Η εποχή της Μελισσάνθης, επιστρέφει για δύο παραστάσεις στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, στο πλαίσιο του Κύκλου Μάνος Χατζιδάκις, που συνεχίζεται για τρίτη συνεχόμενη καλλιτεχνική περίοδο στην Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού.

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την Εποχή της Μελισσάνθης (έργο 37) στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δύο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό μουσικό όργανο το μπουζούκι.

Η Μελισσάνθη είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο με υψηλή ποιητική διάσταση. Στον επίλογο του σημειώματός του, ο Χατζιδάκις αναφέρει: «Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα το χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ’ από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω».

Το θέμα της Μελισσάνθης άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται το 1965, όταν ο Χατζιδάκις γράφει το ποίημα «Η Εποχή της Μελισσάνθης», που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Μυθολογία. Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970, στην Αμερική. Η Εποχή της Μελισσάνθης απασχόλησε τον συνθέτη επί μία δεκαετία – περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την Αμοργό. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, και κυκλοφόρησε το ίδιο έτος σε διπλό άλμπουμ από τη δισκογραφική εταιρία ΝΟΤΟΣ της Lyra. Η Εθνική Λυρική σκηνή παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία μια νέα ανάγνωση του έργου τον Νοέμβριο του 2017, προκαλώντας ιδιαίτερη συγκίνηση στο κοινό, αποσπώντας θετικές κριτικές και θερμό χειροκρότημα.

Κατά την παρουσίαση της Μελισσάνθης, στη σκηνή της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος θα στηθεί το έργο Sipario – Uscite (Αυλαία – Έξοδοι) του διεθνώς αναγνωρισμένου Έλληνα εικαστικού Γιάννη Κουνέλλη. Το έργο αυτό, δημιουργήθηκε το 1981, λίγους μήνες μετά την πρώτη παρουσίαση της Εποχής της Μελισσάνθης, και συνδέει τον θεατή με την εύθραυστη μνήμη της «γυάλινης γυναίκας», εν προκειμένω τη μορφή της Μελισσάνθης.  O επιμελητής του έργου, Ιστορικός Τέχνης, Ντένης Ζαχαρόπουλος, σημειώνει: «Το έργο του Κουνέλλη που στήνεται στη σκηνή της Λυρικής σε αντικατοπτρισμό με την Εποχή της Μελισσάνθης, είναι μια Aυλαία (Sipario) και μια σειρά από Εξόδους (Uscite). Η διαφάνεια και τα γυάλινα ποτήρια έχουν να κάνουν με όψεις που αφορούν το εύθραυστο της δυσκολίας να περάσεις από τη μια μεριά στην άλλη, τη μέθη του λόγου που πέφτει σα βροχή, τον ήχο που το ποτήρι αναπαράγει σαν αντηχείο, τα χείλη στο στόμιο, και πολλά που ίσως δεν έχει νόημα να ερμηνεύσει κανείς, δεδομένου ότι το έργο δεν υπάρχει εκτός σκηνής. Το σημαντικό είναι πως “επί σκηνής” την ερμηνεία την δίνει η συγκίνηση του θεατή μπρος σε ότι ο ερμηνευτής –η φωνή κι ο ήχος πρώτα από όλα– επιτρέπουν να περάσει από το φως στο σκοτάδι κι αντίστροφα, από τη μνήμη στην παρουσία και από την αίσθηση στην απουσία».

H Θεοδώρα Μπάκα είναι μεσόφωνος, με ρεπερτόριο που εκτείνεται από την Παλαιά μουσική, το Lied ως και έργα σύγχρονων δημιουργών, έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες διεθνείς μουσικές διοργανώσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Έχει συνεργαστεί με ΕΛΣ, ΟΜΜΑ, ΟΜΜΘ, λυρικά θέατρα της Γερμανίας, Ιταλίας, την όπερα της Λισαβόνας και του Περμ (Ρωσία), με όλα τα μεγάλα ορχηστρικά σύνολα της Ελλάδας, Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, Φιλαρμονική Εταιρεία Βρέμης, Il Complesso Barocco (μδ. Άλαν Κούρτις), Music Aeterna (Θόδωρος Κουρεντζής). Συνεργάζεται συχνά με τα σχήματα Παλαιάς Μουσικής Ex Silentio, Latinitas Nostra, Atalante και με σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς (Γιώργος Κουρουπός, Γιώργος Ζερβός, Έφη Μαρκουλάκη, Νίκος Κυπουργός, Κορνήλιος Σελαμσής, Τάσος Ρωσόπουλος, Χάνομαι γιατί ρεμβάζω, Βαγγέλης Κατσούλης, Ηλίας Ανδριόπουλος, Κωνσταντίνος Βήτα). Απέσπασε εξαιρετικές κριτικές για τη συμμετοχή της στην ηχογράφηση της όπερας Η Αριάδνη στην Κρήτη (μ.δ.: Γιώργος Πέτρου) και την ερμηνεία της σε ηχογράφηση θρήνων ιταλών συνθετών του 17ου αιώνα με το σύνολο Atalante. Ηχογράφησε επίσης έργα του Μεσαίωνα με το σύνολο Ex Silentio, παραδοσιακά και σύγχρονα ελληνικά τραγούδια.

Ο Πάρης Κιμιωνής έχει παρακολουθήσει μαθήματα φωνητικής, θεωρητικών, καθώς και μαθήματα σύγχρονης και λαϊκής κιθάρας. Ασχολείται, επίσης, ερασιτεχνικά με το θέατρο κι έτσι προέκυψαν οι πρώτες του συνθέσεις για το έργο Ο Λεπρέντης του Μιχαήλ Χουρμούζη για την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα ΘεατρΙΛΙΟΝ.

O Σταύρος Νιφοράτος γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών ανώτερα θεωρητικά (τάξη Στέλλας Μακρυγιάννη) και φωνητική / ορθοφωνία σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού με τη Φιλιώ Επιφανίου. Σπούδασε στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ecole Polytechnique Tours της Γαλλίας (κλάδος πολεοδομία χωροταξίας με ειδίκευση στον ρόλο των τεχνών).

O Μάνος Χατζιδάκις για την εποχή της Μελισσάνθης

στη μητέρα μου, στην ιερή της μνήμη Μ.Χ.

Μία πρώτη ανάγνωση. Λίγο μετά τον πόλεμο, είδα σε μια εφημερίδα – κ ί τ ρ ι ν η  τη θυμάμαι, σαν όλες τις εφημερίδες– μια είδηση χαμένη μέσα στις πολλές, απ’ την κατεστραμμένη Γερμανία. Έλεγε για μια γυναίκα που ο πόλεμος της είχε αρπάξει όλους τους δικούς της και για να επιζήσει έρημη καθώς ήταν, πουλούσε έρωτα μες στο ερειπωμένο υγρό λιμάνι του Αμβούργου. Και ένα βράδυ, όπως τριγύριζε στους σκοτεινούς δρόμους του λιμανιού, γνωρίζει έναν στρατιώτη, νέο παιδί και άρρωστο σχεδόν, που επέστρεφε απ’ την αιχμαλωσία. Πηγαίνουν για έρωτα σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο και πάνω στο κρεβάτι, από ένα φυλαχτό που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του, τον αναγνώρισε – ήταν o γιος της. Τρέχει έξαλλος αυτός και πνίγεται στα κρύα νερά του λιμανιού. Κι εκείνη, που το μυαλό της σάλεψε, απόμεινε τρελή ν’ αποζητάει το γιο της στο λιμάνι. Εδώ τελειώνει η είδηση. Πώς ήρθε τ’ όνομα της Μελισσάνθης μέσα μου ξαφνικά; Μια γυάλινη ηρωίδα του μεσοπολέμου, να παίρνει έτσι αυθαίρετα την όψη μιας τρελής μητέρας, ερωμένης κι αδερφής μες στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης; Η ιστορία αυτή άφησε μέσα μου μια ταραχή ως τώρα, που τελείωσα την εποχή της Μελισσάνθης, χωρίς να ξέρω αν τέλειωσα και με το πρόσωπό Της.

Δεύτερη ανάγνωση. Χρονικό ενός καιρού, οι πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, με ανεξίτηλες αυτοβιογραφικές εικόνες. Σαν το ρολόι στο καπηλειό με τους δύο φίλους που ζητάν δραματικά κι επίμονα να σταματήσουνε το Χρόνο, ή εκείνο το φίλο που τον χάσαμε σχεδόν παιδί – τον λέγαν Έκτορα Οικονομίδη και ήταν είκοσι χρονών όταν τον τύφλωσαν και τον θανάτωσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, αφού βέβαια τον πρόδωσαν οι «εθνικόφρονες» εκείνου του καιρού. Και εικόνες άπειρες με σιδεριές από κατεστραμμένα σπίτια σαν χέρια αιχμηρά που να ζητάν ελεημοσύνη από τον ουρανό. Και μάνες να γυρεύουν τα παιδιά τους πάνω στις καμένες στέγες μ’ ένα πλήθος που να κραυγάζει έξαλλα κι αλλοπρόσαλλα συνθήματα. Μες στον αλαλαγμό, ρωτούσαμε και ψάχναμε να βρούμε τη Μελισσάνθη, σύμβολο ιδανικών αλλοτινών καιρών. Μα η Μελισσάνθη δε βρισκόταν πουθενά. Γιατί αν την βρίσκαμε, ίσως να μην επέτρεπε τους φόνους του Τζων Κέννεντυ και του Λούθηρου Κινγκ. Δε θα ‘φηνε να γίνει το Βιετνάμ χώρα της βίας και της χαμένης ανθρωπιάς, τη Χιλή να αιμορραγεί στη δύση του Ηλίου και την Αργεντινή να χορεύει ταγκό με το ρυθμό των πολυβόλων. Οι νέοι της Αμερικής του ‘60, ανακάλυψαν τον Ντέμιαν και τα νεκρά παιδιά του Μάλερ κι εκείνο το ερωτικό παιδί από τη Βενετία. Όμως η πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εξακολουθεί να παρασέρνει τον κόσμο μας στον τελικό του αφανισμό. Και η Μελισσάνθη, αφού τραγούδησε μια τελευταία φορά την τραγική Λιλή Μαρλέν, χάθηκε στα σκοτάδια των καιρών. Οριστικά.

Και μια τρίτη ανάγνωση, ελληνική. H Μελισσάνθη απόμεινε τρελή ν’ αποζητάει μοιρολογώντας τον πνιγμένο γιο της. Πώς βρέθηκε εκείνες τις μέρες στην Αθήνα; – δεν έγινε γνωστό. Όλοι ρωτούσαν, ψάχναν να την βρουν, μαζί μ’ αυτούς κι εγώ, γνωρίζοντας πως ίσως να βρισκόταν κάπου εκεί ανάμεσά μας.

Μάθαμε τέλος πως συνάντησε τυχαία διαδηλωτές, πως την καταδιώξανε, την ποδοπάτησαν και πως της σπάσανε τα κόκαλα. Έτσι στη γη πεσμένη και νεκρή, τη βρήκανε περαστικοί και δίχως προσευχή ή ακολουθία θρησκευτική, τη θάψαν βιαστικά για να προλάβουνε την βραδινή παρέλαση και λαμπαδηφορία. Για την απελευθέρωση. Μια απελευθέρωση που έκρυβε μέσα της ένα θανατερό συμβιβασμό, τη βία και την ενοχή, την προδοσία και τη χωρίς γιατρειά τραυματισμένη ελευθερία. Μία απελευθέρωση που δεν πρόλαβε να γίνει  λ α ϊ κ ή.  Την κατέγραψαν μ’ ευκολία  ε θ ν ι κ ή  και την γιορτάζουνε στα Δημαρχεία και στις Νομαρχίες.

«Σου σπάσανε τα κόκαλα τ’ ασθενικά παιδιά μας», αναστροφή του Σολωμικού «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Πού βρίσκεται η αλήθεια της νεοελληνικής μας ελευθερίας; Βέβαια και στους δύο αυτούς στίχους. Αδιάκοπα, διαδοχικά και παρανοϊκά.

Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα το χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ’ από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω.

– Μάνος Χατζιδάκις (9 Δεκεμβρίου 1980)