Η εικαστική εργασία του Απόστολου Ντελάκου επικεντρώνεται, από τις σπουδές του, ήδη στο πεδίο έντασης που δημιουργείται μεταξύ των εννοιών «εφαρμοσμένες» και «καλές» τέχνες.

Η εικαστική παρουσίασή του στην a.antonopoulou.art παρατηρεί και σχολιάζει μέσα από μία γλυπτική εγκατάσταση τον αμφίσημο τρόπο με τον οποίο διαχύθηκε το οπτικό λεξιλόγιο της εικαστικών πρωτοποριών των αρχών του 20ου αιώνα (κυρίως του κονστρουκτιβισμού) στην καθημερινή ζωή του μεσοπολέμου μέσω των αντικειμένων που παρήγαγε το κίνημα Αρ ντέκο.

Η μετάβαση από τον χώρο των «υψηλών ιδεών» στο χώρο της «πραγματικής ζωής» που τόσο έντονα οραματιζόταν οι συγκεκριμένες πρωτοπορίες, σήμανε εκτός από τον εκδημοκρατισμό των ιδεών τους και την μετατροπή αυτών των ιδεών σε αισθητικοποιημένα καταναλώσιμα προϊόντα.

Στην εγκατάσταση εκθέτει ένα διπλό artist’s book μαζί με ένα σύνολο κεραμικών γλυπτών που ιχνογραφούν τις αντιφάσεις της ιστορίας της μοντερνιστικής γεωμετρικής φόρμας.

Στο πρώτο μέρος του artist’s book συλλέγει, ταξινομεί, και παραθέτει ένα τεράστιο όγκο εικόνων Αρ Ντέκο γλυπτών που συνέλεξε μετά από μία εκτεταμένη διαδικτυακή έρευνα. Στο δεύτερο μέρος, κατασκευάζει με τις τεχνικές της πειραματικής γραφής μια αφήγηση που συνδυάζει την ιστορική πραγματικότητα με τον επινοημένο λόγο της μυθοπλασίας.

Όσον αφορά το γλυπτικό μέρος της έκθεσης, ο εικαστικός οικειοποιείται το ρόλο του animalier, του γλύπτη που ιστορικά ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την απεικόνιση ζώων, εκθέτοντας μια σειρά φαινομενικά διακοσμητικών πορσελάνινων γλυπτών κατασκευασμένα με το ανάλαφρο και επιπόλαιο λεξιλόγιο της Αρ Ντέκο.

Τα διαφορετικά σε μέγεθος γλυπτά εντυπώνονται, διαπερνώνται ή τεμαχίζονται από κονστρουκτουβιστικούς χειρισμούς. Με αυτό τον μορφολογικά, σχεδόν κυριολεκτικό τρόπο ο Ντελάκος δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η γεωμετρική γλώσσα της πρωτοπορίας των αρχών του 20ου αιώνα πέρασε στο σχεδιασμό των αντικείμενων της καθημερινότητας.

Το πέρασμα όμως αυτό δεν έγινε ακριβώς όπως το φανταστήκανε οι ιδεαλιστικές και θεωρητικά απρόσιτες πρωτοπορίες της τέχνης των αρχών του 20ου αιώνα. Οι πρωτοπορίες οραματιστήκανε την ανύψωση του καθημερινού αντικειμένου στο επίπεδο της τέχνης συνοδευόμενη από την ταυτόχρονη ηθική ανύψωση του ατόμου. Η Αρ Ντέκο κάνει ανενδοίαστα το ακριβώς αντίθετο. Χρησιμοποιεί τη πρωτοποριακή γεωμετρική γλωσσά για να μιλήσει για το διακοσμητικό και το επιπόλαιο. Το πετυχαίνει όμως κάνοντας προσιτή στο γενικό κοινό τη γλώσσα της μη παραστατικής τέχνης και αντιπροτείνοντας την οικονομικά συμφέρουσα μαζική παραγωγή ως τρόπο πρόσβασης στην υψηλή τέχνη.

Η δισημία της συγκεκριμένης ιστορικής εξέλιξης χαρακτηρίζει με τον τρόπο της όλο το εικαστικό εγχείρημα.