«Μόνο η Τέχνη διατήρησε την επιθυμία μου για ζωή» έγραφε ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν σε επιστολή προς τους αδελφούς του το 1802, έχοντας ήδη αρχίσει να βιώνει τα πρώτα σημάδια κώφωσης. Όμως, η Δεύτερη Συμφωνία, την οποία συνέθεσε την ίδια περίοδο στο Χάιλιγκεσταντ, δεν προδίδει σε τίποτα τη δεινή ψυχολογική του κατάσταση. Έργο φωτεινό και αισιόδοξο, που προετοιμάζει το έδαφος για τη συνθετική τομή της Ηρωικής Συμφωνίας, η εκρηκτική Δεύτερη θα παρουσιαστεί online το Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021 από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στη δεύτερη συναυλία του Κύκλου Σολίστ της ΚΟΑ.

Η βραδιά ανοίγει με το Κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα σε λα μείζονα του Καρλ Ντίττερσντορφ, στη μεταγραφή του Καρλ Χέρμαν Πίλνεϋ. Το γεμάτο χάρη Κοντσέρτο υπογραμμίζει τις εκφραστικές και δεξιοτεχνικές ικανότητες της άρπας, τις οποίες θα αναδείξει η Κορυφαία αρπίστα της Ορχήστρας, Γωγώ Ξαγαρά. Ακολουθεί, το δημοφιλές Κοντσέρτο για τρομπόνι του Λάουνυ Γκρένταλ, με τις σολιστικές απαιτήσεις του οποίου θα αναμετρηθεί ο Κορυφαίος Β’ στα Τρομπόνια, Ανδρέας- Ρολάνδος Θεοδώρου. Στο πόντιουμ, ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Σπύρος Προσωπάρης.

Το σχόλιο της Γωγώς Ξαγαρά

«Το Κοντσέρτο του Ντίσσερσντορφ για άρπα και ορχήστρα βασίζεται σε ένα κοντσέρτο του συνθέτη για τσέμπαλο το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο. Για τον αρπίστα που καλείται να ερμηνεύσει αυτό το Κοντσέρτο, η πρόκληση έγκειται στο γεγονός ότι έχει να αναμετρηθεί όχι τόσο με την αυξημένη τεχνική δυσκολία του έργου, όσο με την απόδοση της κομψότητας, της χάρης και της λεπτής απόδοσης των μελωδικών γραμμών, χαρακτηριστικά του κλασικού στυλ το οποίο πρεσβεύει το συγκεκριμένο Κοντσέρτο.

Κάθε φορά που καλούμαι να συμπράξω με την ΚΟΑ υπό την ιδιότητα του σολίστα, είναι μια ιδιαίτερα ευχάριστη στιγμή. Οι κώδικες επικοινωνίας και ερμηνείας με τους συναδέλφους είναι γνωστοί και αυτό αποτελεί ένα πλεονέκτημα χρόνου και έκφρασης. Επιπλέον, η δυνατότητα να παίξεις ένα Κοντσέρτο με μια τόσο καλή ορχήστρα όσο είναι η ορχήστρα μας, μόνο συναισθήματα χαράς και ενθουσιασμού μπορεί να γεμίσει τον ερμηνευτή. Ανυπομονώ λοιπόν να βρεθώ σε ένα διαφορετικό πόστο από αυτό που συνήθως έχω στην ορχήστρα!»

Το σχόλιο του Ανδρέα- Ρολάνδου Θεοδώρου

«Το Κοντσέρτο του Γκρένταλ είναι το έργο που έκανε τον συνθέτη γνωστό, είναι η «ταυτότητά» του. Οι απαιτήσεις του είναι ερμηνευτικές κυρίως, καθώς και στα τρία του μέρη εναλλάσσει espressivo με mysterioso διαδοχικά. Επίσης, αρκετά συχνά μέσα στο κοντσέρτο εμφανίζονται recitativi τα οποία έρχονται να δικαιολογήσουν το τραγούδι του όλου έργου, σαν ο εκτελεστής να «μιλά» μέσα από το όργανο. Οπότε, εκτός από τις τεχνικές δυσκολίες, πρέπει ο εκτελεστής να τραγουδήσει, πράγμα που καθιστά το όλο κοντσέρτο μια πρόκληση.

Η συνεργασία μου ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Η χαρά μου είναι απεριόριστη, καθώς το να βρίσκομαι στην θέση του σολίστα, ανάμεσα σε τόσο καλούς μουσικούς, όπως οι συνάδελφοι- (οικογένειά) μου, καθιστά το έργο μου πιο εύκολο.»

Το σχόλιο του μαέστρου

«Ένα πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό στοιχείο της συγκεκριμένης συναυλίας για μένα είναι η ανάδειξη μουσικών της ορχήστρας ως σολίστ και μάλιστα σε απαιτητικά έργα. Τόσο η διακεκριμένη Γωγώ Ξαγαρά στο κλασικό και δεξιοτεχνικό κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα του Ντίττερσντορφ, όσο και ο ταλαντούχος συμπατριώτης μου, Ανδρέας-Ρολάνδος Θεοδώρου, στο αποκαλυπτικό για την εκφραστική και αρμονική του πλοκή, Κοντσέρτο για τρομπόνι και ορχήστρα του Γκρένταλ, αναδεικνύουν το υψηλό επίπεδο των μουσικών της ΚΟΑ. Τέλος, η «κομβική» Δεύτερη Συμφωνία του Μπετόβεν, η οποία κλείνει τη συναυλία, αποτελεί την τελευταία πινελιά του κλασικού ύφους, της συμμετρίας και της πίστης στα πρότυπα που χάραξαν οι Χάυντν και Μότσαρτ.»

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

  • ΚΑΡΛ ΝΤΙΤΤΕΡΣ ΦΟΝ ΝΤΙΤΤΕΡΣΝΤΟΡΦ (1739-1799)
    Κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα σε λα μείζονα
  • ΛΑΟΥΝΙ ΓΚΡΕΝΤΑΛ (1886-1960)
    Κοντσέρτο για τρομπόνι και ορχήστρα, διασκευή Michael Stewart
  • ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770–1827)
    Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 36

ΣΟΛΙΣΤ: Γωγώ Ξαγαρά, άρπα – Ανδρέας-Ρολάνδος Θεοδώρου, τρομπόνι
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Σπύρος Προσωπάρης

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΚΑΡΛ ΝΤΙΤΤΕΡΣ ΦΟΝ ΝΤΙΤΤΕΡΣΝΤΟΡΦ (1739 – 1799)
Κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα σε λα μείζονα

Allegro molto
Larghetto
Rondeau. Allegretto

Σε πολλούς τακτικούς θαμώνες των αιθουσών συναυλιών της εποχής μας δημιουργείται η εντύπωση πως οι συνθέτες της κλασικής περιόδου ήταν αριθμητικά λίγοι, αν όχι ελάχιστοι. Κι αυτό είναι δικαιολογημένο, αν αναλογιστεί κανείς πως ελάχιστοι συνθέτες είχαν το ταλέντο και την ιδιοφυία να γράψουν τέτοια αριστουργήματα που να αντέξουν στην αδήριτη δοκιμασία του χρόνου. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως (και) σε εκείνη την εποχή οι δημιουργοί αξιόλογης μουσικής ήταν πολλοί. Ένας από αυτούς ήταν και ο διακεκριμένος Αυστριακός συνθέτης και βιολιστής Καρλ Ντίττερσντορφ, που έχαιρε της εκτίμησης των μεγάλων Χάυντν και Μότσαρτ (οι τρεις τους μάλιστα, μαζί με τον συνθέτη Γιόχαν Μπατίστ Βάνχαλ συνέπρατταν στη Βιέννη στα 1784 παίζοντας κουαρτέτα εγχόρδων). Στα 1779 ο Ντίττερσντορφ συνέθεσε ένα δημοφιλές κοντσέρτο για τσέμπαλο σε λα μείζονα, το οποίο «μεταμορφώθηκε» σε κοντσέρτο για άρπα από τον Αυστριακό συνθέτη, πιανίστα και αφοσιωμένο μελετητή της παλιάς μουσικής, Καρλ Χέρμαν Πίλνεϋ (1896 – 1980). Ο Πίλνεϋ, με γνώση και σεβασμό στο γράμμα και στο πνεύμα της μουσικής του Ντίττερσντορφ, προσάρμοσε το σολιστικό μέρος έτσι, ώστε να αναδεικνύει τις εκφραστικές και δεξιοτεχνικές δυνατότητες της άρπας. Προσέθεσε στην πρωτότυπη ενορχήστρωση (που περιλάμβανε μόνο βιολιά και βιολοντσέλα) βιόλες, δύο όμποε και δύο κόρνα προβαίνοντας στις ανάλογες τροποποιήσεις της ενορχήστρωσης και συνέθεσε τη σολιστική καντέντσα στο αργό μέρος. Το Κοντσέρτο μορφολογικά και αρμονικά δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις· θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακούει μια εκλεπτυσμένη μουσική γεμάτη χάρη, διαύγεια και αμεσότητα, οι αρετές της οποίας θυμίζουν έντονα Χάυντν και Μότσαρτ, χωρίς ίσως τη δραματικότητα του πρώτου ή τη μελωδική φαντασία του δεύτερου. Η άρπα αναμενόμενα αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκφορά και ανάπτυξη των θεματικών ιδεών και στα τρία μέρη, εμπλεκόμενη συχνά και σε ενδιαφέροντες διαλόγους είτε με το όμποε είτε με τα βιολιά.

ΛΑΟΥΝΥ ΓΚΡΕΝΤΑΛ (1896 – 1960)
Κοντσέρτο για τρομπόνι και ορχήστρα

Moderato assai ma molto maestoso
Quasi una leggenda (Andante grave)
Finale: Maestoso – Rondo (Allegretto scherzando)

Ως αρχιμουσικός της Εθνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Δανίας από το 1925 ως το 1956, ο Λάουνυ Γκρένταλ προώθησε σημαντικά τη μουσική της χώρας του, ιδίως τα σπουδαία συμφωνικά έργα του Καρλ Νήλσεν, των οποίων υπήρξε δεινός ερμηνευτής. Παράλληλα, δραστηριοποιήθηκε έντονα ως συνθέτης γράφοντας κυρίως συμφωνικά έργα και έργα μουσικής δωματίου. Το Κοντσέρτο για τρομπόνι είναι αναμφισβήτητα το πιο προβεβλημένο έργο του και ένα από τα πιο δημοφιλή κοντσέρτα του ρεπερτορίου του οργάνου. Η σύνθεση του έργου ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1924 κατά τη διάρκεια παραμονής του Γκρένταλ στην Ιταλία. Το κοντσέρτο αφιερώθηκε στον βιρτουόζο Βίλελμ Ώρκρογκ, τρομπονίστα της Βασιλικής Ορχήστρας της Δανίας, ο οποίος και ήταν ο σολίστ στην πρώτη του εκτέλεση στην Κοπεγχάγη (Ιούνιος 1925). Το πρώτο μέρος ανοίγει με ένα κατιόν μοτίβο τεσσάρων νοτών (φα – μι – ντο – φα), το οποίο ακούγεται από την ορχήστρα και ευθύς αμέσως από το σόλο τρομπόνι. Το μοτίβο αυτό αναπτύσσεται άμεσα και ακολουθείται από ένα βαθιά λυρικό δεύτερο θέμα με στοιχεία παραδοσιακής σκανδιναβικής μουσικής. Το αργό, μεσαίο μέρος ξεδιπλώνεται ραψωδικά σε ελεύθερη φόρμα με ευδιάκριτα αφηγηματικά στοιχεία, όπως υποδηλώνει άλλωστε και ο τίτλος του. Το κυρίαρχο μοτίβο των τεσσάρων νοτών του πρώτου μέρους επανέρχεται στην έναρξη του τρίτου οδηγώντας σύντομα σε ένα νέο θέμα χορευτικού χαρακτήρα με έντονους τονισμούς και ρυθμικές συγκοπές. Τόσο το θέμα αυτό όσο και μία δεύτερη αισθαντική μελωδία που παρουσιάζεται από το σολιστικό όργανο αναπτύσσονται πληθωρικά έως ότου το γνωστό πια μοτίβο έρθει να κλείσει αιφνιδιαστικά το κοντσέρτο.

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 36

Adagio molto – Allegro con brio
Larghetto
Scherzo: Allegro
Finale: Allegro molto

Τον Ιούνιο του 1801 ο Μπετόβεν εκμυστηρεύτηκε στον φίλο του (και γιατρό) Φραντς Γκέρχαρντ Βέγκελερ πως για δύο χρόνια απέφευγε τις κοινωνικές συναναστροφές για να μην καταλάβει κανείς τη φθίνουσα πορεία της ακοής του. Ο Βέγκελερ τον παρέπεμψε στον συνάδελφό του, καθηγητή Γιόχαν Άνταμ Σμιτ, που συνέστησε στον ασθενή να φύγει από τη Βιέννη και να εγκατασταθεί στην εξοχική (τότε) περιοχή του Χάιλιγκενσταντ στα βόρεια της πόλης, κάτι που έγινε στα τέλη Απριλίου του 1802. Το μέρος έχει μείνει στην ιστορία λόγω της «Διαθήκης του Χάιλιγκενσταντ», ενός βαρυσήμαντου εξομολογητικού κειμένου, που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1802 και απευθυνόταν στους αδελφούς του συνθέτη περιγράφοντας τη δεινή ψυχολογική κατάστασή του. Μεταξύ άλλων διαπίστωνε την τραγικότητα του να έχει πρόβλημα η κατεξοχήν αίσθησή του που θα έπρεπε να είναι πιο ανεπτυγμένη, και έγραφε χαρακτηριστικά πως μόνο η Τέχνη του διατήρησε την επιθυμία του για ζωή.

Μέσα σε αυτό το κλίμα γράφτηκε η Δεύτερη Συμφωνία, που αν και τα πρώτα της σχεδιάσματα ανάγονται στο 1800, το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσής της έλαβε χώρα στο Χάιλιγκενσταντ και εκεί ολοκληρώθηκε (φθινόπωρο 1802). Η Συμφωνία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βιέννη στις 5 Απριλίου 1803, σε μία μεγάλη συναυλία με έργα του Μπετόβεν. Τίποτα πάντως στη Δεύτερη, έργο αισιόδοξο και φωτεινό, δεν προδίδει την ψυχολογική κατάσταση απόγνωσης, στην οποία ήταν ο Μπετόβεν όταν την έγραφε. Αν και από την άποψη του δυναμικού της ορχήστρας η Δεύτερη εντάσσεται ακόμα στον κόσμο του ύστερου Χάυντν, έχει εμφανή στιλιστική απόσταση από αυτόν και κατά κάποιο τρόπο προοιωνίζεται τη «νέα οδό», που επρόκειτο να χαράξει ο συνθέτης με την «Ηρωική» Συμφωνία.

Μία αργή, μεστή εισαγωγή επιτυγχάνει μέσα σε λίγα μόλις μέτρα να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα μεγαλείου. Το κυρίως γρήγορο τμήμα, σε φόρμα σονάτας, ξεπηδά με εξέχουσα φυσικότητα από την εισαγωγή και άμεσα εκδηλώνει την πρόθεση του συνθέτη να γράψει μία μουσική ζωηρή, εύθυμα ενεργητική και κρυστάλλινης καθαρότητας. Στο δεύτερο μέρος, ένα από τα εκτενέστερα -και μελωδικότερα- αργά μέρη των συμφωνιών του Μπετόβεν, τα έγχορδα αναλαμβάνουν την παρουσίαση μίας τρυφερής μελωδίας δημιουργώντας μία ειδυλλιακή ατμόσφαιρα με έντονο το «ποιμενικό» στοιχείο. Μόνο στο μεσαίο τμήμα του μέρους ο συνθέτης αφήνει στιγμιαία να διαφανούν στοιχεία μίας υποδόριας αγωνίας και έντασης. Για πρώτη φορά ο Μπετόβεν αντικαθιστά στη Δεύτερη Συμφωνία το παραδοσιακό μενουέτο με ένα σκέρτσο, κάνοντας έτσι μία καίρια τομή στην εξέλιξη της συμφωνικής γραφής. Απότομες εναλλαγές δυναμικής, ξαφνικές μετατροπίες και οξείες ηχοχρωματικές αντιθέσεις συνθέτουν ένα ανάλαφρο τοπίο γεμάτο χιούμορ και αμείωτη παιγνιώδη διάθεση. Το ενδιάμεσο τρίο βασίζεται σε ένα ηρεμότερο θέμα με πρωταγωνιστές τα ξύλινα πνευστά και το κόρνο. Το φινάλε ουσιαστικά λειτουργεί ως νοηματική επέκταση και ολοκλήρωση του ύφους του σκέρτσου. Ο Μπετόβεν ξεδιπλώνει το εκρηκτικό του ταμπεραμέντο με εξωστρέφεια, ενώ παράλληλα καινοτομεί χρησιμοποιώντας περιστασιακά και κάπως κεκαλυμμένα θεματικό υλικό από το πρώτο μέρος. Μία εκτενής coda, φορέας νέων θεματικών ιδεών, οδηγεί στη θριαμβευτική κατάληξη του μέρους και όλης της Συμφωνίας.