Η γκαλερί a.antonopoulou art φιλοξενεί από τις 11 Μαΐου έως τις 24 Ιουνίου την έκθεση «Καταφύγια» με φωτογραφίες του Τάκη Βερέμη και του Θοδωρή Ξένου.

«Ήταν κάποτε δύο φίλοι. Γνωρίστηκαν στην Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Την εποχή του sex, drugs and… post-expressionist punk rock. Ο ένας σπούδαζε οικονομικά & κινηματογράφο και ο άλλος εργαζόταν στην Wall Street.

Συναντήθηκαν μετά από πολλά χρόνια, ένα βράδυ στα εγκαίνια της έκθεσης του Μαρκ Χατζηπατέρα. Ο Τάκης, παραγωγός και κινηματογραφιστής, ξανα-ανακάλυψε την μαγεία της φωτογραφίας στις πρόσφατες μοναχικές του βόλτες στη θάλασσα. Ο Θοδωρής, το Golden Boy της Wall Street, τα έχει παρατήσει όλα και δουλεύει ως φωτογράφος. Προφανώς τους βαρέθηκε εκεί στο ναό του χρήματος.»

Ο λόγος για τον Τάκη Βερέμη και τον Θοδωρή Ξένο.

Δύο διαφορετικές ευαίσθητες ματιές σε μία έκθεση λίγο ανατρεπτική, πέρα από τα αυστηρά «κλισέ» μιας γκαλερί.

«Ο φωτογράφος είναι μια ένοπλη εκδοχή του μοναχικού περιπατητή που αναγνωρίζει, καταδιώκει, ταξιδεύει στην αστική κόλαση, του ηδονοβλεπτικού περιπατητή που ανακαλύπτει την πόλη ως ένα τοπίο αισθησιακών ακροτήτων. Έμπειρος στις χαρές της παρακολούθησης, γνώστης της ενσυναίσθησης, ο περιπατητής βρίσκει τον κόσμο ”γραφικό”». – Σούζαν Σόνταγκ

Βλέποντας τις φωτογραφίες τους, κάποιος παρατηρεί δύο διαφορετικές προσεγγίσεις.

Ο Θοδωρής Ξένος φωτογραφίζει αστικά σπίτια, ή χώρους παρηκμασμένους και εγκαταλελειμμένους, χωρίς λειτουργία, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Συνομιλεί με τον χώρο άλλοτε σε μία αυστηρή δωρική φόρμα και άλλοτε σε μια υπερβάλλουσα «γοτθική» αρχιτεκτονική πάντα με τη χρήση χρώματος.

Ο Τάκης Βερέμης αντίθετα έχει έντονη την ανθρώπινη παρουσία και τα στοιχεία της φύσης. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες, προσεγγίσεις σε ενεστώτα χρόνο με φυσικό φωτισμό. Τα παιχνίδια του φωτός πάνω στη θάλασσα  ή στο βρεγμένο παρμπρίζ δημιουργούν ψευδαισθήσεις και δίνουν άλλο περιεχόμενο στην εικόνα.

Ένα βίντεο με τις φωτογραφίες τους, μονταρισμένο από τον Τάκη Βερέμη, με μουσική και voice-off/απαγγελία, αποσπασμάτων από τον Dante Alighieri και τον T.S. Eliott, πλαισιώνει την έκθεση, τοποθετώντας μ’ αυτό τον τρόπο τις βουβές εικόνες σε μια νέα οπτικοακουστική διάσταση.