Φλογερή, σαγηνευτική, σπαρακτική. Η μοιραία Φλόρια Τόσκα, βγαλμένη από το ομώνυμο έργο του Βικτοριέν Σαρντού, ντυμένη με την υποβλητική μουσική του Τζιάκομο Πουτσίνι – σε λιμπρέτο των πιστών συνεργατών του Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα – στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σόκαρε με τον σκληρό ρεαλισμό της.

Σήμερα όμως, θεωρείται μνημειώδης, μια από τις πιο αγαπημένες όπερες του ιταλικού βερισμού. Το σοκ που προκάλεσε η πρεμιέρα του 1903 δικαιολογεί το φαίνεσθαι της εποχής, αφού πρόκειται για ιστορία που μιλά για την κατάχρηση της εξουσίας, την αδικία, τον απελπισμένο έρωτα ενώ σκιαγραφεί φόνους, απόπειρα βιασμού, ακόμα και αυτοδικία.

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, παρουσιάζει την Τόσκα σε μορφή κοντσερτάντε. Στον ομώνυμο ρόλο, η ραγδαία ανερχόμενη σοπράνο Βαλεντίνα Μπόι, ενώ οι Δημήτρης Πακσόγλου (τενόρος) και Δημήτρης Τηλιακός (βαρύτονος) θα ερμηνεύσουν αντίστοιχα, τον πατριώτη Μάριο Καβαραντόσσι και τον σκοτεινό σαδιστή Βαρόνο Σκάρπια σε μια διανομή που ολοκληρώνουν εκλεκτοί λυρικοί τραγουδιστές. Στο πόντιουμ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Στέφανος Τσιαλής, διευθύνει τις δημοφιλείς άριες του οπερατικού ρεπερτορίου.

Σύνοψη

‘Α Πράξη

Βρισκόμαστε στη Ρώμη, τον Ιούνιο του 1800, λίγους μήνες μετά την αποκατάσταση των Παπικών Κρατών. Ο Τσέζαρε Αντζελόττι, πρώην ύπατος της (βραχύβιας) Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (1798-1799) μπαίνει στον ναό του Σάντ’ Αντρέα ντέλλα Βάλλε (Άγιος Ανδρέας του Κάμπου), έχοντας αποδράσει από τη φυλακή του Καστέλ Σάντ’ Άντζελο. Αναζητά και βρίσκει το κλειδί για το ιδιωτικό παρεκκλήσι των Ατταβάντι, το οποίο η αδερφή του, μαρκησία Ατταβάντι, έχει κρύψει, και κρύβεται στο παρεκκλήσι.

Ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι έρχεται για να συνεχίσει την εργασία του σε ένα πορτρέτο της Μαρίας Μαγδαληνής. Ο Αντζελόττι μιλά με τον Καβαραντόσσι, που είναι παλιός του φίλος και ομοϊδεάτης. Ωστόσο, η συνομιλία τους διακόπτεται από την έλευση της λυρικής τραγουδίστριας Φλόρια Τόσκα, ερωμένης του Καβαραντόσσι. Ο Αντζελόττι κρύβεται πάλι, ενώ η Τόσκα που έχει ακούσει ομιλίες φοβάται μήπως ο εραστής της μιλούσε με κάποια άλλη γυναίκα. Η ζήλεια της ενισχύεται από την παρατήρηση των ομοιοτήτων ανάμεσα στο πορτρέτο της Μαγδαληνής και τη μαρκησία Ατταβάντι. Ο Καβαραντόσσι καθησυχάζει τους φόβους της κι εκείνη αποχωρεί. Καβαραντόσσι και Αντζελόττι συνεχίζουν τη συνομιλία τους αλλά τους διακόπτει ένας κανονιοβολισμός, που σημαίνει ότι η απόδραση έχει γίνει αντιληπτή, κι έτσι οι δύο άνδρες αποχωρούν βιαστικά.

Ο βαρόνος Σκάρπια, αρχηγός της αστυνομίας, εισέρχεται στο παρεκκλήσι με τον ακόλουθό του, Σπολέττα. Υποπτεύεται ότι ο Αντζελόττι έχει καταφύγει στον ναό και συνομιλώντας με τον νεωκόρο ισχυροποιούνται οι υποψίες του. Ερευνώντας τον χώρο ανακαλύπτει μία βεντάλια με το οικόσημο των Ατταβάντι, την οποία και δείχνει στην Τόσκα που φτάνει εκείνη τη στιγμή. Εκείνη αναχωρεί για το σπίτι του Καβαραντόσσι φοβούμενη ότι θα τον βρει με τη μαρκησία και ο Σκάρπια διατάζει τον Σπολέττα να την ακολουθήσει. Επιθυμία του είναι να συλλάβει τους Καβαραντόσσι και Αντζελόττι και να κάνει την Τόσκα δική του. Ο ναός γεμίζει με πιστούς που γιορτάζουν την υποτιθέμενη ήττα του Ναπολέοντα από τους Αυστριακούς στη μάχη του Μαρένγκο.

‘Β Πράξη

Στο Μέγαρο Φαρνέζε, ο Σκάρπια δειπνεί. Ο Σπολέττα έρχεται για να του ανακοινώσει πως δεν εντόπισε τον Αντζελόττι αλλά συνέλαβε τον Καβαραντόσσι για ύποπτη συμπεριφορά. Ο Σκάρπια ανακρίνει τον κρατούμενο, ενώ η Τόσκα (που έχει καλέσει ο Σκάρπια) ακούει από ένα διπλανό δωμάτιο τις φωνές του εραστή της από τα βασανιστήρια που υφίσταται. Εκείνος αρνείται να αποκαλύψει οτιδήποτε αλλά εκείνη για να σώσει τον αγαπημένο της από τα μαρτύρια αποκαλύπτει στον Σκάρπια ότι ο Αντζελόττι είναι κρυμμένος σε ένα πηγάδι στο σπίτι του Καβαραντόσσι. Εκείνη τη στιγμή καταφθάνουν τα νέα της οριστικής νίκης του Ναπολέοντα επί των αυστριακών δυνάμεων και ο Καβαραντόσσι προς στιγμήν πανηγυρίζει.

Η Τόσκα μένει μόνη με τον Σκάρπια, ο οποίος, προκειμένου να χαρίσει τη ζωή στον αγαπημένο της, της ζητά να του δοθεί. Εκείνη αρνείται αρχικά αλλά αναγκάζεται να ενδώσει, ακούγοντας μάλιστα ότι ο Αντζελόττι αυτοκτόνησε όταν τον εντόπισαν. Ο Σκάρπια υπόσχεται στην Τόσκα να προβεί σε εικονική εκτέλεση του Καβαραντόσσι και υπογράφει ένα έγγραφο που θα επιτρέψει στους ερωτευμένους να εγκαταλείψουν τη Ρώμη ασφαλείς. Καθώς ο Σκάρπια επιχειρεί να την αγκαλιάσει, η Τόσκα τον μαχαιρώνει και αρπάζει το χαρτί που εγγυάται την ελευθερία της και του Καβαραντόσσι.

‘Γ Πράξη

Ξημερώνει η επόμενη μέρα, από μακριά ακούγεται η φωνή ενός νεαρού βοσκού και ο Καβαραντόσσι περιμένει να εκτελεστεί στο Καστέλ Σάντ’ Άντζελο σκεπτόμενος την αγαπημένη του. Εκείνη καταφτάνει για να του πει ότι σκότωσε τον Σκάρπια και ότι η εκτέλεση δεν θα είναι πραγματική. Οι στρατιώτες έρχονται και πυροβολούν τον Καβαραντόσσι.

Όταν φεύγουν και η Τόσκα τον πλησιάζει, συνειδητοποιεί ότι ο Σκάρπια την παραπλάνησε και πως ο Καβαραντόσσι είναι στ’ αλήθεια νεκρός. Εκείνη τη στιγμή ακούγονται φωνές: η δολοφονία του Σκάρπια έχει αποκαλυφθεί και ο Σπολέττα με τη συνοδεία του έρχεται να την συλλάβει. Εκείνη όμως προτιμά να πέσει από τις επάλξεις του Καστέλ Σάντ’ Άντζελο παρά να παραδοθεί.