Με αφορμή τα 80 χρόνια από την γέννηση του Guy Debord, το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης οργανώνει, στα πλαίσια των φιλοξενούμενων εκθέσεων της 3ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης, την πρώτη ατομική έκθεση του Βασίλη Μπαλάσκα με τίτλο Le Temps spectaculaire (Θεαματική εποχή) για να τιμήσει τον κορυφαίο στοχαστή της Γαλλικής διανόησης του 20ου αιώνα και ανοιχτή συζήτηση σχετικά με τη ζωή και το έργο του Guy Debord, στις 16 Δεκεμβρίου σε συνεργασία με την επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ.

Στη σχετική συζήτηση που διεξάγεται τελευταία για την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του καπιταλιστικού συστήματος, ο λόγος και η επαναστατική σκέψη του Guy Debord (1931-1994) στο θέμα της συσχέτισης της παραγωγής εικόνων με την συσσώρευση του κεφαλαίου στην «Κοινωνία του θεάματος» που ζούμε, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα μια επίκαιρη προσέγγιση.

Ωστόσο, η σημασία του έργου του για την σύγχρονη εποχή μας δεν σταματάει εδώ. Οι πρόσφατες απόψεις περί της αναγκαιότητας της τέχνης να προτάξει την πράξη από την θεωρία, την αλήθεια από το ψέμα, την ανιδιοτέλεια από το συμφέρον και την ποίηση από την κατανάλωση, είχαν ήδη διατυπωθεί και βιωθεί από τον πρωτοστάτη του Παρισινού Μάη (1968).

Η έκθεση διερευνά τους τρόπους με τους οποίους οι σύγχρονες κοινωνίες διαχειρίζονται την εικόνα, όχι μόνο μέσα από τον απόηχο της επίδρασης του Ντεμποριανού πνεύματος για την διατήρηση της κυριαρχίας της εξουσίας αλλά ως μια έμπρακτη επιβεβαίωση της σημασίας της, ως εικαστική γλώσσα αφύπνισης και καταγγελίας. Στo στόχαστρο του καλλιτέχνη βρίσκονται τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιβληθούν τα σύγχρονα κοινωνικά πρότυπα: τηλεόραση, διαδίκτυο, συλλογική μνήμη, διεθνής οπτική γλώσσα. Όπως το υποδηλώνει και ο τίτλος της έκθεσης Η θεαματική εποχή, ο απώτερος στόχος είναι ο εντοπισμός της μεταμόρφωσης της ζωής σε θέαμα και της ανάληψης των ρόλων από τον καθένα μας, για να επιτευχθεί – όπως υποδεικνύει ο καλλιτέχνης – η ενίοτε αδιαφανής υπονόμευση της πραγματικότητα.

Πιο συγκεκριμένα, ο Μπαλάσκας επαναπροσδιορίζει τη διαχείριση της εικόνας μέσα από τη διαχείριση του χρόνου και κατ’ επέκταση της εργασίας και της συλλογικής μνήμης. Τα έργα του λειτουργούν ταυτόχρονα ως επισήμανση της διεισδυτικής ικανότητας της κοινωνίας να διαμορφώνει ατομικές συμπεριφορές, κατά τρόπο ώστε ο άνθρωπος να ενεργεί μηχανικά και αντανακλαστικά σε μια ψευδής συνείδηση του χρόνου.

Ο καλλιτέχνης υπαινίσσεται την επιθυμία πολλών ολοκληρωτικών αλλά και δημοκρατικών κυβερνήσεων να ελέγχουν, να διαμορφώνουν μνήμες και να κατασκευάζουν μνημεία που υπακούν στις ιστορικές ανάγκες και πρότυπα. Καταγγέλλει με ειρωνεία την αναισθητοποίηση του υποκειμένου, αφενός στο ασφαλές ιδιωτικό χώρο του σπιτιού μας μέσω της ειδησεογραφικής πληροφορίας, αφετέρου σε ευρύτερη κλίμακα μέσω της διεθνούς οπτικής γλώσσας, για να εξασφαλιστεί η αδιατάραχτη λειτουργία του συστήματος ή όπως θα έλεγε o ίδιος ο Debord ο ύπνος της κοινωνίας, πάνω σε καίρια θέματα του καιρού μας, όπως η πλήρης αλήθεια των γεγονότων, ή η σοκαριστική θεαματοποίηση της θανατικής ποινής και σκηνών απαγχονισμού που μεταδίδονται από την τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Μέσα από εικαστικές προσομοιώσεις, ο Μπαλάσκας μεταπλάθει, ανανοηματοδοτεί και καταγγέλλει τον φετιχισμό της εμπορευματοποίησης, της βαθιάς φθοράς του καπιταλισμού και των δυσμενών επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης, με ορόσημο το πέσιμο του τείχους του Βερολίνου. Η άσπρη κιμωλία του Debord, με την οποία έγραψε την φράση Ne travaillez jamais (Μην δουλεύετε ποτέ), αντικαθίσταται στην έκθεση με το πινέλο και τη μαύρη μπογιά του καλλιτέχνη που γράφει στον τοίχο ΕCANOMIE, με το Α περικυκλωμένο όπως το σήμα του αναρχισμού, ως ουτοπικό σύμβολο μιας επανάστασης εναντίον της οικονομικής κρίσης, που την πληρώνουν μόνο αυτοί που δεν την προκάλεσαν.

Οι επισκέπτες της έκθεσης, ως θεατές του «θεάματος» των σύγχρονων πολιτικών και κοινωνικών θεσμών (facebook, μέσα ενημέρωσης), στους οποίους συμμετέχουμε είτε ως καταναλωτές είτε ως παραγωγοί, καλούμαστε να γίνουμε ταυτόχρονα μάρτυρες ανατροπής και υποκινητές αντίστασης, όπως αυτό συνέβη στις πρόσφατες κοινωνικές (αγανακτισμένοι) και εθνικές εξεγέρσεις (Τυνησία, Αίγυπτος και Λιβύη) ούτως ώστε να συμβάλουμε σε νέους και κοινούς αγώνες κατά της ηγεμονίας του «φαίνεσθαι», της πτώχευσης και της εκδούλευσης της πραγματικής ζωής.