Κυριευμένος από το πάθος του για την όμορφη Εμίλια Γκαλότι, ο Έττορε Γκοντσάγκα, πρίγκιπας της Γκουαστάλα, ζητά από τον έμπιστό αυλικό του Μαρινέλλι να εμποδίσει με κάθε τρόπο τον γάμο της με τον κόμη Αππιάνι και να την φέρει κοντά του. Το σχέδιο του Μαρινέλλι, στέφεται με επιτυχία∙ η Εμίλια μεταφέρεται εσπευσμένα στο παλάτι του Πρίγκιπα όταν η άμαξα της δέχεται δήθεν επίθεση από ληστές και ο κόμης Αππιάνι σκοτώνεται. Παρά τις προσπάθειες των γονιών της να την πάρουν μαζί τους, η επιμονή του Πρίγκιπα να την κρατήσει κοντά του, οδηγεί την Εμίλια σε μία τραγική απόφαση…

Η Εμίλια Γκαλότι, η μεγάλη αστική γερμανική τραγωδία του Λέσινγκ, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1772. Κάτω από το δράμα της ηρωίδας, όπου τα νήματα φαίνεται να κινεί ο έρωτας και το πάθος, το έργο κρύβει ένα βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα για τα όρια και την κατάχρηση της εξουσίας, αλλά και μια μεταφυσική διάσταση που αναφέρεται στην καταστροφική δύναμη του κακού. Ο Γιάννης Χουβαρδάς, τέσσερα χρόνια μετά την Σάρα, που είχε σκηνοθετήσει στο θέατρο Αμόρε, σκηνοθετεί και πάλι ένα έργο του σημαντικού Γερμανού δραματουργού με ένα δυναμικό σύνολο ηθοποιών που δεν χρειάζεται συστάσεις.

Η παράσταση επικεντρώνεται στους σκοτεινούς και αδιόρατους μηχανισμούς που κινούν τα νήματα και εξουσιάζουν τον κόσμο. Η Εμίλια δελεάζεται, στη συνέχεια παγιδεύεται και τελικά εγκλωβίζεται σε ένα κλειστό σύστημα που στοχεύει στην εκμηδένισή της. Η παρουσία της θα πυροδοτήσει μια σειρά από εξελίξεις και ανατροπές, συμπαρασύροντας στην πτώση της και άλλους ήρωες του έργου. Το όπλο εκπυρσοκροτεί και το Κακό μοιάζει να θριαμβεύει όμως η Εμίλια θα δώσει αναπάντεχη λύση αφήνοντας εμβρόντητους τους πάντες.