράδοξη, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο συχνά το βιολί και το φλάουτο «άλλαζαν ρόλους» στο πλαίσιο μικρών ή και μεγαλύτερων μουσικών σχηματισμών, ήδη από την εποχή του μπαρόκ. Αλλά και στον 20ό αιώνα, κάτι τέτοιο δεν ήταν απίθανο – π.χ. η Σονάτα για φλάουτο του Προκόφιεφ μεταγράφτηκε από τον ίδιο για βιολί. Η μεταγραφή του Κοντσέρτου του Χατσατουριάν ολοκληρώθηκε το 1967 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς με σολίστα τον Ραμπάλ και την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Τολέδο (Οχάιο, Η.Π.Α.) υπό τη διεύθυνση του Ζερζ Φουρνιέ. Ο Ραμπάλ δεν άλλαξε τίποτα στο ορχηστρικό μέρος του Κοντσέρτου αλλά αυτονόητα έγραψε μία νέα καντέντσα στο πρώτο μέρος.

Το πρώτο μέρος είναι γραμμένο σε φόρμα σονάτας. Μετά από μία σύντομη εισαγωγή από την ορχήστρα, ο σολίστ αρχίζει να εκθέτει ένα ζωηρό μοτίβο με ισχυρούς τονισμούς, το οποίο σύντομα οδηγεί στο χορευτικό κύριο θέμα. Το δεύτερο θέμα αντίθετα είναι λυρικό και έντονα συναισθηματικό. Η επόμενη δομική ενότητα της επεξεργασίας του θεματικού υλικού εκτυλίσσεται με αυξανόμενη δραματικότητα και καταλήγει σε ένα διάλογο φλάουτου και κλαρινέτου, ο οποίος λειτουργεί εισαγωγικά για την εκτενέστατη και δεξιοτεχνική καντέντσα. (Η τοποθέτηση της καντέντσας σε αυτό το σημείο του μέρους παραπέμπει το δίχως άλλο στο κοντσέρτο για βιολί του Μέντελσον.)

Η ατμόσφαιρα στο δεύτερο μέρος είναι ριζικά διαφορετική, πολύ πιο εσωστρεφής, μελαγχολική και στοχαστική, ενώ ο συνθέτης επιτυγχάνει να αξιοποιήσει στο έπακρο τις ποικίλες εκφραστικές δυνατότητες του φλάουτου αλλά και των ξύλινων πνευστών. Εντός του πλαισίου της τριμερούς δομής του αργού μέρους, το ενδιάμεσο τμήμα έχει έναν ραψωδικό χαρακτήρα και φέρει απρόσμενα στο προσκήνιο μία «τεταμένη» ατμόσφαιρα, διαρκώς αυξανόμενου πάθους.

Η ορχηστρική εισαγωγή στο τρίτο μέρος είναι εκτενέστερη από την αντίστοιχη του πρώτου μέρους και δημιουργεί τις αισθητικές προϋποθέσεις, ώστε το σόλο φλάουτο να εκθέσει ένα χορευτικό και ελαφρώς αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα κύριο θέμα, που έλκει δομικά την καταγωγή του από το δεύτερο θέμα του πρώτου μέρους και που αποτελεί τη βάση για την εξύφανση ενός ροντό, γεμάτου με μία πηγαία διάθεση γλεντιού, με ορχηστρική λάμψη και ανάγλυφη δεξιοτεχνία. Το φινάλε στο σύνολό του ακολουθεί τα υφολογικά πρότυπα των αντίστοιχων μερών των σπουδαίων κοντσέρτων για βιολί του Μπετόβεν και του Τσαϊκόφσκι. Η κατάληξή του πραγματοποιείται με μία εκτεταμένη coda, που επαναφέρει θεματικά στοιχεία των εναρκτήριων τμημάτων τόσο του πρώτου όσο και του τρίτου μέρους.

Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ (1844 – 1908)

Σεχραζάντ, συμφωνική σουίτα, έργο 35

  1. Η θάλασσα και το καράβι του Σεβάχ του Θαλασσινού (Largo e maestoso, Lento – Allegro non troppo)
  2. Η αφήγηση του πρίγκιπα Καλαντάρη (Lento – Andantino)
  3. Ο νεαρός πρίγκιπας και η πριγκίπισσα (Andantino quasi allegretto)
  4. Η γιορτή στη Βαγδάτη – Η θάλασσα – Το ναυάγιο του καραβιού στα βράχια (Allegro molto – Lento – Vivo)

«Ο σουλτάνος Σαχριάρ, πεπεισμένος για την υποκρισία και την απιστία των γυναικών, ορκίστηκε να θανατώνει καθεμία από τις συζύγους του μετά την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Αλλά η σουλτάνα Σεχραζάντ κατόρθωσε να σωθεί κερδίζοντας το ενδιαφέρον του σουλτάνου με τις ιστορίες της που κράτησαν χίλιες και μία νύχτες. Κυριευμένος από περιέργεια, ο σουλτάνος ανέβαλλε από μέρα σε μέρα την εκτέλεση της γυναίκας του, μέχρις ότου να εγκαταλείψει οριστικά το αιματηρό του σχέδιο.» Με τη γνωστή αυτή ιστορία ο Ρίμσκυ-Κόρσακοφ προλόγισε το συμφωνικό του έργο «Σεχραζάντ», που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1888 και εκτελέστηκε για πρώτη φορά στην Αγ. Πετρούπολη στις 3 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.

Πρόκειται για μία συμφωνική σουίτα εμπνευσμένη από την περίφημη αραβική συλλογή παραμυθιών «Χίλιες και μία νύχτες». Τα τέσσερα μέρη της παρουσιάζουν καλειδοσκοπικά εικόνες από τα παραμύθια της Ανατολής και έχουν στενή, οργανική σχέση μεταξύ τους. Αυτή επιτυγχάνεται κυρίως με διαρκείς επανεμφανίσεις και μεταμορφώσεις των δύο κύριων θεμάτων, που παρουσιάζονται άμεσα με την έναρξη του έργου. Συγκεκριμένα το πρώτο, πομπώδες και απειλητικό θέμα στα χάλκινα πνευστά αποτυπώνει τη μορφή του ανελέητου σουλτάνου, ενώ το δεύτερο, ένα λυρικό σόλο του βιολιού υπό τη συνοδεία της άρπας, είναι η ηχητική απεικόνιση της ευφυούς και σαγηνευτικής Σεχραζάντ.

Σχετικά με τους επιμέρους τίτλους των μερών, ο συνθέτης διευκρίνισε εμφατικά πως με αυτούς θέλησε απλά να κατευθύνει διακριτικά τη φαντασία των ακροατών προς την ίδια κατεύθυνση με τη δική του, αφήνοντας συγκεκριμένες εικόνες και λεπτομερείς ιδέες στη βούληση και διάθεση του καθενός. Πολύ συνοπτικά, το πρώτο μέρος εμπνέεται από τις περιπέτειες του Σεβάχ στη θάλασσα, ενώ το δεύτερο από τον πρίγκιπα Καλαντάρη, έναν φτωχό περιπλανώμενο φακίρη, που αποδεικνύεται να έχει ευγενή καταγωγή (αντιπροσωπεύεται από ένα θέμα στο φαγκότο). Η διάσημη, αισθαντική μελωδία των εγχόρδων, που ανοίγει το τρίτο μέρος, εκφράζει ειδυλλιακά τον έρωτα ενός πρίγκιπα και μίας πριγκίπισσας. Μετά από μία σύντομη ηχητική παρουσίαση του σουλτάνου και της γυναίκας του, στην αρχή του φινάλε, γρήγορα περάσματα γεμάτα νεύρο μας μεταφέρουν σε μία πολύβουη γιορτή στη Βαγδάτη· η ένταση κορυφώνεται αναπαριστώντας τη συντριβή ενός καραβιού στα βράχια και το έργο κλείνει ήρεμα, με το θέμα του Σαχριάρ να «υποτάσσεται» σε αυτό της γυναίκας του. Η Σεχραζάντ είναι στο σύνολό της υπόδειγμα ευφάνταστης ενορχήστρωσης, που υπογραμμίζει και επιτείνει τις δεδομένες αφηγηματικές αρετές της μουσικής του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ.